ΑΠΟΨΗ

Τα τρία σημεία που έκριναν τις εκλογές

Φωτ. REUTERS / Mark Makela.

Στα τέσσερα χρόνια που πέρασαν από την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ, το 2016, δεν συντελέστηκε κάποια τεκτονική μετατόπιση στην αμερικανική κοινωνία. Αυτό μπορεί να το διαπιστώσει κανείς ακόμη και με μια πρόχειρη ματιά στα αποτελέσματα των πρόσφατων προεδρικών εκλογών. Αντιθέτως, αυτή η αναμέτρηση φαίνεται πως κρίθηκε μάλλον στα σημεία, εκ των οποίων τρία από τα σημαντικότερα, τουλάχιστον κατά τη δική μου ανάγνωση, είναι τα παρακάτω:

Πρώτον, τα δημογραφικά: Ο Τραμπ ψηφίστηκε κυρίως από λευκούς άνδρες, αποφοίτους μέσης εκπαίδευσης, άτομα μεγαλύτερης ηλικίας (65+) και κατοίκους αγροτικών περιοχών, ενώ ο Μπάιντεν από τα αστικά κέντρα, τις μειονότητες –στις οποίες ο Τραμπ κατέγραψε μικρή άνοδο της επιρροής του– καθώς και νέους ηλικίας 18-29. Κάτι ήδη γνωστό και αναμενόμενο, που δεν άλλαξε σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές, παρά το ρεκόρ συμμετοχής ψηφοφόρων φέτος. Αξίζει όμως να επισημανθεί η εκλογική συμπεριφορά των Λατίνων και των λευκών ανδρών. Στη Φλόριντα, οι Λατίνοι φαίνεται πως έχρισαν νικητή τον Τραμπ, ο οποίος παρουσιάζοντας τον Μπάιντεν ως «σοσιαλιστή» χτύπησε νεύρο στους αντικομμουνιστές ψηφοφόρους κουβανικής καταγωγής της πολιτείας, ενώ στην Αριζόνα η ψήφος τους μάλλον έγειρε τη ζυγαριά υπέρ του Μπάιντεν. Η μεγαλύτερη επιτυχία του Δημοκρατικού υποψηφίου ήταν αναμφισβήτητα το κλείσιμο της ψαλίδας στους λευκούς άνδρες, όπου τα πήγε κατά πέντε μονάδες καλύτερα από ό,τι η Χίλαρι Κλίντον το 2016, γεγονός που ενδεχομένως να έκρινε το αποτέλεσμα στο λεγόμενο «Rust Belt», δηλαδή στις πολιτείες του Ουισκόνσιν, του Μίσιγκαν και της Πενσιλβάνια, οι οποίες το 2016 έδωσαν τη νίκη στον Τραμπ. 

Δεύτερον, η πανδημία: Μετά μια παρατεταμένη περίοδο επικοινωνιακών παλινωδιών, ο Τραμπ κατάφερε να πλαισιώσει όσο καλύτερα μπορούσε το ζήτημα της πανδημίας με όρους που τον συνέφεραν – υπό το πρίσμα της οικονομίας. Ιδιαίτερα από το τελευταίο debate του με τον Μπάιντεν και μετά, παρουσίασε τον αντίπαλό του ως έναν υποψήφιο που αν εκλεγεί θα στραγγαλίσει την οικονομία λόγω του υπερβολικού φόβου του απέναντι στον κορωνοϊό. Βεβαίως, η πανδημία πολιτικοποιήθηκε έντονα, όπως καταδεικνύεται και από τον τρόπο με τον οποίο ψήφισαν οι οπαδοί των δύο κομμάτων: σημαντικά περισσότεροι Δημοκρατικοί επέλεξαν την επιστολική ψήφο, ενώ σημαντικά περισσότεροι Ρεπουμπλικανοί προτίμησαν να ψηφίσουν διά ζώσης στις κάλπες, στέλνοντας έτσι αμφότεροι και ένα μήνυμα ως προς την προσήκουσα στάση του κράτους και της κοινωνίας απέναντι στην πανδημία. Μία από τις σημαντικές αιτίες, άλλωστε, του εκλογικού θρίλερ των τελευταίων ημερών είναι ότι οι πολιτείες που ακόμη δεν έχουν επίσημα αποτελέσματα καταμετρούν την επιστολική ψήφο στο τέλος της διαδικασίας, με αποτέλεσμα να αλλάξουν «χέρια» πολιτείες όπως το Μίσιγκαν και το Ουισκόνσιν ή να κλείσει κατά πολύ η ψαλίδα υπέρ του Μπάιντεν στην Τζόρτζια και στη Βόρεια Καρολίνα.

Τρίτον, οι προεκλογικές εκστρατείες: Οι Δημοκρατικοί κατάφεραν να συγκεντρώσουν μεγαλύτερα χρηματικά ποσά για την εκστρατεία τους, αξιοποιώντας στο έπακρον τις δυνατότητες του Διαδικτύου και της φίλα προσκείμενης Silicon Valley. Κατάλαβαν μάλιστα νωρίς ότι στόχος τους φέτος δεν είναι να μεταπείσουν τους Ρεπουμπλικανούς ή να πείσουν αναποφάσιστους, αλλά το «Get Out The Vote» (GOTV), να φέρουν δηλαδή όσο γίνεται περισσότερους Δημοκρατικούς στις κάλπες υπέρ του Μπάιντεν. Σε αυτή την κατεύθυνση, έχτισαν πολύ αποτελεσματικά συστήματα που τους επέτρεψαν να αναλάβουν άκρως στοχευμένες ενέργειες στο επίπεδο μέχρι και της γειτονιάς.

Από την άλλη πλευρά, οι Ρεπουμπλικανοί επέλεξαν να προβάλουν την ατρόμητη στάση τους έναντι του κορωνοϊού και στην προεκλογική τους εκστρατεία, εφαρμόζοντας πιο παραδοσιακές μεθόδους, όπως η επικοινωνία πόρτα-πόρτα, αλλά και η διοργάνωση μεγάλων ανοιχτών συγκεντρώσεων, οι οποίες όπως αποδεικνύουν τα εκλογικά αποτελέσματα επέδρασαν καθοριστικά στο να πάνε ξανά οι Ρεπουμπλικανοί να ψηφίσουν τον Τραμπ, γύρω από την προσωπικότητα του οποίου οικοδομήθηκε και η όλη εκστρατεία. Ο συντηρητικός ακτιβιστής Morton Blackwell, πρόεδρος του Leadership Institute, στους περίφημους «Κανόνες της Πολιτικής Διαδικασίας» του (Laws of the Public Policy Process) τονίζει στον κανόνα 44 ότι η ηθική κατακραυγή είναι η ισχυρότερη κινητήρια δύναμη στην πολιτική. Σε αυτόν τον αγώνα σημείων, η ικανότητα του Τραμπ να προκαλεί αυτό το συναίσθημα ίσως να ήταν και ο βασικότερος καθοριστικός παράγοντας της εκλογικής αναμέτρησης.
 
* Ο κ. Αλέξανδρος Σκούρας είναι πρόεδρος του ΚΕΦίΜ, ενώ το 2012 εργάστηκε σε προεδρική εκστρατεία των ΗΠΑ για υποψήφιο του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.