ΕΚΛΟΓΕΣ ΣΤΙΣ ΗΠΑ

Πώς βλέπουν οι επιχειρήσεις τον Μπάιντεν

AΠΕ

 

Υψηλότεροι φόροι σε επιχειρήσεις και επενδυτές, δυναμική δράση για να σταματήσει η χρήση ορυκτών καυσίμων, πιο ισχυρά συνδικάτα και διευρυμένο ρόλο της κυβέρνησης στην υγειονομική περίθαλψη. Αυτά είναι μερικά από τα μέτρα που αναμένεται να προωθήσει ο Δημοκρατικός Τζο Μπάιντεν σε περίπτωση εκλογικής νίκης του, τα οποία όμως συνήθως δεν αρέσουν στις επιχειρήσεις, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η WSJ.

Ομως πολλοί διευθύνοντες σύμβουλοι εστιάζουν σε ένα σημείο εντελώς διαφορετικό: όχι σε αυτό που είναι ο Μπάιντεν, αλλά σε αυτό που δεν είναι: σίγουρα δεν είναι η Ελίζαμπεθ Γουόρεν και ο Μπέρνι Σάντερς, με πολύ αντιφατική προσέγγιση στον κόσμο του επιχειρείν οι οποίοι ηττήθηκαν από τον Μπάιντεν στον προκριματικό γύρο ή ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, του οποίου η οικονομική πολιτική είναι απρόβλεπτη. Στο ερώτημα πώς ο Μπάιντεν θα προσεγγίσει το επιχειρείν, οι συνεργάτες του τον χαρακτηρίζουν ρεαλιστή. «Ο Τζο Μπάιντεν καθοδηγείται λιγότερο από την πολιτική της στιγμής και περισσότερο από τις πολιτικές τις οποίες θεωρεί περισσότερο αποτελεσματικές για τη στήριξη της μεσαίας τάξης”, ανέφερε ο Τζέριντ Μπερνστέιν, οικονομολόγος στην υπηρεσία του Μπάιντεν όταν ήταν αντιπρόεδρος επί Μπαράκ Ομπάμα. 

Βεβαίως, αυτό που ορισμένοι αποκαλούν ρεαλισμό για άλλους φαίνεται ως απουσία ιδεολογίας, γεγονός που καθιστά δύσκολη κάθε πρόβλεψη για το πώς θα διαχειριστεί το οιοδήποτε ζήτημα. «Ο Μπάιντεν έχει παρορμήσεις, όχι ιδέες. Οι θέσεις του φαίνεται να τον οδηγούν σε πολιτικές που είτε τον ευθυγραμμίζουν με την αριστερή πτέρυγα των Δημοκρατικών είτε με τους κεντρώους. Η ανησυχία για πολλούς επιχειρηματίες δεν είναι ο ίδιος ο Μπάιντεν αλλά μήπως κατευθύνεται από την αριστερά πτέρυγα. Δεν είναι ακριβώς σίγουρος για το τί πρεσβεύει», ανέφερε ένας διευθύνων σύμβουλος από τη λίστα του Fortune 500.  

Για να μπορέσει ο Μπάιντεν να αυξήσει τους φόρους, να εφαρμόσει τις πιο φιλόδοξες πολιτικές του για το κλίμα ή να ακολουθήσει την πολιτική Ομπάμα στο σύστημα υγείας, οι Δημοκρατικοί θα πρέπει να έχουν τον έλεγχο και της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας. Μία τέτοια προοπτική δεν φαίνεται να ενοχλεί μέχρι στιγμής τις αγορές. Οι μετοχές παραμένουν σε θετικό έδαφος, εν μέρει χάρη στις προσδοκίες ότι μία δυνατή κυβέρνηση Δημοκρατικών σημαίνει περισσότερα δημοσιονομικά μέτρα στήριξης. Προβλέψεις αναλυτών, μεταξύ των οποίων της Moody’s Analytics και της Goldman Sachs, εκτιμούν ότι ένας Λευκός Οίκος και ένα Κογκρέσο που βρίσκεται υπό τον έλεγχο των Δημοκρατικών θα μπορούσε να ωθήσει σε πιο γρήγορη ανάπτυξη της οικονομίας, με την προσθήκη όμως νέου χρέους. Κάποιοι όμως οικονομολόγοι πιο συντηρητικοί διαφωνούν, υποστηρίζοντας ότι οι προγραμματισμένες αυξήσεις φόρων του Μπάιντεν σε επιχειρήσεις, μεγάλες τράπεζες, υψηλόμισθα νοικοκυριακά και σε κάποιες κατηγορίες ενεργητικού θα μπορούσαν να μειώσουν το κίνητρο για εργασία, αποταμίευση και επενδύσεις, λειτουργώντας ως τροχοπέδη για μελλοντική ανάπτυξη. 

Σε έρευνα 100 διευθυνόντων συμβούλων που είχαν παρακολουθήσει συνέδριο του Yale School of Management το Σεπτέμβριο, το 77% δήλωσαν ότι σκοπεύουν να ψηφίσουν Μπάιντεν. Ο χρηματοπιστωτικός κλάδος έχει συνεισφέρει περισσότερα από 50 εκατ.δολάρια στην εκστρατεία Μπάιντεν, περισσότερα από κάθε άλλον επιχειρηματικό κλάδο, σύμφωνα με το Center for Responsive Politics. Υπολογίζεται ότι το 81% των επιχειρήσεων από την αγορά χρηματιστηριακών υπηρεσιών και επενδύσεων συμπαρατάσσονται με τον Μπάιντεν, ενώ το 81% από την ενέργεια και τις φυσικές πλουτοπαραγωγικές πηγές στηρίζουν Τραμπ. 

H Aντι Λαπεριέρ, αναλύτρια της χρηματιστηριακής εταιρείας Cornerstore Macro, εφιστά την προσοχή στους πελάτες της, επισημαίνοντας πως οι προσδοκίες ότι μία προεδρία Μπάιντεν θα είναι θετική για τις μετοχές, αποτελεί «ευσεβή πόθο». Θυμίζοντας την φράση ότι οι “Δημοκρατικοί έχουν καταστήσει σαφές ότι θα πάρουν από το 1% καθιστώντας την πιο οικονομία πιο δίκαιη για το μέσο εργαζόμενο», αναφέρει ότι αυτό το θεωρεί απίθανο υπό τις σημερινές συνθήκες. Σημειώνεται ότι τα σχέδια Μπάιντεν θα κοστίσουν 7 έως 12 τρισ.δολάρια μέσα σε μία δεκαετία, σύμφωνα με την αρμόδια για τον Ομοσπονδιακό Προϋπολογισμό Επιτροπή. 

Θεωρητικά, οι πολιτικές Τραμπ είναι πιο φιλικές προς τις επιχειρήσεις από αυτές του Μπάιντεν: μείωσε τους φόρους και κατέστησε πιο χαλαρό το ρυθμιστικό πλαίσιο. Ωστόσο, ένα μεγάλο μέρος αυτής της «καλής θέλησης» προς τις επιχειρήσεις υπονομεύθηκε από τις εμπορικές πρακτικές του απέναντι στην Κίνα και άλλους οικονομικους συμμάχους, καθώς και από το κλίμα διχασμού και χάους που ακολουθεί τις οικονομικές αποφάσεις του. Ο Λόιντ Μπλανκφέιν, πρώην διευθύνων σύμβουλος της Goldman Sachs και Δημοκρατικός, έγραψε στο Twitter τον προηγούμενο μήνα: «Μέχρι στιγμής, η χρηματιστηριακή αγορά δεν φαίνεται να ανησυχεί στην προοπτική μίας νίκης Μπάιντεν, παρότι ο Τράμπ ακολουθεί πιο φιλικές προς την αγορά πολιτικές». 

Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψιν την αβεβαιότητα ως προς τη βασική ιδεολογία Μπάιντεν, ο επιχειρηματικός κόσμος θα ήθελε να γνωρίζει ποιοί θα διοριστούν σε βασικά πόστα σε περίπτωση νίκης Μπάιντεν. Οι κορυφαίοι διευθύνοντες σύμβουλοι θεωρούν για παράδειγμα ότι ο διορισμός της Γουόρεν στη θέση της υπουργού Οικονομικών θα προκαλούσε αναστάτωση, αν και είναι απίθανος. Μεταξύ πιθανών υποψηφίων για τη θέση του υπουργού Οικονομικών είναι τρεις νυν και πρωην αξιωματούχοι της Φέντεραλ Ριζέρβ, όπως αναφέρουν πηγές. Πρόκειται για την Λάελ Μπρέναρντ, επικεφαλής περιφερειακής κεντρικής τράπεζας που είχε υπηρετήσει επί θητείας Ομπάμα και Κλίντον και τον Ρότζερ Φέργκιουσον, διευθύνων σύμβουλος της ταμείου Teachers Insurance & Annuity Association of America και πρώην Αντιπρόεδρος της Fed. Πιο άγνωστη στις επιχειρήσεις είναι η Σάραχ Μπλουμ Ράσκιν, φαβορί των φιλελευθέρων και πρώην αξιωματούχος της Φέντεραλ Ριζέρβ που είχε υπηρετήσει στο υπουργείο Οικονομικών επί θητείας Ομπάμα.