ΑΠΟΨΗ

Με ή χωρίς Τραμπ, το πρόβλημα παραμένει

Η επόμενη ημέρα στις ΗΠΑ είναι ασαφής και θολή. Το αμερικανικό σύστημα τοποθετεί την ορκωμοσία του νέου προέδρου σε δυόμισι μήνες. Μέχρι τότε θα συνεχίσει να κυβερνάει ο Ντόναλντ Τραμπ (φωτ. A.P. Photo / Patrick Semansky).

Σε ένα πολιτισμένο κράτος, η ενδεχόμενη ήττα του Ντόναλντ Τραμπ στις εκλογές δεν είναι αφορμή για πανηγυρισμούς, αλλά ευκαιρία για περισυλλογή. Γιατί εξελέγη πριν από τέσσερα χρόνια; Τι πήγε στραβά και κατά πόσον η στρέβλωση που τον ανέδειξε, διορθώνεται από τη μη επανεκλογή του;

Η απαλλαγή των Ηνωμένων Πολιτειών από έναν ακραία γραφικό οπορτουνιστή που ανελίχθηκε στην κορυφαία θέση εξουσίας, μη έχοντας την απαιτούμενη γνώση, ούτε βέβαια και το ηθικό υπόβαθρο, να διαχειριστεί την ευθύνη του ορθά, είναι ασφαλώς μία θετική προοπτική. Ο Τραμπ δεν είναι απλώς ένας κακός πολιτικός, είναι ένας άσχετος. Ενα αδίστακτο και απεγνωσμένο προϊόν της σόουμπιζ που εκμεταλλεύθηκε τις περιστάσεις για να κερδίσει μία προσοδοφόρα δουλειά, η οποία θα του έφτιαχνε τη ζωή από την αρχή. Η κυνική αδιαφορία του για το μέλλον της χώρας του, καμουφλαρισμένη με την πιο κλισέ ψευτοπατριωτική ρητορική, σε συνδυασμό με τα γνωστά χαρακτηριστικά της δυσάρεστης προσωπικότητάς του, τον ρατσισμό, τον μισογυνισμό και την ομοφοβία του, συνθέτουν ένα πραγματικά επικίνδυνο μοντέλο ισχυρού ανθρώπου. Εκτός αυτού, ο Τραμπ δημιούργησε ένα πολύ κακό προηγούμενο για την πολιτική ζωή της χώρας: νομιμοποίησε την αήθεια ως τρόπο έκφρασης και απελευθέρωσε ποταπά ένστικτα που ο πολιτικός πολιτισμός είχε ξεπεράσει.

Ομως η εκλογή του αμφιλεγόμενου Μπάιντεν, τον οποίο τα μέσα προώθησαν με ακάματο και υστερικό ζήλο, λες και η φρικωδία Τραμπ νομιμοποιεί την αποκήρυξη κάθε αίσθησης δεοντολογίας, δεν επιλύει το αμερικανικό πρόβλημα. Γιατί το τελευταίο, όσο κι αν διογκώθηκε από τον Τραμπ, προηγήθηκε της προεδρίας του. Η έφεση μιας τεράστιας μερίδας Αμερικανών στη συνωμοσιολογία και στον ανορθολογισμό, όπως εκφράστηκε μέσα από τη φανατική στήριξη ενός ασόβαρου δημοκόπου σαν τον Τραμπ, και η πόλωση που διέσπασε την κοινωνία, ανέδειξαν ένα αδιαμφισβήτητο, προϋπάρχον πολιτισμικό χάσμα. Πίσω από τις θηριώδεις διαστάσεις και το επιτυχημένο branding του εαυτού της, η Αμερική έκρυβε για χρόνια ένα μωσαϊκό κατακερματισμένων πληθυσμών που τους χωρίζουν περισσότερα απ’ όσα τους ενώνουν.

Σε περίπτωση που εκλεγεί, ο Μπάιντεν θα πρέπει να καταβάλει υπεράνθρωπη προσπάθεια ώστε να κλείσουν οι πληγές του διχασμού στο σώμα της αμερικανικής κοινωνίας. Ομως οι συνθήκες που έφεραν έναν αστείο σαν τον Τραμπ στην εξουσία εξακολουθούν να υπάρχουν και να παράγουν εμφυλιοπολεμικές ετερότητες. Οι άνθρωποι που νιώθουν αποκομμένοι από αυτό που ορίζεται ως «σύστημα» και ενέδωσαν αστόχαστα, τόσο το 2016 όσο και το 2020, στην αντιδραστική ψήφο και στον λαϊκισμό, είναι ακόμη εδώ. Και πρέπει να προσεγγιστούν, να διαφωτιστούν και να ξανακερδηθούν. Ακόμη όμως κι αν αυτό δεν γίνει, ακόμη κι αν η αμερικανική κοινωνία παραμείνει τόσο εντυπωσιακά ετερογενής, θα πρέπει να κινηθεί προς τη συμφιλίωση, στη βάση ενός νέου συμβολαίου που θα διευθετεί μια και καλή μερικές θεμελιώδεις αρχές. Δεν είναι δυνατόν το 2020 να τίθενται ακόμα υπό αμφισβήτηση η επιστήμη, η ισότητα των δικαιωμάτων, το απαράδεκτο της υπέρμετρης αστυνομικής βίας και ο σεβασμός των μειονοτήτων. Κι αυτά είναι απλώς μερικά παραδείγματα ζητημάτων που θεωρούσαμε λυμένα, αλλά τελικά δεν είναι, ούτε καν σε θεωρητικό επίπεδο.

Από την άλλη, οι Δημοκρατικοί και οι υποστηρικτές τους φαίνεται να έχουν ακόμα δρόμο μέχρι να κατανοήσουν επί της ουσίας τις δονήσεις της κοινωνίας σε όλο της το εύρος. Από τις ρομαντικές νεοαριστερίζουσες εμμονές στα της οικονομίας μέχρι τις φιλόδοξες πολιτικές των ταυτοτήτων, η ελίτ των αστικών κέντρων μοιάζει να ζει σε μία φούσκα που συνδυάζει το προνόμιο με τη φαντασίωση, χωρίς επίγνωση της υπεροπτικής μοναξιάς της. Ο προοδευτικός κόσμος με έναν –πότε αφελή πότε δόλιο– τρόπο απαξιώνει τον μη προοδευτικό, αντί να δουλέψει για να τον καταστήσει μέρος του. Παράλληλα, όντας απολύτως πεπεισμένος ότι κατέχει το αλάθητο, καταλήγει και ο ίδιος ιδιαίτερα συντηρητικός μέσα στον δογματισμό του. Η πολιτική ορθότητα και η ανεπιφύλακτη αναγωγή της σε ιερό κανόνα είναι ένας από τους «προοδευτικούς» παραλογισμούς στους οποίους ο Τραμπ οφείλει μέρος του μεγάλου του ερείσματος στην κοινωνία. Κοντολογίς, η διπολική ιδέα των καλών και κακών πολιτών είναι μία αντιπαραγωγική υπεραπλούστευση που σπέρνει τη διχόνοια.

Τα ψηφιακά δίκτυα και εργαλεία έχουν δώσει σε όλους μας την παραπλανητική εντύπωση πως γνωρίζουμε τον κόσμο σε βάθος, απλώς επειδή συμμετέχουμε σ’ αυτά. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Γιατί οδηγεί στο συμπέρασμα πως η πραγματικότητα είναι μόνο αυτό που αντιλαμβανόμαστε, εκπαιδεύοντάς μας να αγνοούμε αυτό που συμβαίνει πριν, πέρα και μετά από τη σφαίρα του μικρόκοσμού μας. Η Αμερική πρέπει τώρα να ανακαλύψει εκ νέου την τέχνη της σύνθεσης. Οι πρόεδροι πάνε κι έρχονται, το κοινωνικό μίσος είναι που μένει και δηλητηριάζει.