ΚΟΣΜΟΣ

Ενα cd κλονίζει τις σχέσεις του Βερολίνου με τη Βέρνη

Τον προσεχή Ιανουάριο τίθεται σε ισχύ η διακρατική συμφωνία που συνήψαν Γερμανία και Ελβετία, σύμφωνα με την οποία θα μπορούν όλοι οι Γερμανοί φοροφυγάδες να νομιμοποιούν τις μαύρες καταθέσεις τους στην Ελβετία. Ωστόσο, η αγορά ενός CD με ονόματα φοροφυγάδων από το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, την οποία αποκάλυψε στις αρχές της εβδομάδας η εφημερίδα Financial Times Deutschland (FTD), θα μπορούσε να τορπιλίσει την προαναφερθείσα συμφωνία. Η υπόθεση, που αφορά σε στοιχεία πελατών της τράπεζας Coutts, θυγατρικής της Royal Bank of Sotland, προκάλεσε σάλο στη Γερμανία και την έντονη αντίδραση του υπουργού Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ο οποίος χαρακτήρισε μη ενδεδειγμένη πρακτική για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής τη συστηματική αγορά CD.

Η γερμανική εφημερίδα FTD είχε από τον περασμένο Νοέμβριο γράψει ότι είχαν προσφερθεί στις τοπικές αρχές του Ντίσελντορφ, την έδρα της κυβέρνησης του κρατιδίου, στοιχεία πελατών του παραρτήματος της τράπεζας Coutts στη Ζυρίχη. Μάλιστα, το περιοδικό Der Spiegel δεν απέκλεισε στο σχετικό ρεπορτάζ του να ακολουθήσουν και άλλες παρόμοιες αγορές, αφού ήδη εξετάζονται άλλα δύο πακέτα με στοιχεία φοροφυγάδων. Παράλληλα, το περιοδικό διατύπωσε την εικασία ότι είναι πιθανόν η διακρατική συμφωνία να καταψηφιστεί από το Μπούντεσρατ, τη γερμανική Κάτω Βουλή, που αποτελείται από εκπροσώπους των επιμέρους κρατιδίων και στο οποίο ο κυβερνητικός συνασπισμός της Αγκελα Μέρκελ δεν κατέχει πλέον την πλειοψηφία.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες του γερμανικού Τύπου, στα CD που εξασφάλισε η Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία καταβάλλοντας 3,5 εκατ. ευρώ, φιγουράρουν τα ονόματα περίπου 1.000 ευκατάστατων Γερμανών και εικάζεται πως η φοροδιαφυγή ανέρχεται σε δυσθεώρητα ύψη. Με την αγορά των νέων αυτών στοιχείων, όμως, υπονομεύεται από το κρατίδιο, το οποίο σημειωτέον κυβερνάται από τους σοσιαλδημοκράτες, η συμφωνία Βέρνης-Βερολίνου, που κανονικά τίθεται σε ισχύ τον Ιανουάριο του 2013. Το κείμενο της συμφωνίας θέτει ως όρο για την εφαρμογή της την αποχή από τέτοιου είδους αγορές εκ μέρους της Γερμανίας. Ελβετικά ΜΜΕ σχολίαζαν ότι, αν ακολουθήσουν και άλλες ανάλογες αγοραπωλησίες, η Βέρνη θα προσβάλει τη συμφωνία. Δεν είναι τυχαία άλλωστε η οργισμένη αντίδραση του Σόιμπλε, ο οποίος είπε στη Bild: «Τυχαίες αγορές CD αποτελούν ένα δεκανίκι βοήθειας και όχι μία αποτελεσματική πρακτική για την ικανοποιητική φορολόγηση». Εσπευσε δε να διευκρινίσει ότι μόνο η διακρατική συμφωνία συνιστά μια μακροπρόθεσμη λύση του προβλήματος της ανεπαρκούς φορολόγησης Γερμανών φορολογουμένων με καταθέσεις στην Ελβετία».

Η συμφωνία προβλέπει αναδρομική φορολόγηση μαύρων χρημάτων, που έχουν μεταφερθεί παράνομα στην Ελβετία (με την καταβολή ενός προστίμου 21-41%) με αντάλλαγμα την ασυλία και ανωνυμία των καταθετών. Η αγορά CD καθίσταται έτσι περιττή και μη επιθυμητή. Ωστόσο, η αντιπολίτευση στη Γερμανία, σοσιαλδημοκράτες και Πράσινοι, θεωρεί υπερβολικά επιεική την τιμωρία των φοροφυγάδων, συνεπώς κρίνει ανεπαρκή τη συμφωνία στο πλαίσιο της εκστρατείας κατά της φοροδιαφυγής.

Με την αγορά των στοιχείων το σοσιαλδημοκρατικό κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας επιθυμεί να δείξει στην Ελβετία ότι δεν πρόκειται να υποκύψει στις πιέσεις της. Υπενθυμίζεται πως τον Μάρτιο του 2012 η ομοσπονδιακή εισαγγελία στη Βέρνη είχε εκδώσει εντάλματα σύλληψης εις βάρος τριών υπαλλήλων από το Βούπερταλ και το Ντίσελντορφ, οι οποίοι είχαν συμμετάσχει στην απόκτηση τέτοιων CD από την ελβετική Credit Suisse. Η Ελβετία κατηγορεί τους τρεις για παραβίαση του τραπεζικού απορρήτου και συνδρομή σε οικονομική κατασκοπεία. Εναντι 2,5 εκατ. ευρώ το ίδιο κρατίδιο είχε αγοράσει τότε τα στοιχεία 1.107 Γερμανών πελατών. Εκατοντάδες αγωγές για φοροδιαφυγή είχαν κατατεθεί τότε ακόμη και εναντίον συνεργατών της ελβετικής τράπεζας, που κατηγορήθηκαν για συνέργεια σε φοροδιαφυγή.

Η πρώτη αποκάλυψη με τίμημα 4,2 εκατ.

Η αγορά cd με ονόματα καταθετών σε ελβετικές τράπεζες ήρθε για πρώτη φορά στην επιφάνεια το 2008, όταν οι γερμανικές μυστικές υπηρεσίες έδωσαν σε έναν πληροφοριοδότη 4,2 εκατ. ευρώ για να πληροφορηθούν τα ονόματα 1.000 φοροφυγάδων. Οπως είχε γράψει τότε η «Γουόλ Στριτ Τζέρναλ», ένας πρώην υπάλληλος στην τράπεζα του Λιχτενστάιν LGT, ο Χάινριχ Κίμπερ, όργωνε επί 18 μήνες την υφήλιο, επιχειρώντας να πουλήσει το πολύτιμο cd. Προτού μάλιστα καταλήξει στη Γερμανία είχε κάνει κι ένα πέρασμα από τις ΗΠΑ, οι οποίες όμως δεν έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα στοιχεία του. Αντίθετα, οι αρχές της Γερμανίας εκτίμησαν ότι τα 4,2 εκατ. ευρώ που διεκδικούσε ο Κίμπερ ήταν μάλλον μικρό ποσό σε σχέση με τα διαφυγόντα φορολογικά κέρδη, τα οποία θα μπορούσαν να επιστρέψουν στα δημόσια ταμεία. Μεταξύ των μεγαλοκαταθετών συγκαταλεγόταν και το όνομα του επικεφαλής των γερμανικών ταχυδρομείων, Κλάους Τσουμβίνκελ. Για την ιστορία, ο Κίμπερ κατέφυγε στην Αυστραλία. Πάντως, η αποσιώπηση του ονόματός του αποδείχθηκε αδύνατη.