ΚΟΣΜΟΣ

Το ρωσικό σχέδιο για τα πυρηνικά του Ιράν

«Και η πιο μεγάλη πορεία στον κόσμο αρχίζει με ένα σταθερό βήμα προς τα εμπρός». Ασυνήθιστη για έναν εκπρόσωπο ισλαμικού καθεστώτος, η επίκληση του Μάο Τσετούνγκ από τον Ιρανό υπουργό Εξωτερικών, Αλι Ακμπάρ Σαλεχί, ήρθε να επιβεβαιώσει την υποστήριξη της Τεχεράνης σε μια διπλωματική πρωτοβουλία της Μόσχας, η οποία φιλοδοξεί να άρει το αδιέξοδο σχετικά με το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Εστω κι αν η αναφορά του κ. Σαλεχί στο απόφθεγμα του «μεγάλου τιμονιέρη» υποδηλώνει ότι η Τεχεράνη δεν βιάζεται και πολύ να επιλύσει το πρόβλημα.

Οπως εξήγησε ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ στη συνέντευξη Τύπου που παρέθεσε, μαζί με τον Ιρανό ομόλογό του, την περασμένη Τετάρτη στη Μόσχα, η Ρωσία προτείνει μια βήμα προς βήμα διαδικασία, βασισμένη στο δούναι και λαβείν: Σε κάθε βήμα της Τεχεράνης προς την κατεύθυνση της διαφάνειας αναφορικά με τον εμπλουτισμό ουρανίου -ζήτημα στο οποίο εστιάζονται οι υποψίες των μεγάλων δυτικών δυνάμεων- η διεθνής κοινότητα θα απαντά με σταδιακή άρση των κυρώσεων που έχουν επιβληθεί στο Ιράν. Επιμένοντας ότι το πυρηνικό της πρόγραμμα σκοπεύει αποκλειστικά στην παραγωγή ηλεκτρισμού και ραδιοϊσοτόπων για ιατρικές χρήσεις, η Τεχεράνη αρνούνταν μέχρι πρόσφατα να επιτρέψει τη διερεύνηση πιθανών στρατιωτικών εφαρμογών, υποστηρίζοντας ότι κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με ήκιστα συγκεκαλυμμένη κατασκοπεία.

Η ρωσική πρωτοβουλία δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Ο Σεργκέι Λαβρόφ πήρε το «πράσινο φως» από τον Μπαράκ Ομπάμα κατά τη συνάντηση των δύο ανδρών στην Ουάσιγκτον, τον Ιούλιο. Στη συνέχεια, ο επικεφαλής του ρωσικού Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, Νικολάι Πατρούσεφ, ταξίδεψε στην Τεχεράνη, όπου είχε μακρές συζητήσεις με τον Ιρανό πυρηνικό διαπραγματευτή Σαέντ Τζαλιλί και τον πρόεδρο της χώρας, Μαχμούντ Αχμεντινετζάντ, πάνω στις λεπτομέρειες της ρωσικής πρότασης. Η συγκρατημένη αποδοχή του σχεδίου που ανακοίνωσε ο Λαβρόφ τόσο από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ όσο και από την ιρανική κυβέρνηση δημιουργούν βάσιμες ελπίδες ότι πρόκειται για μια καλά σχεδιασμένη προσπάθεια και όχι για απλό διπλωματικό πυροτέχνημα.

Γεγονός είναι ότι η Ρωσία αντιπροσωπεύει αυτή τη στιγμή τη μόνη, από τις μεγάλες δυνάμεις, που μπορεί να λειτουργήσει ως έντιμος διαμεσολαβητής στο Ιρανικό. Γείτονας, εταίρος, προμηθευτής όπλων και πυρηνικής τεχνογνωσίας στο Ιράν, φρόντισε ωστόσο να κρατήσει διαύλους συνεννόησης και με την Αμερική – όταν, για παράδειγμα, ανέστειλε την πώληση πυραύλων S-300 και καθυστέρησε την αποπεράτωση του πυρηνικού εργοστασίου στην πόλη Μπουσχέρ. Ενέργειες που προκάλεσαν, πέρυσι, την μήνιν του Αχμεντινετζάντ, ο οποίος απείλησε ότι το Ιράν θα κατατάξει τη Ρωσία στη μαύρη λίστα των «ιστορικών εχθρών» του.

Η επιλογή της χρονικής στιγμής δεν θα μπορούσε να είναι επιτυχέστερη για την εκδήλωση της ρωσικής πρωτοβουλίας. Καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες προετοιμάζονται να αποσύρουν τον μεγαλύτερο όγκο των στρατευμάτων τους από το Ιράκ και βλέπουν να φθίνει η επιρροή τους στη Μέση Ανατολή, έχουν ισχυρούς λόγους να αναζητήσουν κάποια ανεκτή λύση στην ιρανική εκκρεμότητα. Από την πλευρά της, η Τεχεράνη βλέπει τον βασικό σύμμαχό της στον αραβικό κόσμο, το καθεστώς Ασαντ στη Συρία, να κλονίζεται από το κύμα των διαδηλώσεων, πράγμα που απειλεί να αποδυναμώσει και την υποστηριζόμενη από τις δύο χώρες σιιτική οργάνωση του Λιβάνου Χεζμπολάχ. Υπό αυτό το πρίσμα, η ιρανική θεοκρατία έχει λιγότερους λόγους να αισθάνεται ασφαλής και περισσότερους να βρει μια φόρμουλα συνύπαρξης με τη Δύση.

Το πόσο ασταθείς είναι οι ισορροπίες στη Μέση Ανατολή ανέλαβε να υπογραμμίσει με άκρως εμφαντικό τρόπο σε Δαμασκό και Τεχεράνη ο Ρώσος απεσταλμένος στο ΝΑΤΟ, Ντιμίτρι Ρογκόζιν. Σε πρόσφατη συνέντευξή του στην εφημερίδα «Ιζβέστια», ο Ρογκόζιν δήλωσε, ορθά-κοφτά, ότι «το ΝΑΤΟ προετοιμάζει στρατιωτική εκστρατεία εναντίον της Συρίας για να ανατρέψει το καθεστώς του προέδρου Μπασίρ αλ Ασαντ, με μακροπρόθεσμο στόχο να δημιουργήσει προγεφύρωμα για μια επίθεση εναντίον του Ιράν». Και προσέθεσε: «Αυτό θα ήταν το λογικό επακόλουθο των στρατιωτικών και προπαγανδιστικών επιχειρήσεων που οργάνωσαν ορισμένες δυτικές χώρες στη βόρεια Αφρική» (βλέπε Λιβύη). «Ο κλοιός γύρω από το Ιράν στενεύει».

Θα ήταν παρακινδυνευμένο να αποφανθεί κανείς σε τι ποσοστό παρόμοιες δηλώσεις απηχούν τις πραγματικές εκτιμήσεις του Κρεμλίνου και σε τι ποσοστό εξυπηρετούν τις ανάγκες της ψυχολογικής πίεσης απέναντι σε έναν δύσκολο γείτονα και εταίρο, όπως το Ιράν. Σε κάθε περίπτωση, είναι σαφές ότι η Ρωσία, με τα μεγάλα γεωστρατηγικά και οικονομικά συμφέροντα στην περιοχή, έχει κάθε λόγο να απεύχεται μια ανοιχτή κρίση, που θα δώσει τη δυνατότητα πολιτικής ή και στρατιωτικής παρέμβασης στις μεγάλες δυνάμεις της Δύσης. Υπό αυτό το πρίσμα, η πρωτοβουλία της για το Ιρανικό είναι απολύτως λογική και δικαιολογημένη.

Απομένει να αποδειχθεί ότι θα έχει καλύτερη τύχη από άλλες, ανάλογες πρωτοβουλίες -όπως της Ευρωπαϊκής Ενωσης το 2008 ή του διδύμου Ερντογάν και Λούλα το 2010- που ανακοινώθηκαν με τυμπανοκρουσίες, αλλά εξατμίστηκαν άδοξα, χωρίς να αφήσουν τίποτα πίσω τους.