ΚΟΣΜΟΣ

Ο Σι μπροστά στην αμερικανική κάλπη

φωτ. Reuters

Πριν από δύο χρόνια οι CEOs των 75 κορυφαίων αμερικανικών επιχειρήσεων κλήθηκαν σε συζήτηση στρογγυλής τραπέζης της Wall Street Journal να απαντήσουν σε ένα κρίσιμο ερώτημα. «Πιστεύετε ότι θα ξεσπάσει πόλεμος ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα μέσα στα επόμενα 20 χρόνια»; Η ερώτηση αφορούσε πραγματικό πόλεμο και το 50% των CEOs απάντησαν θετικά. 

Λίγες εβδομάδες νωρίτερα ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Σι Τζινπίνγνκ στην πρώτη τους συνάντηση διέκριναν «εκπληκτική χημεία». Ωστόσο θερμές οι δηλώσεις του δεν ξεγέλασαν κανέναν. Οι δύο ισχυρότερες οικονομίες του πλανήτη ήταν σε τροχιά εμπορικής σύγκρουσης. Σήμερα στον εμπορικό πόλεμο έχουν προστεθεί οι σφοδρές αλληλοκατηγορίες για την διαχείριση της πανδημίας του Covid-19 και οι σχέσεις των δύο χωρών βρίσκονται σε βαρομετρικό χαμηλό. Ο Σι σε λίγες εβδομάδες ίσως να μην έχει απέναντί του τον Τραμπ, αλλά τον Τζο Μπάιντεν. Αυτό δεν θα αλλάξει πολλά στην πολιτική των ΗΠΑ, αφού και οι Δημοκρατικοί θεωρούν ότι η Κίνα στο εμπόριο δεν τηρεί τους διεθνείς κανόνες, αλλά παίζει με αθέμιτα μέσα. 

Θα μπορούσε όμως να αλλάξει όμως το ύφος της αντιπαράθεσης. Στην έως τώρα διαμάχη πέρα από τα οικονομικά και γεωπολιτικά δεδομένα ρόλο διαδραμάτιζε και η προσωπικότητα των δύο ηγετών, οι διαφορές αλλά και τα κοινά εκείνα στοιχεία, που μάλλον τους απομάκρυναν παρά τους έφερναν πιο κοντά. Ο Σι Τζινπίνγκ ανέλαβε την εξουσία το 2012 παρουσιάζοντας το «Κινεζικό Όνειρο»- ένα όνειρο που δεν διέφερε πολύ από το «Make America great again», που θα έκανε ο Τραμπ «σημαία». Εκείνη τη χρονιά ο Τραμπ έχοντας ήδη κατά νου την προεδρική υποψηφιότητα μιλούσε για μία χώρα που «κατακλέβει τις ΗΠΑ». 

Ο Αμερικανός πρόεδρος, που γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μία εύπορη οικογένεια του Κουίνς, κληρονόμησε μία μίνι- αυτοκρατορία στο real estate και έκανε καριέρα τηλεαστέρα, έγινε ξαφνικά η «φωνή» των «ξεχασμένων» εργατών στις ζώνες της σκουριάς. Ένας δισεκατομμυριούχος που πλήρωνε ελάχιστους φόρους επί δεκαετίες, έγινε «αντι-συστημικός». Η έλλειψη γνώσεων, ο θαυμασμός για αυταρχικούς ηγέτες, τα ξεσπάσματα στο Twitter δεν στάθηκαν εμπόδιο. 

Kαι ο Σι όμως γεννήθηκε σε ένα προνομιακό περιβάλλον. Ο πατέρας του που πολέμησε στο πλευρό του Μάο ήταν υψηλόβαθμο στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος. Πέρασε έτσι τα παιδικά του χρόνια σε μία έπαυλη στο Πεκίνο με φρουρούς, κουβερνάντες, σοφέρ και την καλύτερη εκπαίδευση. Έχασε όλα τα προνόμια εν μία νυκτί στις αρχές της δεκαετίας του 1960 όταν ο πατέρας του εκδιώχθηκε από το Κόμμα και σε ηλικία 16 ετών εστάλη σε ένα μικρό χωριό στη βόρεια επαρχία Σαάνξι. Έμεινε εκεί 7 χρόνια δουλεύοντας σε σκληρές συνθήκες σε ένα στρατόπεδο «επανεκπαίδευσης». Η εμπειρία ήταν τραυματική, αλλά δεν τον έκανε να στραφεί κατά του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Ο Σι επεδίωξε με κάθε τρόπο την επανένταξή του σε αυτό και το πέτυχε το 1974. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 έβαλε στόχο να αναρριχηθεί έως την κορυφή του. Συνδύασε το αόρατο χέρι της αγοράς με το βαρύ χέρι του κράτους, «πάντρεψε»  το άνοιγμα στο ελεύθερο εμπόριο και τις μεταρρυθμίσεις με τον αυταρχισμό και τη φίμωση επικριτών στο εσωτερικό και χάρισε στον εαυτό του τη δυνατότητα να είναι πρόεδρος… εφόρου ζωής, εάν το θελήσει.

Τώρα χαράσσει το νέο Δρόμο του Μεταξιού, έχοντας σταθερά στραμμένο το βλέμμα και στις ΗΠΑ. Σε λίγα 24ωρα θα μάθει με ποιον θα χρειαστεί να διαπραγματευθεί για να περιορίσει τα εμπόδια σε αυτόν τον δρόμο.