ΚΟΣΜΟΣ

Οι κρίσεις Ιράν και Τουρκίας

Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Στάλιν φέρεται να εκμυστηρεύτηκε στον Μίλοβαν Τζίλας ότι «τούτος ο πόλεμος διαφέρει από τους προηγούμενους στο ότι όπου φτάσουν τα στρατεύματα του νικητή, εκεί θα σταματήσει και το κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό του σύστημα», φράση ενδεικτική των στόχων του Σοβιετικού ηγέτη για τη μεταπολεμική Ευρώπη. Τα επόμενα χρόνια, η επιβολή κομμουνιστικών καθεστώτων στα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης που απελευθέρωσε ο Κόκκινος Στρατός υπήρξε αποτέλεσμα όχι τόσο της πρόθεσης του Στάλιν να προωθήσει την κομμουνιστική επανάσταση εκτός των ορίων της Σοβιετικής Ενωσης, όσο της ανάγκης να ενισχύσει την άμυνα της χώρας του, επεκτείνοντας τον έλεγχό της σε μια περιοχή από την οποία είχε δεχθεί τη γερμανική επίθεση. Κατανοώντας την ανησυχία αυτή της Μόσχας, οι ΗΠΑ και η Βρετανία δεν εμπόδισαν (και άλλωστε, δεν μπορούσαν να εμποδίσουν) τη «σοβιετοποίηση» της Ανατολικής Ευρώπης· δεν ήταν διατεθειμένες, όμως, να ανεχθούν την επέκταση της επιρροής της ΕΣΣΔ σε περιοχές της υφηλίου όπου υπήρχαν μείζονα δυτικά συμφέροντα, από τις οποίες η Μόσχα δεν είχε απειληθεί στο πρόσφατο παρελθόν και οι οποίες σε τελική ανάλυση δεν είχαν απελευθερωθεί από τον Κόκκινο Στρατό. Ετσι, όταν το 1945-1946 οι δυτικές Δυνάμεις θεώρησαν ότι η Μόσχα προσπάθησε να θέσει υπό τον έλεγχό της την Τουρκία και το Ιράν, η αντίδρασή τους υπήρξε δυναμική, αλλά και αποφασιστική για την ίδια την εξέλιξη του Ψυχρού Πολέμου.

Υπερβολικές απαιτήσεις Μόσχας από την Τεχεράνη

Η κρίση του Ιράν ξέσπασε το 1945 όταν το Κρεμλίνο προέβαλε υπέρογκες απαιτήσεις στην κυβέρνηση της Τεχεράνης, χρησιμοποιώντας ως μοχλό πίεσης την παρουσία χιλιάδων Σοβιετικών στρατιωτών στο ιρανικό έδαφος. Το Ιράν, στα νοτιοδυτικά σύνορα της Σοβιετικής Ενωσης, διατήρησε την ουδετερότητά του κατά τα πρώτα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Τον Αύγουστο, όμως, του 1941, μετά τη γερμανική επίθεση εναντίον της Σοβιετικής Ενωσης, σοβιετικά και βρετανικά στρατεύματα κατέλαβαν αντίστοιχα το βόρειο και νότιο Ιράν, προκειμένου να διασφαλίσουν την ενίσχυση του Κόκκινου Στρατού με πολεμικό υλικό, αλλά και να παρεμποδίσουν την εκμετάλλευση ιρανικών πετρελαιοπηγών από τη ναζιστική Γερμανία, που έως τότε διέθετε ισχυρά ερείσματα στην Τεχεράνη. Το 1942, το Λονδίνο και η Μόσχα δεσμεύτηκαν στη νέα (φιλοσυμμαχική) κυβέρνηση του Ιράν να αποσύρουν τα στρατεύματά τους από τη χώρα μέσα σε διάστημα έξι μηνών από το τέλος του πολέμου.

Τον Αύγουστο του 1944 υπογράφτηκε η Συνθήκη της Ουάσιγκτον με την οποία η ιρανική κυβέρνηση παραχωρούσε σε αμερικανικές και βρετανικές εταιρείες άδεια ερευνών και εκμετάλλευσης πετρελαίου στο νότιο Ιράν. Οταν, όμως, η Μόσχα απαίτησε από την Τεχεράνη τη συνομολόγηση αντίστοιχης συμφωνίας με την οποία οι δύο πλευρές θα προχωρούσαν στη συνεκμετάλλευση πετρελαιοπηγών στο βόρειο Ιράν, η απάντηση που έλαβε ήταν αρνητική. Προκειμένου να ασκήσει πίεση προς την ιρανική κυβέρνηση, ο Στάλιν αποφάσισε αφενός να μην αποσύρει τα σοβιετικά στρατεύματα από τη χώρα και αφετέρου να ενισχύσει αυτονομιστικά κινήματα στο βόρειο Ιράν, συμβάλλοντας καθοριστικά στη σύσταση της Λαϊκής Δημοκρατίας του Αζερμπαϊτζάν και της Κουρδικής Λαϊκής Δημοκρατίας, στα τέλη του 1945.

Ποιες ήταν, πράγματι, οι διαθέσεις του Στάλιν έναντι του Ιράν; Σύγχρονη έρευνα έχει δείξει ότι ο Σοβιετικός ηγέτης δεν επιθυμούσε τον εδαφικό ακρωτηριασμό της μουσουλμανικής χώρας, καθώς μια τέτοια εξέλιξη θα δυσχέραινε τις σχέσεις της Μόσχας με τις δυτικές δημοκρατίες. Ούτε ο ιδεολογικός παράγοντας επηρέασε την πολιτική του έναντι της Τεχεράνης. Μάλιστα, το Κομμουνιστικό Κόμμα του Ιράν, όχι μόνον δεν διαδραμάτισε κάποιο ρόλο κατά τη διάρκεια της κρίσης, αλλά διαφώνησε έντονα με την απόφαση του Στάλιν να υποστηρίξει τα αυτονομιστικά κινήματα. Τα κίνητρα του Στάλιν ήταν στρατηγικά. Η οικονομική διείσδυση της Μόσχας στο βόρειο Ιράν θα ενίσχυε σημαντικά την επιρροή της σε μια περιοχή, ο έλεγχος της οποίας θεωρούνταν ζωτικής σημασίας για τη σοβιετική ασφάλεια. Τι θα συνέβαινε, για παράδειγμα, αν οι δυτικές δημοκρατίες, με σημαντικά ήδη ερείσματα στις νότιες επαρχίες του Ιράν, έθεταν υπό τον αποκλειστικό έλεγχό τους το σύνολο της χώρας; Σε κάθε περίπτωση, τα σχέδια του Σοβιετικού ηγέτη δεν ευοδώθηκαν: υπό τη συντονισμένη πίεση των ΗΠΑ και της Βρετανίας, οι Σοβιετικοί αναγκάστηκαν τους επόμενους μήνες να αποσύρουν τα στρατεύματά τους, ενώ στα τέλη του 1946 οι δύο Λαϊκές Δημοκρατίες που είχαν εγκαθιδρυθεί στο Ιράν, χωρίς πλέον τη σοβιετική στήριξη, τερμάτιζαν άδοξα τον σύντομο βίο τους.

Καθορίστηκε ο συσχετισμός δυνάμεων

Πόσο καθοριστικές υπήρξαν οι κρίσεις στο Ιράν και την Τουρκία για την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου; Ακόμη κι αν θεωρηθεί υπερβολική η άποψη που τοποθετεί τις απαρχές της ψυχροπολεμικής περιόδου στην ένταση που δημιουργήθηκε μεταξύ των Δυτικών και των Σοβιετικών για τον έλεγχο των δύο μεσανατολικών χωρών, παραμένει γεγονός ότι η σοβιετική πολιτική στο Ιράν και την Τουρκία ενίσχυσε τα επιχειρήματα όσων υποστήριζαν ότι η Σοβιετική Ενωση αποτελούσε μια δομικά επεκτατική δύναμη που επεδίωκε την παγκόσμια κυριαρχία μέσω της επιβολής κομμουνιστικών καθεστώτων σε όλον τον κόσμο. Κυρίως, όμως, η υπαγωγή της Τουρκίας και του Ιράν στη δυτική σφαίρα επιρροής καθόρισε σε μεγάλο βαθμό τον συσχετισμό δυνάμεων σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη περιοχή: τις επόμενες δεκαετίες οι δύο χώρες μαζί με την Ελλάδα απετέλεσαν (σύμφωνα με τη δυτική φρασεολογία) το «βόρειο κρηπίδωμα» που συγκρατούσε την κομμουνιστική «πλημμυρίδα» προς τη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.