ΚΟΣΜΟΣ

Αλλαγή στάσης για δύο λόγους

Την περασμένη Τετάρτη, όλες οι χώρες της Ε.Ε. που βρίσκονται σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος και δεν θα πετύχουν τους δημοσιονομικούς τους στόχους, έλαβαν παράταση από την Κομισιόν και έτσι δεν θα υποχρεωθούν να λάβουν νέα μέτρα. Αυτή η έξαρση «δημοσιονομικής επιείκειας» δεν θα ήταν εφικτή εάν δεν είχε προηγηθεί η διακριτική μεν, αλλά οπωσδήποτε ορατή, στροφή του Βερολίνου.

Η αλλαγή στάσης οφείλεται τόσο σε επικοινωνιακούς όσο και σε οικονομικούς λόγους. Πρώτον, στελέχη της γερμανικής κυβέρνησης έχουν θορυβηθεί από την εικόνα της χώρας τους στη νότια Ευρώπη. Οι εικόνες διαδηλωτών με σβάστικες και η απεικόνιση της καγκελαρίου ως μετενσάρκωση του Χίτλερ έχει προκαλέσει πραγματικό σοκ, το οποίο είναι δύσκολο να αντιληφθούν όσοι δεν ζουν στη Γερμανία. «Μια ολόκληρη γενιά είχε ξεχάσει τον Πόλεμο. Δεν περίμεναν σε καμία περίπτωση ότι θα τους παρομοιάζουν σήμερα με ναζί», μας εξηγεί κορυφαίος ξένος διπλωμάτης στις Βρυξέλλες. Παρά το γεγονός ότι η γερμανική κυβέρνηση αποδέχθηκε για μεγάλο διάστημα συνειδητά τον ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου, η συναίνεση που φαίνεται να διαμορφώνεται πλέον στο Βερολίνο θα μπορούσε να συνοψιστεί στη φράση: «Ως εδώ!». Το Βερολίνο μάλιστα μετά βίας κρύβει την έντονη ενόχλησή του για τη συνειδητή προσπάθεια, όπως θεωρεί, της Κομισιόν και της Γαλλίας να επιρρίψουν την αποκλειστική ευθύνη για τη σημερινή κατάσταση της Ευρώπης στη Γερμανία.

Το ζήτημα δεν είναι μόνον επικοινωνιακό. Η δαιμονοποίηση της καγκελαρίου βλάπτει και τα γερμανικά συμφέροντα: παρά τη δραματική κατάσταση που επικρατεί σε συγκεκριμένες χώρες της Ευρωζώνης, άπαντες στις Βρυξέλλες συμφωνούν ότι η συστημική κρίση υποχωρεί. Ως εκ τούτου, η Γερμανία θεωρεί ότι η κακή της εικόνα θα επηρεάσει αρνητικά τη θέση που θα έχει στην Ευρωζώνη «της επόμενης μέρας». Υπό αυτό το πρίσμα, η «συμπάθεια» (empathy) προς τις χώρες του Νότου είναι όρος που χρησιμοποιείται όλο και πιο συχνά από Γερμανούς αξιωματούχους στις συζητήσεις με Ευρωπαίους εταίρους τους. Εξάλλου, η δημιουργία συμμαχιών –ακόμη και με τον Νότο– εντάσσεται και στη γενικότερη προσπάθεια του Βερολίνου να δημιουργήσει μέτωπο απέναντι στην «ανίκανη να συμμορφωθεί με τις επιταγές της ανταγωνιστικότητας και της παγκοσμιοποίησης» Γαλλία.

Επιπλέον, η αλλαγή στάσης του Βερολίνου υπαγορεύεται και από οικονομικούς λόγους. Πέρα από το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος της προσαρμογής έχει επιτευχθεί (από 7%, περίπου, που ήταν το έλλειμμα της Ευρωζώνης το 2010, θα κλείσει κοντά στο 3% το 2013), στη Γερμανία έχουν συνειδητοποιήσει ότι υπάρχουν «κόκκινες γραμμές» στο πόσο μπορεί να «κόψει» κανείς. Και αυτές τις κόκκινες γραμμές τις έχουμε πλέον αγγίξει. Περαιτέρω πίεση θα ήταν οικονομικά αντιπαραγωγική και κοινωνικά επικίνδυνη.

Τι σημαίνουν όλα αυτά όμως πρακτικά; Πρώτον, οι παροικούντες το Βερολίνο και τις Βρυξέλλες προειδοποιούν πως δεν πρέπει να περιμένουμε «θαύματα», αλλά μόνο μικρά βήματα. Η προσπάθεια να καταστούν οι ευρωπαϊκές οικονομίες ανταγωνιστικές διεθνώς, θα διαρκέσει 20 χρόνια, εκτιμούν Γερμανοί αξιωματούχοι. Επίσης, η επιβράδυνση της δημοσιονομικής προσαρμογής δεν συνεπάγεται, προς το παρόν τουλάχιστον, και υιοθέτηση επεκτατικών πολιτικών. Παρ’ όλα αυτά, το αίτημα της αλλαγής νοοτροπίας δεν θα διατυπώνεται πλέον με τόσο έντονο ή και προσβλητικό τρόπο. Τέλος, το Βερολίνο δεν θα υπαγορεύει στο εξής μόνο «τι δεν μπορεί να γίνει», αλλά θα ρωτάει και τις χώρες του Νότου «τι μπορεί να γίνει», μέσα στο πλαίσιο βεβαίως του πολιτικώς εφικτού για την καγκελάριο. Αναγκαία, αλλά όχι από μόνη της ικανή, προϋπόθεση, για πιο ριζικά ανοίγματα προς τον Νότο, είναι η αλλαγή διδύμου στον κυβερνητικό συνασπισμό της Γερμανίας, μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου.