ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ

Μπορεί ο πρόεδρος να αμφισβητήσει το αποτέλεσμα;

Φωτ. REUTERS/Carlos Barria.

Ο Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να δημιούργησε την ιδανική σύνθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά του, τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο απλά όσο τα περιγράφει. Το Ανώτατο Δικαστήριο είναι το τελευταίο σκαλοπάτι και οι προσφυγές σε αυτό γίνονται αφότου έχουν εξαντληθεί τα ένδικα μέσα σε χαμηλότερα –πολιτειακά– δικαστήρια και έχουν ασκηθεί εφέσεις. 

Αυτό που μετέτρεψε την τρέχουσα αναμέτρηση σε ναρκοπέδιο είναι το γεγονός ότι η πανδημία υποχρέωσε τις πολιτείες να αναζητήσουν άλλους τρόπους ασφαλούς ψηφοφορίας, μεταξύ άλλων και τη διεύρυνση της επιστολικής ψήφου. Ετσι βρέθηκαν οι πολιτειακές αρχές να εγκαλούνται στα δικαστήρια για ζητήματα όπως η επέκταση της προθεσμίας καταμέτρησης ψήφων, που είχαν μεν αποσταλεί εμπρόθεσμα αλλά έφτασαν καθυστερημένα στα κέντρα διαλογής των αμερικανικών ταχυδρομείων. Είναι σημαντικό να θυμηθούμε ότι η αμφισβήτηση εκλογικών διαδικασιών δεν είναι κάτι καινούργιο. Η μοναδική φορά, όμως, που επηρέασε το αποτέλεσμα ήταν το 2000, κατά την αναμέτρηση του υιού Τζορτζ Μπους με τον Δημοκρατικό Αλ Γκορ, όταν μετά μια σειρά προσφυγών για προβληματικές πρακτικές στην ψηφοφορία της πολιτείας της Φλόριντα αναδείχθηκε πρόεδρος ο Ρεπουμπλικανός υποψήφιος. 

Ο Θανάσης Διαμαντόπουλος, συγγραφέας των βιβλίων «Το πολιτικό σύστημα των ΗΠΑ» και «Εκλογικά συστήματα: Ανάδειξη κοινοβουλίων και ΠτΔ» (εκδ. Πατάκη), θυμίζει στην «Κ» ότι «το Εκλεκτορικό Κολέγιο των ΗΠΑ αναδεικνύει τον πρόεδρο της χώρας με απόλυτη πλειοψηφία –όχι των παρόντων, αλλά– του συνόλου των 538 σήμερα μελών του, δηλαδή με 270 ψήφους». Ελάχιστοι αναλυτές έχουν αναδείξει το ενδεχόμενο αυτός ο αριθμός να μην συγκεντρωθεί από κανέναν υποψήφιο. Κάτι που όσο δεν υπήρχε απόλυτος δικομματισμός μπορούσε να συμβεί –και συνέβη το 1824– σε περίπτωση διασποράς των εκλεκτόρων μεταξύ πλειόνων υποψηφίων. Σήμερα, δε, μπορεί να προκύψει είτε σε περίπτωση ισοψηφίας σε εκλέκτορες 269-269 (ισοψηφία υπήρξε και το 1800) είτε λόγω αποχής από την ψηφοφορία κάποιων εκλεκτόρων, σημειώνει ο κ. Διαμαντόπουλος. 

Αν επιβεβαιωθεί το –εμφανιζόμενο τη στιγμή που γράφονται οι γραμμές αυτές ως πιθανότερο– σενάριο ο Μπάιντεν να κερδίσει ακριβώς 270 εκλέκτορες, η απουσία πλειοψηφίας του στο εκλεκτορικό σώμα θα μπορούσε να προκύψει εάν ένας εξ αυτών –για «όποιον» λόγο– μεταστραφεί, αν απόσχει από την ψηφοφορία λόγω ανωτέρας βίας ή έχει πεθάνει μέχρι την ημέρα της ψηφοφορίας, ενώ δεν προβλέπεται αντικατάστασή του. Ο καθηγητής θυμίζει στην «Κ» πως κάποιες πολιτείες προβλέπουν αστεία πρόστιμα για τους λεγόμενους «faithless» εκλέκτορες, άλλες δεν τους δεσμεύουν καθόλου νομικά, μόνο δε σε ελάχιστες πολιτείες προβλέπεται ακυρότητα ψήφου εκλέκτορα που δεν ψηφίζει σύμφωνα με την προεκλογική δέσμευσή του. Βέβαια, δεδομένης της προσεκτικής επιλογής των υποψήφιων εκλεκτόρων από τα κόμματα, διαχρονικώς ελάχιστοι «αλλαξοπίστησαν», όλοι σε μη οριακές καταστάσεις. Το 2016, ωστόσο, δύο εκλέκτορες του Τραμπ και πέντε της Κλίντον έκαναν άλλες επιλογές, π.χ. κάποιοι ψήφισαν τον Πάουελ.