ΑΠΟΨΗ - ΕΚΛΟΓΕΣ ΗΠΑ

Τα δύο σενάρια: χαμηλές προσδοκίες ή απόλυτη δυστοπία

Φωτ. EPA/ERIK S. LESSER

Τα πρώτα αποτελέσματα των εκλογών διέψευσαν την πλειονότητα των δημοσκοπήσεων. Η έως τώρα καταμέτρηση δεν είναι εκτός προβλέψεων, αλλά βρίσκεται στο χαμηλότερο κατώφλι των προσδοκιών. Μια ακόμα ένδειξη ότι η Αμερική μετατρέπεται σε μια κοινωνία την οποία τα παραδοσιακά αναλυτικά εργαλεία δυσκολεύονται να εξηγήσουν, ακόμα περισσότερο να προβλέψουν. Είναι σαφές ότι η τελική έκβαση θα κριθεί από τα δικαστήρια – και στο τέλος, το Ανώτατο Δικαστήριο. H αδιανόητη για τα δημοκρατικά ήθη ενέργεια του προέδρου Τραμπ, την ώρα που η καταμέτρηση βρισκόταν ακόμα σε εξέλιξη, να κηρύξει εαυτόν νικητή και να ζητήσει τερματισμό της καταμέτρησης, είναι ενδεικτική των νέων ηθών που ανήγαγε ο ίδιος σε κανόνα πολιτικής συμπεριφοράς τα τέσσερα αυτά χρόνια.

Δεν είναι δεδομένη μια υπέρ του Τραμπ ετυμηγορία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, παρά τη μεγάλη πλειοψηφία 6-3 συντηρητικών δικαστών. Οι δηλώσεις όμως του Τραμπ συνιστούν προοίμιο εκτεταμένης αμφισβήτησης σε περίπτωση επικράτησης του Μπάιντεν. Αντιστοίχως, οι Δημοκρατικοί θα δυσκολευθούν να αποδεχθούν μια επικράτηση Τραμπ στα δικαστήρια, με δεδομένες τις χωρίς προηγούμενο μεθοδεύσεις της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας για την υπονόμευση και αποθάρρυνση της επιστολικής ψήφου. Οποιο κι αν είναι το τελικό αποτέλεσμα, η αμερικανική δημοκρατία βγαίνει λαβωμένη. Ιδίως εάν συνυπολογισθεί η συστηματική διασπορά παραπληροφόρησης από τον ένοικο του Λευκού Οίκου καθ’ όλη την τετραετία, και η οξύτατη πόλωση της αμερικανικής κοινωνίας.

Οποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα, ο τραμπισμός αποτελεί ισχυρή δύναμη στην αμερικανική πολιτική, και ηγεμονικό παράγοντα στους Ρεπουμπλικανούς, σε ό,τι δηλαδή έχει απομείνει από το άλλοτε κόμμα του Αμπρααμ Λίνκολν. Οι Ρεπουμπλικανοί κατά πάσα πιθανότητα κρατούν τη Γερουσία και αυξάνουν τις έδρες τους στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Στην περίπτωση εκλογής Τραμπ, αυτό θα τον καταστήσει ακόμα πιο ανεξέλεγκτο από την πρώτη τετραετία. Στην περίπτωση που πρόεδρος αναδειχθεί ο Μπάιντεν, μια ρεπουμπλικανική Γερουσία θα μπλοκάρει κάθε σημαντική του πρωτοβουλία, εμποδίζοντας την ενίσχυση των επενδυτικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών δαπανών.

Μπαίνουμε σε μια τετραετία χαμηλών ή δυστοπικών προσδοκιών. Η Ευρώπη στο πρώτο σενάριο θα έχει απέναντί της έναν αδύναμο πρόεδρο Μπάιντεν, διαρκώς υπονομευόμενο από το Κογκρέσο. Η αδυναμία του προέδρου Μπάιντεν να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των διατλαντικών εταίρων θα εμπεδώσει την αίσθηση ότι η αποχώρηση των ΗΠΑ από το παγκόσμιο σύστημα συνιστά εξέλιξη συστημικού και όχι απλώς συγκυριακού χαρακτήρα. Στο δεύτερο, δυστοπικό, σενάριο, η Ευρώπη θα έχει απέναντί της έναν πρόεδρο Τραμπ ΙΙ, ακόμα εχθρικότερο προς την Ε.Ε. και το πολυμερές παγκόσμιο σύστημα θεσμών και συμφωνιών. Τότε η Ευρώπη θα υποχρεωθεί έστω και απρόθυμα να αναπτύξει τη στρατηγική της αυτονομία, απέναντι σε μια μονομερώς εθνικιστική αμερικανική ηγεσία, για την οποία ούτε η ίδια η συνέχεια του ΝΑΤΟ δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη.

Αυτά είναι πάλι τα καλά νέα. Διότι οι επόμενες εβδομάδες, μέχρι την ορκωμοσία του νέου προέδρου στις 20 Ιανουαρίου, συνιστούν μεταβατική περίοδο υψηλής διακινδύνευσης, ιδίως εάν διαφαίνεται ως νικητής ο Μπάιντεν. Θα είναι η χαοτικότερη μεταβατική περίοδος που έχουν ποτέ γνωρίσει οι ΗΠΑ. Ενας απερχόμενος πρόεδρος Τραμπ, δεδομένης της ιδιοσυγκρασίας του, θα είναι εξαιρετικά επιρρεπής σε κινήσεις υπονόμευσης του διαδόχου του, «καμένης γης», πρωτοβουλιών αντεκδίκησης, και οπωσδήποτε τροφοδότησης των φανατισμένων οπαδών του με το αγαπημένο του μύθευμα ότι το «κατεστημένο» των Δημοκρατικών «νόθευσε» και «έκλεψε» τις εκλογές. Οι κυβερνο-παρεμβάσεις από ξένες χώρες (που ήδη εξελίσσονται επιθετικά) θα κορυφωθούν, με απώτερο στόχο να επιτείνουν το χάος. Η πιθανότητα διεθνών κρίσεων, στη Νότια Σινική Θάλασσα αλλά και στη δική μας Ανατολική Μεσόγειο με πρωταγωνιστή αποσταθεροποίησης την Τουρκία, θα είναι υψηλή για τους επόμενους δυόμισι μήνες.
 
* Ο κ. Γιώργος Παγουλάτος είναι καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, γενικός διευθυντής ΕΛΙΑΜΕΠ.