ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ

Γιατί το 2020 δεν είναι 2016

Φωτ. REUTERS

«Μία λεπτή γραμμή χωρίζει τη σαρωτική νίκη από το θρίλερ». Με αυτή τη φράση συνοψίζει ο αρχιερέας των προεκλογικών forecasters Νέιτ Σίλβερ την τελική πρόγνωση του fivethirtyeight.com (το όνομα προέρχεται από τον αριθμό των εκλεκτόρων) για τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές. Ο υποψήφιος των Δημοκρατικών, Τζο Μπάιντεν, έχει ένα επιβλητικό προβάδισμα στις εθνικές δημοσκοπήσεις (στο μ.ο. των δημοσκοπήσεων του fivethirtyeight έκλεισε στις 8,4 μονάδες, ενώ τον τελευταίο μήνα δεν έπεσε ποτέ κάτω από τις οκτώ).

Ωστόσο, ως γνωστόν, είναι απολύτως εφικτό ένας υποψήφιος να χάσει τη λαϊκή ψήφο αλλά να κερδίσει τις εκλογές, καθώς ο νικητής είναι αυτός που θα συγκεντρώσει 270 εκλέκτορες από τις πολιτείες – και (με ελάχιστες εξαιρέσεις) η οριακή νίκη με μία ψήφο είναι εξίσου καλή όσο ο θρίαμβος με διαφορά δύο εκατομμυρίων για τη συγκέντρωση όλων των εκλεκτόρων σε μία πολιτεία. To λεγόμενο «πλεονέκτημα του κολεγίου των εκλεκτόρων» – ο βαθμός στον οποίο το εκλογικό σύστημα ευνοεί το ένα κόμμα ή το άλλο σε σύγκριση με τη συνολική ψήφο – φέτος ανήκει σαφώς στους Ρεπουμπλικανούς: από τις 14 πολιτείες που ενδέχεται να κρίνουν την αναμέτρηση, οι 11 τείνουν ιστορικά προς αυτούς στην εκλογική τους συμπεριφορά. Εξ ου και το μοντέλο του Νέιτ Σίλβερ στα τέλη Σεπτεμβρίου έβρισκε ότι ο Μπάιντεν χρειάζεται μία νίκη σε εθνικό επίπεδο τουλάχιστον 5 μονάδων για να μην κινδυνεύει να έχει την ίδια μοίρα με την Χίλαρι Κλίντον, η οποία έλαβε 2,1 εκατομμύρια περισσότερες ψήφους από τον Τραμπ αλλά έχασε τις εκλογές.

Η πιθανότητα να συμβεί αυτό δεν είναι αμελητέα, αλλά είναι μικρή: η τελική πρόγνωση του fivethirtyeight δίνει στον Μπάιντεν 89% πιθανότητα νίκης και στον Τραμπ 10% (δίνει επίσης πιθανότητα μικρότερη του 1% για ισοπαλία 269-269, στην οποία περίπτωση κρίνει την προεδρία η Βουλή των Αντιπροσώπων, με τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει πολιτικό σεισμό: η Βουλή ελέγχεται από τους Δημοκρατικούς, αλλά αν ψηφίσει για πρόεδρο, θα ψηφίσει σε μπλοκ ανά πολιτεία· με τη μέθοδο αυτή, με τον έναν βουλευτή του ακραία συντηρητικού, αραιοκατοικημένου Ουαϊόμινγκ να έχει το ίδιο βάρος με τους 27 της Φλόριντα, πιθανότατα κερδίζει ο Τραμπ]. Άλλα forecasts, όπως αυτό του Economist, είναι ακόμα πιο ετεροβαρή, δίνοντας πιθανότητες νίκης 96% στον Δημοκρατικό υποψήφιο.

Φυσικά – θα πει κάποιος – η Κλίντον ήταν εξίσου μεγάλο φαβορί παραμονές των εκλογών του 2016 (ισχύει γενικά, αν και όχι στην περίπτωση του fivethirtyeight). Αξίζει λοιπόν να εξετάσουμε τους βασικούς λόγους που το 2020 διαφέρει από το 2016: πρώτον, πολύ απλά, ο Τζο Μπάιντεν είναι πολύ πιο δημοφιλής από την Κλίντον – και από τον Τραμπ. Σύμφωνα με την τελευταία δημοσκόπηση του Gallup, οι Αμερικανοί με θετική γνώμη για τον πρώην αντιπρόεδρο ξεπερνούν κατά 11 μονάδες όσους έχουν αρνητική γνώμη. Στο μ.ο. του Realclearpolitics, ο Μπάιντεν έκλεισε στο +6,6 και ο Τραμπ στο -12,7, ενώ η Χίλαρι τελείωσε την εκστρατεία του 2016 στο -5.

Δεύτερον, το προβάδισμα του Μπάιντεν, ακόμα και στις κρίσιμες πολιτείες, είναι πιο ανθεκτικό από αυτό της Κλίντον. Θεωρώντας ότι είναι αρκετά απίθανο να χάσουν οι Δημοκρατικοί κάποιες από τις πολιτείες που κέρδισε το 2016 η Κλίντον, τα πιο σημαντικά battlegrounds θεωρούνται οι τρεις βόρειες βιομηχανικές πολιτείες στις οποίες επικράτησε οριακά ο Τραμπ στις προηγούμενες εκλογές (με αθροιστική διαφορά 77.000 ψήφων): το Μίσιγκαν, το Ουισκόνσιν και την Πενσιλβέινια. Οι δύο πρώτες (άθροισμα 26 εκλέκτορες) πρέπει να θεωρούνται τελειωμένες υποθέσεις, με τον Μπάιντεν να προηγείται με 8-9 μονάδες στο μέσο όρο του fivethirtyeight. Στην τρίτη και σημαντικότερη (20 εκλέκτορες), η απόσταση είναι μικρότερη αλλά όχι ασήμαντη (4,7 μονάδες). Για να κερδίσει ο Τραμπ την Πενσιλβέινια, χρειάζεται έναν συνδυασμό της μαζικής στροφής των ψηφοφόρων υπέρ του τις τελευταίες μέρες, που δεν μοιάζει να προκύπτει από κάπου, και μία νέα, πιο μεγάλη αστοχία των δημοσκοπήσεων σε σχέση με το 2016. Αυτό δεν είναι απίθανο – αλλά όπως πολλοί έχουν σημειώσει, δεδομένων των αλλαγών στη μεθοδολογία που έκαναν οι πιο σοβαρές εταιρείες δημοσκοπήσεων, ειδικά σε σχέση με την εκπροσώπηση λευκών ψηφοφόρων χωρίς πανεπιστημιακή μόρφωση στο εκλογικό σώμα, δεν υπάρχει λόγος να πιστέψει κανείς ότι θα επαναληφθεί το λάθος του 2016 υπέρ του Τραμπ.  

Τρίτον, οι Δημοκρατικοί φέτος έχουν διευρύνει το χάρτη των battlegrounds και είναι ανταγωνιστικοί σε μία σειρά παραδοσιακά Ρεπουμπλικανικών πολιτειών, τις οποίες πρέπει να τις υπερασπιστεί όλες ο Τραμπ αν ελπίζει να κερδίσει. Αν πέσουν συντηρητικά προπύργια όπως η Τζόρτζια, το Τέξας ή το Οχάιο, οι ελπίδες επανεκλογής του προέδρου ουσιαστικά καταρρέουν. Ο Τραμπ πρέπει να διατηρήσει στη στήλη του και την πάντα διαφιλονικούμενη Φλόριντα (29 εκλ.), όπου η μάχη αναμένεται σκληρή μέχρι τέλους.

Τέταρτον, σε αντίθεση με το 2016, οι υποψήφιοι τρίτων κομμάτων (π.χ. των Πρασίνων) σε κρίσιμες πολιτείες που κόστισαν στους Δημοκρατικούς έχουν σαφώς μειωμένη στήριξη, ενώ η δεξαμενή των αναποφάσιστων είναι πολύ μικρότερη. Η κούρσα, γενικότερα, έχει παραμείνει εντυπωσιακά σταθερή εδώ και μήνες (ήταν πολύ πιο ευμετάβλητη πριν τέσσερα χρόνια).

Για να επιστρέψουμε στην αρχή: αύριο τα ξημερώματα (ίσως ακόμα και από τις 3 ώρα Ελλάδος) θα έχουμε μία καλή εικόνα του τι συμβαίνει στη Φλόριντα, στην Τζόρτζια, ίσως και στο επίσης παραδοσιακά Ρεπουμπλικανικό battleground της Β. Καρολίνας: οι πολιτείες αυτές έχουν ξεκινήσει εδώ και αρκετές μέρες την καταμέτρηση των επιστολικών ψήφων (που λόγω πανδημίας θα είναι περισσότερες από ποτέ). Αν ο Μπάιντεν δείχνει ότι επικρατεί έστω και σε μία εξ αυτών, βρίσκεται σε πολύ καλό δρόμο. Αν παραμείνουν στα χέρια του Τραμπ – ιδιαίτερα αν το αποτέλεσμα απέχει αρκετά από τις δημοσκοπήσεις – τόσο οδεύουμε όχι απλά για μία μακρά νύχτα, αλλά ενδεχομένως για ένα πολυήμερο θρίλερ.  

Ο Τραμπ έχει προετοιμάσει το έδαφος για καταστάσεις ανωμαλίας, κραυγάζοντας συνεχώς ότι μπορεί να ηττηθεί μόνο μέσω απάτης που θα διενεργηθεί με τις επιστολικές ψήφους. Συνεπώς αν το αποτέλεσμα σε διάφορες πολιτείες είναι οριακό, ανοίγει το Κουτί της Πανδώρας: δικαστικές εμπλοκές, αντιφατικές πιστοποιήσεις αποτελεσμάτων (π.χ. αν ο κυβερνήτης και η πολιτειακή βουλή ανήκουν σε διαφορετικά κόμματα), βία στους δρόμους. Η πιθανότητα να συμβούν αυτά είναι μικρή – αλλά όχι αμελητέα.