ΗΠΑ

Εκλογές στη σκιά της Γκίνσμπεργκ

To φέρετρο με τη Ρουθ Μπέιντερ Γκίνσμπεργκ (στο βάθος διακρίνεται το πορτρέτο της) σκεπασμένο με την αστερόεσσα. (Φωτ. EPA / ANDREW HARNIK)

Η τελευταία επιθυμία της εμβληματικής για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ισότητα των δύο φύλων δικαστού Ρουθ Μπέιντερ Γκίνσμπεργκ (RBG) ήταν να μην επιλεγεί ο αντικαταστάτης της από τον απερχόμενο πρόεδρο των ΗΠΑ, αλλά να γίνει ο διορισμός για την πλήρωση της θέσης της στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ από τον ένοικο του Λευκού Οίκου που θα προκύψει από τις εκλογές του Νοεμβρίου. Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν άφησε κανένα περιθώριο αισιοδοξίας: λίγη ώρα μετά την ανακοίνωση του θανάτου της, απέρριψε το αίτημά της και αποκάλυψε ότι η αντικαταστάτριά της θα είναι γυναίκα. Σύσσωμο το ρεπουμπλικανικό κατεστημένο έσπευσε να συσπειρωθεί γύρω του με ελάχιστες εξαιρέσεις. Ακόμη και ο επικεφαλής της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας στη Γερουσία Μιτς Μακόνελ συμφώνησε ότι είναι θεμιτή η ενέργεια Τραμπ, αν και πριν από τέσσερα χρόνια ο ίδιος είχε εμποδίσει τον διορισμό του προοδευτικού δικαστή Μέρικ Γκάρλαντ στη θέση του υπερσυντηρητικού Αντονιν Σκαλία από τον τότε πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα, προκειμένου να μην ανατραπούν οι ισορροπίες στους κόλπους του Σώματος. 

«Σεβάσου την επιθυμία της», φώναξαν στον πρόεδρο συγκεντρωμένοι γύρω από τη σορό της, όταν ο Τραμπ μετέβη την Πέμπτη στο Ανώτατο Δικαστήριο για να αποτίσει φόρο τιμής στη Γκίνσμπεργκ. Αλλοι, πιο μαχητικοί, ένωσαν ρυθμικά τις φωνές τους καλώντας το εκλογικό σώμα να τον καταψηφίσει. Ο ίδιος κοιτούσε αδιάφορα το φέρετρο, κρυμμένος πίσω από μια κολόνα, ατενίζοντας τον απώτερο στόχο του. 

Η βιασύνη του να ορίσει δικαστή που θα αλλάξει τους συσχετισμούς υπέρ του, συνδέεται με την υπόθεση ότι η επόμενη εκλογική αναμέτρηση ενδέχεται να καταλήξει στο Ανώτατο Δικαστήριο. Την Τετάρτη ο ίδιος το είπε ανοιχτά ότι οι εκλογές μπορεί να κριθούν από το Σώμα και πως για αυτό θέλει να μην υπάρχει κενό στη σύνθεσή του. «Πιστεύω ότι η διαδικασία θα καταλήξει στο Ανώτατο Δικαστήριο και είναι πολύ σημαντικό να έχουμε εννέα δικαστές», είπε χαρακτηριστικά, προεξοφλώντας μία συνταγματική κρίση μετά τις εκλογές. Εχοντας υπονομεύσει εκ προοιμίου την αξιοπιστία της επιστολικής ψήφου, ο Τραμπ σκοπεύει να μην αναγνωρίσει την ήττα του σε περίπτωση που χάσει τις εκλογές. Σε άρθρο του το περιοδικό Atlantic θυμίζει ότι το έχει προαναγγείλει ο ίδιος και έχει αποφύγει να δεσμευθεί ότι θα αποχωρήσει ομαλά από τον Λευκό Οίκο, αν και όταν συμβεί αυτό. «Το χειρότερο σενάριο ωστόσο δεν είναι ότι ο Τραμπ θα απορρίψει το αποτέλεσμα των εκλογών. Στη χειρότερη περίπτωση θα μπορούσε να αποτρέψει ένα αποφασιστικό αποτέλεσμα εις βάρος του. Αν εγκαταλείψει κάθε περιορισμό και αν οι Ρεπουμπλικανοί σύμμαχοί του παίξουν τον ρόλο που τους έχει αναθέσει, θα μπορούσε να εμποδίσει την ανάδυση μιας νομικά αδιαμφισβήτητης νίκης για τον Μπάιντεν στο κολέγιο των εκλεκτόρων και στη συνέχεια στο Κογκρέσο. Θα μπορούσε έτσι να φέρει εμπόδια στη διαμόρφωση συναίνεσης αν υπάρχει πράγματι τελικό αποτέλεσμα. Και θα ήταν δυνατό να εκμεταλλευθεί αυτήν την αβεβαιότητα για να παραμείνει στην εξουσία», προειδοποιεί ο Μπάρτον Γκέλμαν στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού.

Κίνδυνος οπισθοδρόμησης

Κι όλα αυτά συμβαίνουν τη στιγμή κατά την οποία οι Αμερικανοί πολίτες δεν έχουν καν ολοκληρώσει το πένθος για την Γκίνσμπεργκ, τη ροκ σταρ της αμερικανικής δικαιοσύνης και του φεμινισμού. Ταυτόχρονα η ανάδειξη μιας δικαστού κατά των αμβλώσεων θα μπορούσε να σύρει τη χώρα σε οπισθοδρόμηση πολλών δεκαετιών. Η απόφαση του δικαστηρίου Roe v. Wade ελήφθη το 1973 και προστατεύει συνταγματικά την ελευθερία κάθε γυναίκας να κάνει άμβλωση, χωρίς κυβερνητικούς περιορισμούς. Η 9μελής σύνθεση του Σώματος είχε ανέκαθεν ως στόχο τη συγκρότηση δύο στρατοπέδων, του προοδευτικού και του συντηρητικού με έναν δικαστή-ρυθμιστή να μετακινείται ανάλογα με την υπόθεση από τη μία πλευρά στην άλλη. Η παράδοση αυτή κινδυνεύει να ανατραπεί επί Ντόναλντ Τραμπ, βάζοντας τον Δημοκρατικό αντίπαλό του Τζο Μπάιντεν στον πειρασμό να διευρύνει τον αριθμό των μελών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αν εκλεγεί πρόεδρος τον Νοέμβριο. 

Παρόλο που η πλειοψηφία των πολιτών (59%) θεωρεί σύμφωνα με δημοσκόπηση του CNN, ότι ο επόμενος πρόεδρος θα έπρεπε να επιλέξει την αντικαταστάτρια της Γκίνσμπεργκ, το επιτελείο Τραμπ μοιάζει πρόθυμο να αλλάξει την ατζέντα της εκστρατείας, αφού δεν αποδίδει καρπούς η έμφαση στην πολιτική του νόμου και της τάξης κατά τα πρότυπα του 1968 και του Ρίτσαρντ Νίξον. Αν και το προβάδισμα του Μπάιντεν σε ομοσπονδιακό επίπεδο είναι σταθερά γύρω στο 7%, αυτήν την εβδομάδα ο Τραμπ πέτυχε να κλείσει την ψαλίδα σε δύο κρίσιμες πολιτείες, τη Φλόριντα και την Αριζόνα, ενώ σύμφωνα με τη δημοσκόπηση του ABC και της Washington Post προηγείται με διαφορά 4% και 1% αντίστοιχα. Την ίδια στιγμή, όμως, ο Τραμπ φέρεται να κινδυνεύει να χάσει την Αϊόβα, την Τζόρτζια και το Τέξας, τρεις πολιτείες που είχε κερδίσει εύκολα πριν από τέσσερα χρόνια. Σε μεγάλο βαθμό η τάση αυτή οφείλεται στην κυριαρχία των γυναικών, που ψηφίζουν συντριπτικά υπέρ του Μπάιντεν. 

Οσο, πάντως, κι αν προσπαθεί να αποπροσανατολίσει την προσοχή των ψηφοφόρων από την πανδημία και την κακή διαχείρισή της από την κυβέρνησή του, ο Τραμπ δύσκολα θα αποφύγει να επωμιστεί το πολιτικό κόστος στην κάλπη. Ακόμη και οι υποσχέσεις του για εμβόλιο πριν από τις εκλογές διαψεύδονται, καθώς το FDA, η Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων, αποφάσισε να σκληρύνει τα κριτήρια για την αδειοδότησή του μετά τις παρενέργειες που παρουσιάστηκαν κατά τις δοκιμές. Ο Αμερικανός πρόεδρος αποκήρυξε την προσεκτική στάση της υπηρεσίας ως «πολιτική απόφαση», ενώ τα αντιφατικά μηνύματα δημιουργούν αμφιβολίες στην κοινή γνώμη. Ερευνα του Pew κατέληξε την περασμένη εβδομάδα ότι μόλις το 51% των Αμερικανών σκοπεύει μάλλον ή σίγουρα να εμβολιαστεί, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό τον Μάιο ήταν 72%.