ΚΟΣΜΟΣ

Ο λιμός θερίζει το Κέρας της Αφρικής

Η Αμίνα Ντακέι, 30 ετών, Σομαλή, περιμένει υπομονετικά έξω από το επισιτιστικό θεραπευτικό κέντρο των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στον καταυλισμό προσφύγων στο Λίμπεν της Αιθιοπίας, με ένα τρίχρονο, φανερά εξασθενημένο παιδί στην αγκαλιά. Η οικογένειά της χρειάστηκε δέκα μέρες για να καλύψει την απόσταση με τα πόδια από τα βάθη της Σομαλίας, και παρόλο που είχε πουλήσει και τις τελευταίες της κατσίκες για να αγοράσει λίγα τρόφιμα για το μακρύ ταξίδι, τα τρόφιμα δεν έφτασαν κι έτσι φτάνοντας στο Λίμπεν ένα από τα παιδιά της χρειάστηκε να εισαχθεί σε ένα από τα προγράμματα υποσιτισμού που λειτουργεί η οργάνωση στην περιοχή. Ο Βασίλης Τάκος, νοσηλευτής των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, μόλις επέστρεψε από το Λίμπεν, όπου εργάστηκε τους τελευταίους μήνες ως υπεύθυνος ιατρικής ομάδας για το «επείγον» της Σομαλίας. Αναφέρει πως περισσότερα από 10.000 παιδιά είναι εγγεγραμμένα αυτήν τη στιγμή στα προγράμματα στο Λίμπεν και η οργάνωση που παρεμβαίνει με προγράμματα εντατικής θεραπείας για οξύ υποσιτισμό επίσης στο εσωτερικό της Σομαλίας και στην Κένυα, διανέμει παράλληλα τρόφιμα (λάδι και αλεύρι) και στα υπόλοιπα μέλη των οικογενειών τους.

20χρονος πόλεμος

Τους τελευταίους μήνες, δεκάδες χιλιάδες Σομαλοί όπως η Αμίνα έχουν επιχειρήσει να επιβιώσουν από τη χειρότερη ξηρασία που έπληξε τη χώρα τα τελευταία χρόνια. Είδαν τις σοδειές τους να καταστρέφονται, τα ζώα τους να πεθαίνουν και τα παιδιά τους να αδυνατίζουν πριν αποφασίσουν να πουλήσουν τα τελευταία τους υπάρχοντα και να αναζητήσουν καταφύγιο στην πρωτεύουσα Μογκαντίσου ή στις γειτονικές χώρες. Ο εικοσάχρονος πόλεμος που πλήττει τη χώρα τους έχει κάνει την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας και στην ανθρωπιστική βοήθεια εξαιρετικά δυσχερή για μεγάλο αριθμό κατοίκων. Οταν αποφασίζουν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους είναι ήδη υποσιτισμένοι και το μακρύ ταξίδι επιδεινώνει ακόμη περισσότερο την κατάστασή τους. Αφήνουν τα πάντα πίσω και ταξιδεύουν ακόμη και 12 με 16 μέρες με τα πόδια για να φτάσουν στα σύνορα με πολύ λίγα τρόφιμα και νερό. Πολλά παιδιά αναγκάζονται να καλύψουν αποστάσεις έως και 600 χλμ. για να φτάσουν, καθώς οι γονείς τους είναι πολύ εξουθενωμένοι για να τα βοηθήσουν. Πολλά από αυτά δεν καταφέρνουν να φτάσουν ποτέ. Ο κ. Τάκος αφηγείται πως το φριχτότερο απ’ όλα είναι να βλέπεις τόσο μικρά παιδιά να έχουν το βλέμμα γέρου ή ζαρωμένα οπίσθια όπως του ελέφαντα -όλο δέρμα και κόκαλα- τυπικά γνωρίσματα του μαρασμού. «Αυτό που περισσότερο σου κάνει εντύπωση είναι ότι, παρά την απελπισία τους, τα παιδιά αυτά και οι γονείς τους διαθέτουν τόνους υπομονής για να αντέξουν τις καθυστερήσεις από τη στιγμή που θα φτάσουν στον προορισμό τους».

Η οργάνωση εκφράζει σοβαρές ανησυχίες για τις συνθήκες διαβίωσης στο εσωτερικό των καταυλισμών όπως ο Νταντάμπ στην Κένυα και το Ντόλο Αντο στην Αιθιοπία, καθώς και για τα εμπόδια που θέτει η γραφειοκρατία των τοπικών Αρχών και η ελλιπής υποστήριξη των δυτικών χωρών σε εκείνους που έχουν περισσότερη ανάγκη, με αποτέλεσμα η κατάστασή τους να επιδεινώνεται. «Η δουλειά μας πολύ συχνά γίνεται πάρα πολύ δύσκολη, ωστόσο το τι νιώθουμε εμείς δεν είναι τίποτα μπροστά σ’ αυτό που βιώνουν οι ίδιοι οι Σομαλοί. Εμείς σε λίγο καιρό θα γυρίσουμε στα σπίτια μας, εκείνοι όμως δεν έχουν πού να γυρίσουν. Οι εστίες τους και η ίδια η χώρα τους έχουν διαλυθεί». Πολλοί φορείς παραθέτουν εξωφρενικά νούμερα θυμάτων και κάνουν λόγο για «λιμό» που «εξαπλώνεται» σε όλο το Κέρας της Ανατολικής Αφρικής, σαν επιδημία. Ωστόσο, η γενική διευθύντρια των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην Ελλάδα, Ρεβέκκα Παπαδοπούλου, προειδοποιεί ότι η δραματοποιημένη, συχνά απλουστευτική και ασαφής περιγραφή της κατάστασης δεν βοηθά στην κατανόηση των πραγματικών λόγων που προκάλεσαν στην κρίση, άρα δυσχεραίνουν την επίλυσή της.

Η κρίση στη Σομαλία δεν είναι απλώς το αποτέλεσμα μιας φυσικής καταστροφής.

Παρά τις εκκλήσεις της επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάθριν Αστον, ότι οι κυβερνήσεις του κόσμου έχουν ηθική υποχρέωση να διοχετεύσουν νέα ανθρωπιστική βοήθεια στο Κέρας της Αφρικής και ειδικά στη Σομαλία, που δοκιμάζεται σοβαρότερα από όλες τις χώρες της περιοχής, η κατάσταση παραμένει αποκαρδιωτική. Οι ανάγκες ανέρχονται σε 2,4 δισ. δολάρια, σύμφωνα με το γραφείο του ΟΗΕ για τον Συντονισμό των Ανθρωπιστικών Υποθέσεων (OCHA), αλλά έχει καλυφθεί λίγο παραπάνω από το μισό ποσό. Στη Σομαλία τουλάχιστον 390.000 παιδιά κινδυνεύουν να πεθάνουν από υποσιτισμό. Ο ΟΗΕ εκτιμά ότι στη Σομαλία, όπου ο εμφύλιος μαίνεται από το 1991, η ανθρωπιστική κρίση είναι η χειρότερη σε όλο τον κόσμο.

Το μεγαλύτερο μέρος της ξένης βοήθειας προς τη Σομαλία προορίζεται για τη σίτιση, την υδροδότηση και τις εγκαταστάσεις υγιεινής σε προσφυγικό καταυλισμό στην Κένυα, στον οποίο έχουν καταφύγει Σομαλοί πρόσφυγες.

Περίθαλψη και διατροφική υποστήριξη

Η ξηρασία επηρέασε διαφορετικά την κάθε περιοχή της Σομαλίας και τις γειτονικές χώρες, σε συνάρτηση με πολλούς άλλους παράγοντες, όπως η πολιτική αστάθεια, οι συγκρούσεις παραστρατιωτικών ομάδων ή η αντιπαράθεση ανάμεσα στην, υποστηριζόμενη από τη Δύση, Προσωρινή Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση (ΤFG) και την Αl Shebaab. Σε αυτή την εξαιρετικά επισφαλή κατάσταση, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα «εντείνουμε τις προσπάθειές μας για να προσφέρουμε ανακούφιση στον σομαλικό πληθυσμό». Οπως επισημαίνει η κ. Ρεβέκκα Παπαδοπούλου, πρέπει να αποφύγουμε τις στείρες αναφορές σε αριθμούς και να δούμε σε ποιες περιοχές η κρίση είναι σοβαρότερη: σίγουρα στη νότια Σομαλία, όπου πράγματι η οργάνωση έχει εντοπίσει θυλάκους λιμού που απαιτούν επείγουσα αντιμετώπιση. Και βέβαια, ο υποσιτισμός δεν είναι το μόνο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι Σομαλοί πρόσφυγες. Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα παρέχουν ένα διευρυμένο φάσμα ιατρικής περίθαλψης, διότι για να λειτουργήσει η διατροφική υποστήριξη είναι απαραίτητες η προστασία από τις επιδημίες και η περίθαλψη από θανατηφόρες ασθένειες όπως η διάρροια. Εως τώρα η οργάνωση έχει περιθάλψει πάνω από 30.000 παιδιά, έχει αποστείλει πάνω από 80 τόνους ανθρωπιστικής βοήθειας (διατροφικά σκευάσματα και ιατροφαρμακευτικό υλικό) και έχει ενισχύσει τις ομάδες της που εργάζονται στη Σομαλία τα τελευταία είκοσι χρόνια.