ΑΠΟΨΗ

Εκλογές ΗΠΑ: Ενα 2016 από την ανάποδη;

Τα τελικά αποτελέσματα θα αργήσουν, εξαιτίας ορισμένων απαρχαιωμένων μηχανισμών καταμέτρησης ψήφων και των μεγάλων περιπλοκών της επιστολικής ψήφου.

Φωτ. EPA/ERIK S. LESSER.

Την ώρα κατά την οποία γράφονται οι γραμμές αυτές η αβεβαιότητα ως προς το τελικό αποτέλεσμα των αμερικανικών προεδρικών εκλογών δεν έχει εξαφανιστεί. Φαίνεται όμως να ξεπροβάλλει με κάποια καθαρότητα η προοπτική μιας νίκης του Τζο Μπάιντεν, που είναι πολύ πιθανό να κριθεί στις τρεις πολιτείες που το 2016 χάρισαν τη νίκη στον Ντόναλντ Τραμπ, δηλαδή Μίσιγκαν, Ουισκόνσιν και Πενσιλβάνια. Ακόμη και μια ήττα του Μπάιντεν στην Πενσιλβάνια μπορεί να αντισταθμιστεί με τα κέρδη που πέτυχε στην Αριζόνα και τη Νεβάδα επιτυγχάνοντας τη νίκη κυριολεκτικά πάνω στο νήμα.

Τα τελικά αποτελέσματα θα αργήσουν, εξαιτίας ορισμένων απαρχαιωμένων μηχανισμών καταμέτρησης ψήφων και των μεγάλων περιπλοκών της επιστολικής ψήφου. Εκεί θα βασιστεί ο Τραμπ για να επιχειρήσει κάποια νομική αμφισβήτηση σε περίπτωση που η διαφορά διαμορφωθεί σε αναστρέψιμα επίπεδα, όχι απαραίτητα η πιθανότερη εκδοχή. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να δημιουργήσει επιπρόσθετες περιπλοκές, αλλά δεν θεωρώ πως δικαιολογείται ο φόβος που επανέρχεται τακτικά περί υπονόμευσης των δημοκρατικών θεσμών και αυτό γιατί οι αμερικανικοί θεσμοί μπορούν να τις διαχειριστούν.

Δύο ενδιαφέρουσες τάσεις αποτελούν η άνοδος των Δημοκρατικών σε κάποιες πολιτείες του Νότου που αστικοποιούνται και μεταμορφώνονται δημογραφικά και τα κέρδη του Τραμπ, που παρά τις απώλειες που είχε σε λευκούς ψηφοφόρους των προαστίων κατάφερε να κερδίσει νέους ψηφοφόρους, π.χ. ισπανόφωνους άνδρες στη Φλόριντα. Συνολικά, οι δημοσκοπήσεις υπερεκτίμησαν τη διαφορά του Μπάιντεν και υποτίμησαν τη δυναμική του Τραμπ, ενδεχομένως λόγω της δυσκολίας τους να «πιάσουν» ένα τμήμα των ψηφοφόρων του.

Συνολικά, και με ελάχιστες εξαιρέσεις, ο εκλογικός χάρτης της χώρας παραμένει εντυπωσιακά σταθερός και η μεγάλη πλειονότητα των πολιτειών συμπεριφέρθηκε όπως πριν από τέσσερα χρόνια. Το 2016 ο Τραμπ κέρδισε με πολύ μικρές πλειοψηφίες σε τρεις πολιτείες. Δεν αποκλείεται καθόλου αυτή τη φορά μια νίκη του Μπάιντεν να βασίζεται σε ανάλογα μικρές πλειοψηφίες σε ένα πολύ μικρό αριθμό πολιτειών. Ενα ριπλέι δηλαδή του 2016 από την ανάποδη και όχι ο περίπατος του Μπάιντεν που είχε προαναγγελθεί.
Και αυτό γιατί η χώρα παραμένει χωρισμένη σε δύο μεγάλα αντίπαλα μπλοκ και οι πολιτικές εξελίξεις δεν φαίνεται να αρκούν για να προκαλέσουν αξιοσημείωτες μετακινήσεις ψηφοφόρων.

Το μεγάλο ερώτημα παραμένει ουσιαστικά το ίδιο με τέσσερα χρόνια πριν: γιατί τόσοι Αμερικανοί ψήφισαν Τραμπ και μάλιστα αρκετοί (και έγχρωμοι) για πρώτη φορά; Και γιατί μετά τα τέσσερα χρόνια της θητείας του και εν μέσω μιας πανδημίας που έχει πάει τόσο άσχημα για τη χώρα;

Οι απαντήσεις είναι πολλές, όσες και οι ψηφοφόροι. Θα επισημάνω μία που δεν είναι ίσως τόσο διαδεδομένη: επειδή ανεξάρτητα από το πόσο στηρίζουν τον Τραμπ, αντιπαθούν με ένταση τους αντιπάλους πολύ περισσότερο. Η μονομανιακή υστερία, η αλαζονεία των ελίτ και η πολιτική ορθότητα, μας αρέσει ή όχι, ενοχλούν ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού. Το ίδιο ακριβώς όσο το στυλ του Τραμπ ενοχλεί τους αντιπάλους του, γι’ αυτό και στράφηκαν εναντίον του με την ίδια ένταση – και όχι τόσο υπέρ του ανύπαρκτου Μπάιντεν. Η απόρριψη και η αποστροφή για τους πολιτικούς αντιπάλους βρίσκονται στο κέντρο της ψήφου και των δύο παρατάξεων. Η πόλωση καλλιεργείται, όπως άλλωστε συνηθίζεται, και από τις δύο πλευρές. Συχνά μισούμε το είδωλο του καθρέφτη μας χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε. Ας μην ξεχνάμε πάντως πως η πόλωση είναι χαρακτηριστικό των δημοκρατιών και την απειλεί λιγότερο από ό,τι νομίζουμε και ξεπερνιέται με τον καιρό.
 
* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, κάτοχος της έδρας Gladstone στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.