ΚΟΣΜΟΣ

Το «Μακρύ Τηλεγράφημα» του 1946

Η λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και η απροσδόκητη ανάρρηση του Χάρι Τρούμαν, μετά τον θάνατο του Φραγκλίνου Ρούσβελτ, στο αξίωμα του προέδρου των ΗΠΑ το 1945 είχαν αφήσει μετέωρο ένα μείζον ζητούμενο του καπιταλιστικού στρατοπέδου: τη συγκρότηση μιας συνεκτικής πολιτικής και στρατηγικής πρότασης περί της διαμόρφωσης του μεταπολεμικού κόσμου. Ηδη, από τα μέσα του 1945 οι σχετικά σταθερές σχέσεις των ΗΠΑ με την ΕΣΣΔ είχαν αρχίσει να επιδεινώνονται ραγδαία, κυρίως λόγω των σοβιετικών εδαφικών αξιώσεων στην Ανατολική Ευρώπη, ενώ στις αρχές του 1946 ο Στάλιν, σε ομιλία του, είχε εκφράσει την άποψη ότι η σύγκρουση ανάμεσα στον κομμουνιστικό και στον καπιταλιστικό κόσμο ήταν αναπόφευκτη. Στους κόλπους της αμερικανικής κυβέρνησης άρχισε σταδιακά να διαμορφώνεται μια αντίληψη περί σοβιετικού επεκτατισμού, ο οποίος είχε ως απώτερο στόχο την παγκόσμια επικράτηση του κομμουνισμού.

Χάσιμο χρόνου κάθε προσπάθεια για ουσιαστική προσέγγιση

Η στρατηγική της «ανάσχεσης» (containment), αφορούσε τη χρήση πολιτικών, στρατιωτικών, οικονομικών, διπλωματικών και πολιτιστικών μέσων για τον περιορισμό της διεθνούς κομμουνιστικής επέκτασης, και αποτέλεσε το υπόβαθρο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής καθ’ όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Οι βάσεις της πολιτικής αυτής τέθηκαν στις αρχές του 1946 με το «Μακρύ Τηλεγράφημα» («Long Telegram») που απέστειλε από τη Μόσχα ο Αμερικανός διπλωμάτης Τζωρτζ Κένναν, σε απάντηση ερωτήματος του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, το οποίο αφορούσε τα κίνητρα πίσω από την άρνηση των Σοβιετικών να αποδεχθούν τους θεσμούς της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Το «Μακρύ Τηλεγράφημα» που αριθμούσε περίπου γύρω στις οκτώ χιλιάδες λέξεις, έφτασε στην Ουάσιγκτον στις 22 Φεβρουαρίου του 1946. Θεμελιώδης στόχος του Κένναν ήταν να αντικρούσει τις «ιδεαλιστικές» ιδέες που επικρατούσαν σε μεγάλο τμήμα της αμερικανικής κοινωνίας, σχετικά με τη δυνατότητα ειλικρινούς προσέγγισης με τη Σοβιετική Ενωση. Η ανάλυσή του επικεντρωνόταν σε τέσσερα βασικά ζητήματα: στις ιστορικές και ιδεολογικές παραμέτρους που είχαν διαμορφώσει τις σοβιετικές αντιλήψεις ως προς το μεταπολεμικό διεθνές σύστημα, στα κίνητρα της σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής, στους τρόπους με τους οποίους η ΕΣΣΔ σκόπευε να εφαρμόσει την πολιτική της, και στις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις που αυτή θα είχε για τις ΗΠΑ.

Ο Κένναν διατεινόταν πως ήταν χάσιμο χρόνου η οποιαδήποτε προσπάθεια για ουσιαστική προσέγγιση με ένα καθεστώς, το οποίο αναζητούσε εξωτερικούς εχθρούς για να νομιμοποιήσει την εξουσία του και, κατά βάση, λειτουργούσε με γνώμονα την ωμή «λογική» της ισχύος στις διπλωματικές του σχέσεις. Βασική αιτία της εχθρότητας των Σοβιετικών ηγετών προς τον έξω κόσμο ήταν η ανασφάλειά τους, η οποία με τη σειρά της οφειλόταν στην, έως πρόσφατα, αμιγώς αγροτική κοινωνικοοικονομική διάρθρωση της ρωσικής κοινωνίας και στον φόβο της επαφής με την οικονομικά και κοινωνικά ανώτερη Δύση. Η αδυναμία των Σοβιετικών να συγκριθούν με τα πολιτικά συστήματα των δυτικών κρατών αποκρυπτόταν με την μαρξιστική-λενινιστική ιδεολογία, η οποία λειτουργούσε ως δικαιολογία για τον «ενστικτώδη σοβιετικό φόβο του εξωτερικού κόσμου». Με άλλα λόγια, ο Αμερικανός διπλωμάτης υποβάθμιζε τον ρόλο της κομμουνιστικής ιδεολογίας, η οποία αποτελούσε μια «εκλογίκευση» των φοβικών συνδρόμων της σοβιετικής ηγεσίας.

Ο Κένναν υποστήριζε ότι η πολιτική της ΕΣΣΔ στόχευε κυρίως στην αύξηση της σοβιετικής ισχύος με κάθε μέσο και στην υπονόμευση του συνόλου του πολιτισμικού οικοδομήματος του δυτικού κόσμου μέσω της εκμετάλλευσης των ενδογενών αντιφάσεων του καπιταλιστικού συστήματος. Επιπλέον, με αφυπνιστική γλώσσα, τόνιζε ότι οι ΗΠΑ είχαν να αντιμετωπίσουν μια χώρα, της οποίας η ηγεσία πίστευε πως ήταν απαραίτητο «η εσωτερική αρμονία της κοινωνίας μας να διαταραχθεί, ο παραδοσιακός τρόπος ζωής μας να καταστραφεί […] ώστε να διαφυλαχθεί η σοβιετική ισχύς». Υπό αυτές τις συνθήκες, το κύριο μέλημα της αμερικανικής «υψηλής» στρατηγικής έπρεπε να είναι η ανάσχεση του σοβιετικού επεκτατισμού.

Τα μέσα για την αντιμετώπιση του κομμουνιστικού κόσμου

Την ίδια στιγμή, ωστόσο, ο Αμερικανός διπλωμάτης ισχυριζόταν ότι η ΕΣΣΔ δεν αποτελούσε θανάσιμο κίνδυνο για τον δυτικό κόσμο καθώς είχε ήδη υπερεκτείνει (overextend) τις δυνάμεις της σε τέτοιο βαθμό για να ανταποκριθεί στα νέα διεθνή δεδομένα, ώστε βρισκόταν σε εσωτερική κρίση. Μάλιστα, κατά τον Κένναν, οι στόχοι των Σοβιετικών στην ευρωπαϊκή ήπειρο ήταν αμιγώς πολιτικοί και όχι στρατιωτικοί. Δεν ενδιαφέρονταν, δηλαδή, για τη στρατιωτική κατάκτηση της Ευρώπης αλλά για την εγκαθίδρυση μιας περιοχής έμμεσου ελέγχου που θα τους έδινε ισχύ, αλλά όχι ευθύνες. Υπό αυτή την προοπτική, ο Κένναν διατεινόταν πως αν η σοβιετική ηγεσία ερχόταν αντιμέτωπη με συνεχείς αποτυχίες στις εξωτερικές της σχέσεις, με τον καιρό θα μάθαινε από την εμπειρία της και θα αναγκαζόταν να μετριάσει την επιθετικότητά της. Συνεπώς, το έργο της αμερικανικής διπλωματίας ήταν να διασφαλίσει ότι οι προσπάθειες της Μόσχας να διευρύνει την παγκόσμια επιρροή της θα αποτύγχαναν, γεγονός που θα επέφερε και τον μετριασμό της εχθρότητάς της προς τον έξω κόσμο.

Αυτό που ήταν ουσιώδες στη σκέψη του Κένναν, και αργότερα θα οδηγούσε στην αποστασιοποίησή του από την επίσημη αμερικανική πολιτική, αφορούσε τα μέσα για την αντιμετώπιση του κομμουνιστικού κόσμου. Ο Αμερικανός διπλωμάτης αποδεχόταν πως η στρατιωτική ισχύς αποτελούσε απολύτως απαραίτητο στοιχείο της διπλωματίας, αλλά θεωρούσε πως οι ΗΠΑ έπρεπε με κάθε θυσία να αποφύγουν τη στρατιωτικοποίηση της διαμάχης με την ΕΣΣΔ. Στην πραγματικότητα, η αντίληψή του για τη στρατηγική της ανάσχεσης εδραζόταν ακριβώς πάνω σε αυτή την προϋπόθεση. Κατά την άποψή του, ο περιορισμός της σοβιετικής απειλής όφειλε να περιοριστεί με δύο, κυρίως, τρόπους: με την ενίσχυση «αντισταθμιστικών» προς τη σοβιετική ισχύ κέντρων, τα οποία μέσω της οικονομικής βοήθειας των ΗΠΑ θα αναλάμβαναν μόνα τους την αντιμετώπιση του σοβιετικού κινδύνου· και με την ενίσχυση του εθνικισμού εντός του σοβιετικού συστήματος, το οποίο δεν θα μπορούσε να λύσει τις εσωτερικές του αντιφάσεις και να ανταποκριθεί ταυτόχρονα στις εξωτερικές πιέσεις.

Ο Κένναν συνέχισε να επεξεργάζεται και να αναπτύσσει τις ιδέες που είχε εκφράσει στο «Μακρύ Τηλεγράφημα» σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1940 ως επικεφαλής του νεοϊδρυθέντος Επιτελείου Πολιτικού Σχεδιασμού (Policy Planning Staff) του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών. Είναι ενδιαφέρον ότι, παρά το γεγονός ότι το «Μακρύ Τηλεγράφημα» θεωρείται η απαρχή της πολιτικής της «ανάσχεσης», ο Κένναν δεν έδωσε κανέναν ορισμό ούτε ανέλυσε σε βάθος αυτή την έννοια παρά μόνο έναν χρόνο αργότερα στο άρθρο του «The Sources of Soviet Conduct», που δημοσίευσε ανώνυμα στο περιοδικό Foreign Affairs. Οι αντιλήψεις που εξέφρασε στο «Μακρύ Τηλεγράφημα» αποτέλεσαν σε γενικές γραμμές το ιδεολογικό πλαίσιο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής σε όλη την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου.

Βραχυπρόθεσμη επίδραση

Από την άλλη πλευρά, η επίδραση των ιδεών του Αμερικανού διπλωμάτη πάνω στην «πραγματική» πολιτική των ΗΠΑ υπήρξε μόνον βραχυπρόθεσμη και έφτασε στην κορύφωσή της με την εξαγγελία του Δόγματος Τρούμαν και του Σχεδίου Μάρσαλ. Ομως, ήδη από το 1948, θεμελιώδεις αντιλήψεις του όπως η δημιουργία μιας ενοποιημένης Δυτικής Ευρώπης ως αντίβαρο στη σοβιετική ηγεμονία, η μη στρατιωτικοποίηση του δυτικού κόσμου (υπήρξε σφοδρός πολέμιος της δημιουργίας του ΝΑΤΟ) και η έμφαση στην οικονομική και πολιτισμική ανάπτυξη της Δύσης ως μέσων για την άσκηση πίεσης προς τον κομμουνιστικό κόσμο άρχισαν να αγνοούνται πρώτα από τον νέο υπουργό Εξωτερικών Ντην Ατσεσον και τέλος από τον ίδιο τον πρόεδρο Τρούμαν.

Τελικώς, είναι ενδιαφέρον να διερωτηθούμε αν το «Μακρύ Τηλεγράφημα» επέδρασε ριζικά στην αμερικανική πολιτική ή εάν η ηγεσία των ΗΠΑ είχε ήδη διαμορφώσει νωρίτερα ανάλογες αντιλήψεις. Ισως το «Τηλεγράφημα» να παραδόθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση Τρούμαν είχε αρχίσει να φοβάται τον κομμουνισμό και το κείμενο του Κένναν να της πρόσφερε τη διανοητική και εννοιολογική στήριξη που χρειαζόταν. Σε κάθε περίπτωση, παρόλο που το «Μακρύ Τηλεγράφημα» δεν προέβλεψε τον Ψυχρό Πόλεμο και την πορεία που αυτός ακολούθησε, βοήθησε ουσιαστικά στη σύλληψη και την άσκηση μιας νέας αμερικανικής πολιτικής προς την ΕΣΣΔ και τον κομμουνιστικό κόσμο.

* Ο κ. Λυκούργος Κουρκουβέλας είναι διδάκτωρ Νεότερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.