ΚΟΣΜΟΣ

Μήνυμα αδιαλλαξίας από τον Ντόναλντ Τραμπ

minyma-adiallaxias-apo-ton-ntonalnt-tramp-561087166

Παρά τις σφοδρές αντιδράσεις των Δημοκρατικών, που τον κατηγορούν για κατάχρηση εξουσίας, ο Ντόναλντ Τραμπ επιμένει να κινήσει το ταχύτερο δυνατόν η Γερουσία τη διαδικασία για την πλήρωση της θέσης του Ανωτάτου Δικαστηρίου που έμεινε κενή την περασμένη Παρασκευή με τον θάνατο της προοδευτικής δικαστού Ρουθ Μπέιντερ Γκίνσμπεργκ σε ηλικία 87 ετών.
Μιλώντας στο τηλεοπτικό δίκτυο Fox News, ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι σκοπεύει να ανακοινώσει την πρότασή του την ερχόμενη Παρασκευή ή Σάββατο, μετά τις επιμνημόσυνες τελετές προς τιμήν της Γκίνσμπεργκ. Προσέθεσε, δε, ότι έχει περιορίσει τη λίστα των υποψηφιοτήτων σε τέσσερα ή πέντε άτομα, «πιθανόν τέσσερα», όπως είπε. Νωρίτερα είχε προαναγγείλει ότι η αντικαταστάτρια της θανούσης θα είναι επίσης γυναίκα.

Μέλος του Ανωτάτου Δικαστηρίου από το 1993, η Ρουθ Μπέιντερ Γκίνσμπεργκ ήταν το πιο προοδευτικό μέλος του κορυφαίου δικαστικού θεσμού των Ηνωμένων Πολιτειών. Στην τετραετία του Ντόναλντ Τραμπ, η ελεγχόμενη από τους Ρεπουμπλικανούς Γερουσία ενέκρινε τον διορισμό δύο ανώτατων δικαστών που ο ίδιος είχε προτείνει, με αποτέλεσμα ο συσχετισμός να γείρει οριακά υπέρ των συντηρητικών (5-4). Εάν πετύχει στην προσπάθειά του να ορίσει την αντικαταστάτρια της Γκίνσμπεργκ, οι συντηρητικοί θα έχουν πλειοψηφία 6-3, γεγονός που θα μπορούσε να επηρεάσει κρίσιμες αποφάσεις του δικαστηρίου για σημαντικά κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, από τις αμβλώσεις και την οπλοκατοχή μέχρι την υγειονομική περίθαλψη και τα εκλογικά δικαιώματα. Επιπλέον, το Ανώτατο Δικαστήριο ενδέχεται να κληθεί να λάβει κρίσιμες αποφάσεις γύρω από την επικύρωση των αποτελεσμάτων των προεδρικών εκλογών εάν, όπως πολλοί αναμένουν, υπάρξει σειρά δικαστικών προσφυγών.

Οι Δημοκρατικοί κατηγορούν τους Ρεπουμπλικανούς για υποκρισία, θυμίζοντας ότι οκτώ μήνες πριν από τις εκλογές του 2016 αρνήθηκαν στον τότε πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα το δικαίωμα να προτείνει ανώτατο δικαστή, υποστηρίζοντας ότι το θέμα έπρεπε να λυθεί από το νέο Κογκρέσο και τον νέο πρόεδρο. Ωστόσο, ο ηγέτης των Ρεπουμπλικανών στη Γερουσία Μιτς Μακόνελ υποστηρίζει ότι, σε αντίθεση με το 2016, το ίδιο κόμμα (το Ρεπουμπλικανικό) ελέγχει αυτή τη φορά τον Λευκό Οίκο και τη Γερουσία και ότι ο πρόεδρος Τραμπ έχει ευκαιρία για νέα προεδρική θητεία.

Οι Ρεπουμπλικανοί διαθέτουν πλειοψηφία 53-47 στη Γερουσία, αλλά ήδη δύο εξ αυτών, η Λίζα Μαρκόφσκι από την Αλάσκα και η Σούζαν Κόλινς από το Μέιν, έχουν δηλώσει ότι αντιτίθενται στη διεξαγωγή ψηφοφορίας προ των προεδρικών εκλογών της 3ης Νοεμβρίου. Ανάλογη θέση αναμένεται να υιοθετήσει ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής της Γιούτα, Μιτ Ρόμνεϊ. Μιλώντας σε οπαδούς του στη Φιλαδέλφεια, ο Δημοκρατικός υποψήφιος για την προεδρία Τζο Μπάιντεν κατηγόρησε τον Τραμπ για «κατάχρηση εξουσίας» και ζήτησε από τους Ρεπουμπλικανούς της Γερουσίας «να εκπληρώσουν το συνταγματικό τους καθήκον» και να επιτρέψουν να πληρωθεί η κενή θέση του Ανωτάτου Δικαστηρίου μετά την εκλογή προέδρου και την ανανέωση της Γερουσίας, στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου.

Ρεπορτάζ αμερικανικών μέσων ενημέρωσης ανέφεραν ότι τις τελευταίες ημέρες της ζωής της, και ενώ υπέφερε από μεταστατικό καρκίνο του παγκρέατος, η Ρουθ Μπέιντερ Γκίνσμπεργκ εξέφρασε στην εγγονή της την επιθυμία να μην πληρωθεί η θέση της στο Ανώτατο Δικαστήριο παρά μόνο αφότου θα έχει ορκιστεί πρόεδρος των ΗΠΑ για την επόμενη τετραετία, τον Ιανουάριο. Ο Ντόναλντ Τραμπ αμφισβήτησε κατά πόσον κάτι τέτοιο όντως συνέβη, πιθανολογώντας ότι πρόκειται για σενάριο που διακινούν οι Δημοκρατικοί αντίπαλοί του – η πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων Νάνσι Πελόσι, ο επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Γερουσία Τσακ Σούμερ και ο βουλευτής Ανταμ Σιφ, ο οποίος ηγήθηκε των ερευνών στην αποτυχημένη προσπάθεια καθαίρεσης του προέδρου.

Φαβορί για την έδρα η Εϊμι Κόνι Μπάρετ

Οι γυναίκες ομοσπονδιακοί δικαστές Εϊμι Κόνι Μπάρετ, Μπάρμπαρα Λαγκόα και Αλισον Τζόουνς Ράσινγκ έχουν αναδειχθεί στην κορυφή του καταλόγου των πιθανότερων διαδόχων της έδρας της εκλιπούσης ανωτάτης δικαστού Ρουθ Μπέιντερ Γκίνσμπεργκ. Η Μπάρετ θεωρείται η επικρατέστερη, καθώς, όπως λέει πρώην στέλεχος της κυβέρνησης Τραμπ, «θα ήταν μια σημαντική προσθήκη για το δικαστήριο, τόσο σε διανοητικό όσο και σε επίπεδο ενσυναίσθησης. Η ευφυΐα και οι πνευματικές της ικανότητες είναι πασίγνωστες. Είναι ενδεικτικό αυτών των ταραγμένων καιρών του χάους, ότι οι αντιδράσεις στην υποψηφιότητά της βασίζονται μόνο στη ρωμαιοκαθολική πίστη της». Το ζήτημα της βαθιάς καθολικής πίστης της κ. Μπάρετ προβληματίζει τους επικριτές της υποψηφιότητάς της, που επισημαίνουν ότι μια αντίπαλος της άμβλωσης δεν μπορεί να πάρει αμερόληπτα αποφάσεις για το θέμα. Η Μπάρετ και ο πρώην ομοσπονδιακός εφέτης σύζυγός της έχουν επτά παιδιά, όλα κάτω των 20 ετών, συμπεριλαμβανομένων δύο υιοθετημένων από την Αϊτή και έναν μικρό γιο με σύνδρομο Ντάουν. Εάν επιλεγεί, η Εϊμι Μπάρετ θα γίνει, στα 48 της χρόνια, η νεότερη ανώτατη δικαστής, εξηγεί η εφημερίδα New York Times.

Η δικαστής Μπάρετ είχε γίνει εν μια νυκτί διάσημη στους συντηρητικούς κύκλους το 2017, όταν Δημοκρατικοί βουλευτές έθεσαν ερωτήσεις για τις θρησκευτικές της πεποιθήσεις και για το εάν αυτές θα επηρέαζαν το έργο της ως ομοσπονδιακής εφέτου, κατά τη διάρκεια της εξέτασης της υποψηφιότητάς της στην 7η περιφέρεια από την αρμόδια επιτροπή της Γερουσίας. Από τη μεριά της, η ομοσπονδιακή δικαστής Μπάρμπαρα Λαγκόα από τη Φλόριντα έχει εξασφαλίσει τον θαυμασμό στελεχών της κυβέρνησης Τραμπ με τη νομική της δεινότητα στο 11ο περιφερειακό εφετείο που καλύπτει την Αλαμπάμα, την Τζόρτζια και τη Φλόριντα, αλλά και χάρη στις συντηρητικές τοποθετήσεις της στο θέμα της θανατικής ποινής. Γεννημένη το 1982, η Λαγκόα θα μπορούσε να παραμείνει, στην έδρα που κατείχε η Γκίνσμπεργκ στο ανώτατο δικαστήριο, για πολλές δεκαετίες. Πολλοί στην κυβέρνηση Τραμπ υπολογίζουν επίσης ότι η ανάδειξή της στην έδρα θα ενίσχυε τα ποσοστά αποδοχής του Τραμπ μεταξύ των ισπανόφωνων ψηφοφόρων. Η, επίσης γεννημένη το 1982, ομοσπονδιακή εφέτης Ράσινγκ αποτελεί την προτίμηση των ευαγγελικών, σημαντική δεξαμενή ψήφων 
για τον Τραμπ.

Στον συναγωνισμό βρίσκεται επίσης ο ομοσπονδιακός εφέτης του Κεντάκι, Αμούλ Ταπάρ, προσωπική επιλογή του επικεφαλής της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας της Γερουσίας, Μιτς Μακόνελ.