ΚΟΣΜΟΣ

Ο Α΄ Πόλεμος της Ινδοκίνας

Μελετώντας την κλιμάκωση της σύγκρουσης στο Βιετνάμ, οι περισσότεροι ιστορικοί έχουν την τάση να εστιάζουν στη δεκαετία του 1960, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες έκαναν μια σειρά από δραματικά βήματα, προκειμένου να τηρήσουν τη δέσμευσή τους να υπερασπιστούν τους συμμάχους τους Νοτιοβιετναμέζους ενάντια στις κομμουνιστικές επιδρομές. Λιγότερο εκτεταμένα έχει εξεταστεί η περίοδος αμέσως μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τότε που έμπαιναν τα θεμέλια της αμερικανικής ανάμειξης στη σύγκρουση του Βιετνάμ.

Η πρώτη σύγκρουση της Ινδοκίνας άρχισε το φθινόπωρο του 1945, σύντομα αφότου οι ένοπλες δυνάμεις της Αυτοκρατορικής Ιαπωνίας παραιτήθηκαν του ελέγχου τους επί των κατεχόμενων εδαφών τους στη Νοτιοανατολική Ασία. Μια σειρά από τοπικούς, περιφερειακούς και διεθνείς παράγοντες οδήγησαν στο ξέσπασμα της σύγκρουσης. Στο τοπικό επίπεδο, οι Βιετναμέζοι εθνικιστές, ή Βιετ Μινχ, υπό την ηγεσία του Χο Τσι Μινχ, διακήρυξαν την ανεξαρτησία τους από τους Γάλλους, οι οποίοι είχαν κάνει την Ινδοκίνα αποικία τους στα τέλη του 19ου αιώνα, αλλά είχαν απολέσει τον έλεγχο επί της υπερπόντιας αυτοκρατορίας τους κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Πολλοί από τους στρατιώτες των Βιετ Μινχ προέρχονταν από το Κομμουνιστικό Κόμμα Ινδοκίνας, το οποίο είχε αποκτήσει ευρεία δημοτικότητα κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1930. Ωστόσο, υπό το γαλλικό καθεστώς, τα κινήματα ανεξαρτησίας είχαν συνθλιβεί ανηλεώς από τις αποικιακές αρχές. Μόνο αφού η Ιαπωνία κατέλαβε την Ινδοκίνα το 1940-41, μπορούσαν οι εθνικιστές να έχουν κάποια ελπίδα να ανατρέψουν την αποικιακή κυβέρνηση.

Οι Ιάπωνες προωθούσαν με ζέση την ιδέα δημιουργίας μιας «Ευρύτερης Σφαίρας Συν-Ευημερίας στην Ανατολική Ασία», στο πλαίσιο της οποίας οι μάζες θα ενώνονταν στην προσπάθειά τους να ξεριζώσουν τον ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό. Η ανάπτυξη του βιετναμέζικου εθνικισμού κατέστη δυνατή επειδή οι Ιάπωνες δεν περιόριζαν τη δραστηριότητα των κομμουνιστών στον ίδιο βαθμό που την περιόριζαν οι Γάλλοι. Τον Ιούνιο του 1941, ο Χο Τσι Μινχ σχεδίασε μια στρατηγική ενωμένης λαϊκής επανάστασης για τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου βιετναμέζικου κράτους. Η ήττα των συμμαχικών δυνάμεων από τις δυνάμεις της Αυτοκρατορικής Ιαπωνίας κατά τη διάρκεια των πρώτων φάσεων του Πολέμου στον Ειρηνικό έθεσε υπό περαιτέρω αμφισβήτηση την ικανότητα των δυτικών δυνάμεων να διατηρήσουν την κυριαρχία τους στην Ασία. Στο τέλος, η αντίδραση στην ιαπωνική εξουσία οδήγησε στη συγκρότηση οργανωμένων ομάδων αντίστασης, οι οποίες αργότερα θα αποτελούσαν την αιχμή του δόρατος στην εκστρατεία κατά της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας, και μέχρι το 1944, οι Βιετ Μινχ είχαν δημιουργήσει μια ισχυρή βάση υποστήριξης.

Τον Αύγουστο του 1945, σύντομα αφότου οι Ιάπωνες ανακοίνωσαν την παράδοσή τους, δυνάμεις των Βιετ Μινχ κατέλαβαν όλα τα σημαντικά κυβερνητικά κτίρια στο Ανόι, με παρόμοια περιστατικά να επαναλαμβάνονται σε άλλες καίριες πόλεις, της Χουέ περιλαμβανομένης. Οι Γάλλοι ήταν προετοιμασμένοι να κάνουν χρήση κατασταλτικών μέτρων για να καταπνίξουν τους Βιετ Μινχ. Ο κύριος λόγος ήταν ότι πολλοί πολιτικοί στο Παρίσι ένιωθαν πως έπρεπε να εκδικηθούν για την ταπείνωση που είχε υποστεί η χώρα τους κατά τη γερμανική κατοχή, η οποία είχε αφήσει μια βαθιά πληγή στην εθνική συνείδηση. Προκειμένου να το πετύχει αυτό, η Γαλλία έπρεπε να διεκδικήσει εκ νέου το στάτους της ως μια Μεγάλη Δύναμη μέσω της ανοικοδόμησης της υπερπόντιας αυτοκρατορίας της.

Ο φόβος της κομμουνιστικής εξάπλωσης

Της μεταπολεμικής συμμαχικής κατοχής του Βιετνάμ ηγούντο οι βρετανικές δυνάμεις, υπό τη διοίκηση του υποστράτηγου Ντάγκλας Γκρέισι. Η Βρετανία ήταν αποφασισμένη να επαναφέρει την αποικιακή διοίκηση, και στήριζε την προσπάθεια της Γαλλίας να ανακτήσει τα εδάφη της στην Ινδοκίνα. Τον Μάρτιο του 1946, ιδρύθηκε η Γαλλική Ενωση, και η αποικιακή κυβέρνηση αναγνώρισε τη Λαϊκή Δημοκρατία του Βιετνάμ. Η συμφωνία, ωστόσο, δεν κράτησε για πολύ, καθώς οι Βιετ Μινχ απαιτούσαν την πλήρη αποχώρηση των ξένων δυνάμεων. Στον Βορρά, ξέσπασε η βία όταν οι Βιετ Μινχ αρνήθηκαν να συνεργαστούν με τους αποικιακούς υπαλλήλους. Ο Χο Τσι Μινχ διέταξε τα στρατεύματά του, υπό τη διοίκηση του στρατηγού Γκιαπ, να προετοιμαστούν για πόλεμο. Οι Γάλλοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια δύσκολη κατάσταση, καθώς δεν διέθεταν επαρκή στρατεύματα στην Ινδοκίνα για να συνθλίψουν την εξέγερση.

Αυτό που άρχισε ως ένα κίνημα ανεξαρτησίας κατά της γαλλικής αποικιακής εξουσίας στην Ινδοκίνα γρήγορα έγινε ένα ζήτημα που ανησυχούσε έντονα τις ηγέτιδες δυνάμεις του κόσμου, περιλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών. Η Αμερική θεωρούσε τη Νοτιοανατολική Ασία ζωτική για τα συμφέροντά της στον τομέα της εθνικής ασφάλειας. Η περιοχή διέθετε σημαντικές πηγές πρώτων υλών, καθώς και εμπορικές αγορές απαραίτητες για την ανοικοδόμηση των διαλυμένων από τον πόλεμο οικονομιών των συμμάχων της Αμερικής, περιλαμβανομένης της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας. Επιπλέον, η Ιαπωνία, η οποία εξελισσόταν σε σημαντικό σύμμαχο των ΗΠΑ στον αγώνα τους κατά του κομμουνισμού, ήταν σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από τη Νοτιοανατολική Ασία για την οικονομική της ανάκαμψη. Μια κομμουνιστική νίκη στην περιοχή, κατά πάσα πιθανότητα θα εξανάγκαζε τους Ιάπωνες να έρθουν σε συμβιβασμό με τη Σοβιετική Ενωση και την Κίνα, υπονομεύοντας έτσι την παρουσία της Αμερικής στην Ανατολική Ασία και τον Ειρηνικό. Στο διεθνές επίπεδο, οι διαμορφωτές πολιτικής στην Ουάσιγκτον πείστηκαν ότι ο κύριος αντίπαλός τους, η ΕΣΣΔ, ήταν αποφασισμένη να προβεί σε περαιτέρω επιδρομές στην Ευρώπη και την Ασία, είτε χρησιμοποιώντας στρατιωτική ισχύ για να κατακτήσει εδάφη, ή το πιθανότερο, υποστηρίζοντας κομμουνιστικά στοιχεία, φέρνοντας με αυτόν τον τρόπο μεγάλα κομμάτια της ευρασιατικής χερσαίας μάζας υπό την επιρροή της.

Αρχικά, οι ΗΠΑ είχαν μια διφορούμενη άποψη για την κατάσταση στην Ινδοκίνα. Από τη μία, η Ουάσιγκτον ενεθάρρυνε τις ευρωπαϊκές δυνάμεις να παραιτηθούν από τις αυτοκρατορίες τους, και να παραχωρήσουν ανεξαρτησία στους αποικιακούς τους υποτελείς. Ωστόσο, σε περιοχές όπου εθνικιστικά κινήματα παρουσίαζαν κομμουνιστικές τάσεις, οι Αμερικανοί έτειναν να υποστηρίζουν τους Ευρωπαίους συμμάχους τους. Η εξάπλωση του κομμουνισμού στην Ασία φαινόταν να εξελίσσεται σε έναν πραγματικό και παρόντα κίνδυνο μετά το 1949, όταν το κομμουνιστικό κόμμα του Μάο Τσε Τουνγκ πήρε την εξουσία στην Κίνα. Ενα μνημόνιο από το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, το NSC-48, προειδοποιούσε ότι η Νοτιοανατολική Ασία ήταν ο στόχος μιας συντονισμένης επίθεσης την οποία κατεύθυνε η ΕΣΣΔ. Η Μόσχα φερόταν ότι ήθελε να αποκτήσει τον έλεγχο των φυσικών πόρων και των θαλάσσιων οδών της περιοχής, στερώντας τες από τις ΗΠΑ. Μάλιστα, το NSC-48 ήταν το πρώτο έγγραφο που μιλούσε για τη «θεωρία του ντόμινο», η οποία όριζε ότι αν η Νοτιοανατολική Ασία έπεφτε στα χέρια των κομμουνιστών, αυτό θα έθετε τα αμερικανικά συμφέροντα παγκοσμίως σε σοβαρό κίνδυνο.

Στην πραγματικότητα, ούτε η ΕΣΣΔ ούτε η Κίνα επιθυμούσαν να εμπλακούν σε μεγάλο βαθμό στην Ινδοκίνα. Μολονότι η Μόσχα αναγνώρισε το καθεστώς του Χο Τσι Μινχ το 1950, το ενδιαφέρον της στη Νοτιοανατολική Ασία παρέμεινε μηδαμινό, και η διατήρηση του ελέγχου επί των κρατών-δορυφόρων της Ανατολικής Ευρώπης, περιλαμβανομένης της Πολωνίας και της Ουγγαρίας, την ανησυχούσε πολύ περισσότερο. Στο Πεκίνο, ο Μάο Τσε Τουνγκ και το κομμουνιστικό του κόμμα ήταν απορροφημένοι με την εδραίωση της ισχύος τους στο εσωτερικό μέτωπο, και εξαιτίας αυτού δεν ήταν σε θέση να κάνουν οτιδήποτε εκτός από το να στέλνουν περιορισμένη υλική και οικονομική βοήθεια στον Χο Τσι Μινχ. Οι Βιετναμέζοι εθνικιστές ήταν έτσι, ως επί το πλείστον, οικονομικά ανεξάρτητοι και δεν βασίζονταν σε εξωτερική βοήθεια. Παρ’ όλα αυτά, οι διαμορφωτές πολιτικής στις ΗΠΑ πείστηκαν ότι οι κομμουνιστικές δυνάμεις ήταν αποφασισμένες να αποκτήσουν ένα πάτημα στη Νοτιοανατολική Ασία, και να παρέχουν στήριξη στους Βιετ Μινχ. Ο αγώνας ενάντια στο αντάρτικο έγινε ένα βασικό μέλημα για την κυβέρνηση Τρούμαν.

Ταυτόχρονα, οι Ηνωμένες Πολιτείες δίσταζαν να εμπλακούν στρατιωτικά στη Νοτιοανατολική Ασία, κυρίως επειδή χρειάζονταν να μειώσουν τις υπερπόντιες δεσμεύσεις τους την επαύριο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και να επικεντρωθούν στην Ευρώπη, την οποία ανώτεροι υπάλληλοι στον τομέα της Αμυνας θεωρούσαν ως το εστιακό σημείο του εντεινόμενου Ψυχρού Πολέμου μεταξύ των δυτικών δημοκρατιών και του σοβιετικού μπλοκ. Γι’ αυτόν τον λόγο, η κυβέρνηση Τρούμαν αποφάσισε να ανασχέσει τους Βιετ Μινχ με το να προσφέρει πολιτική και οικονομική στήριξη στο υπό γαλλική αιγίδα καθεστώς, του οποίου ηγείτο ο αυτοκράτορας Μπάο Ντάι. Οι Αμερικανοί επίσης παρείχαν στρατιωτικό εξοπλισμό και αεροσκάφη στις γαλλικές δυνάμεις.

Συντριβή στο Ντιέν Μπιέν Φου

Δυστυχώς, η σύγκρουση έληξε με τους Γάλλους να ηττούνται στο Ντιέν Μπιέν Φου το 1954, και την επακόλουθη εξάλειψη της παρουσίας τους στην Ινδοκίνα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έγιναν το μόνο δυτικό κράτος που ήταν ικανό να παρέμβει στην περιοχή. Υπό τους όρους της Συμφωνίας της Γενεύης, ο 17ος παράλληλος καθιερώθηκε ως το σύνορο μεταξύ του κομμουνιστικού Βορείου Βιετνάμ και του φιλοδυτικού Νοτίου Βιετνάμ. Οι ΗΠΑ ανέλαβαν το καθήκον να εμποδίσουν περαιτέρω κομμουνιστικές επιδρομές στην Ινδοκίνα, αλλά την ίδια στιγμή, Αμερικανοί ανώτεροι υπάλληλοι στον τομέα της Αμυνας δίσταζαν να δεσμεύσουν στρατιωτικές δυνάμεις στην περιοχή. Ετσι ο στόχος ήταν να υποστυλώσουν το καθεστώς στη Σαϊγκόν μέσω της επέκτασης της πολιτικής και οικονομικής υποστήριξης, καθώς και της χρήσης Αμερικανών στρατιωτικών συμβούλων για να βοηθήσουν το Νότιο Βιετνάμ να αναπτύξει ένοπλες δυνάμεις, οι οποίες θα μπορούσαν να πολεμήσουν ενάντια στην κομμουνιστική επιθετικότητα. Η αποτυχία αυτής της τακτικής της οικοδόμησης κράτους, με τη σειρά της, άφησε τις ΗΠΑ με λίγες βιώσιμες εναλλακτικές λύσεις πέραν της ανάπτυξης των δικών τους δυνάμεων για να ανασχέσουν την εξάπλωση του κομμουνισμού στη Νοτιοανατολική Ασία. Ως εκ τούτου, η πρώτη σύγκρουση της Ινδοκίνας σηματοδότησε το πρώτο βήμα σε μια μακρά διαδικασία, κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες έμπλεξαν στο Βιετνάμ, η οποία τελικά αποκορυφώθηκε με την αποτυχία της Αμερικής να ανακόψει την εξάπλωση της κομμουνιστικής κυριαρχίας στην περιοχή.

* Ο κ. Douglas Ford διδάσκει Στρατιωτική Ιστορία στο Πανεπιστήμιο του Σάλφορντ.