ΑΠΟΨΗ

Εκλογές ΗΠΑ: Δεν πυροβολείς τον «ταχυδρόμο»

Φωτ. AP Photo/Rebecca Blackwell

Πριν από τη διεξαγωγή των προεδρικών εκλογών στις ΗΠΑ, πολλοί αναλυτές στέκονταν σε ένα βασικό σημείο: ότι οι εκλογές του 2020 δεν θα μοιάζουν με τις εκλογές του 2016 ως προς τις δημοσκοπικές προβλέψεις και ότι το Δημοκρατικό Κόμμα έχει πλέον μάθει από τα λάθη του. Παρ’ όλα αυτά, το «γαλάζιο κύμα», η διαφορά 8,4% που μέχρι και την 1η Νοεμβρίου κατέγραφαν οι δημοσκοπήσεις, δεν επιβεβαιώθηκε, το αντίθετο μάλιστα. Για ακόμη μια φορά, λοιπόν, ανοίγει στην Αμερική η συζήτηση για την αξιοπιστία των δημοσκοπικών εργαλείων. Οι επικριτές τους διατυμπανίζουν ότι απέτυχαν πλήρως οι δημοσκοπήσεις και ότι θα πρέπει να «διαλυθεί και να ξαναχτιστεί» ο τομέας, όπως αναφέρει ο κ. Σκοτ Ράσμουσεν, από τους πλέον γνωστούς Αμερικανούς δημοσκόπους.

Είναι όμως πράγματι αληθές ότι απέτυχαν οι δημοσκοπήσεις; Για να καταλήξουμε, θα πρέπει να δούμε κάποια χρήσιμα συμπεράσματα:

Το πρώτο συμπέρασμα είναι ότι υπάρχουν κάποιες σημαντικές δομικές πλέον αδυναμίες στη διάρθρωση των δημοσκοπήσεων, όπως η υπερβολική έμφαση σε ποσοτικά εργαλεία, τη στιγμή που είναι πλέον απαιτητό να συμπληρωθούν από ποιοτικά στοιχειά για να αντιληφθούμε την «άλλη» κοινωνία που δεν απαντάει, που δεν συμπληρώνει ηλεκτρονικά ερωτηματολόγια ή δεν εκφράζει την άποψή της πολύ συνειδητά (αντισυστημικό κίνημα). Το Ινστιτούτο Pew εκτιμά, μάλιστα, ότι το ποσοστό πολιτών που απαντούν σε κλήσεις δημοσκόπων έχει υποχωρήσει κατά 36% τα τελευταία 20 χρόνια. Μετά τις εκλογές του 2016, πράγματι έγιναν κάποια βήματα και πολλές εταιρείες άλλαξαν τη μεθοδολογία τους με βάση πιο ποιοτικά στοιχεία, σταθμίζοντας τα δείγματά τους, π.χ., με βάση την εκπαίδευση. Το γεγονός ότι δεν έγινε το 2016 αναφέρθηκε ως μια από τις κύριες αιτίες του σφάλματος σε έκθεση της Αμερικανικής Ενωσης για την Ερευνα Δημόσιας Γνώμης (AAPOR). Στις εκλογές του 2020 φάνηκε ότι η προσπάθεια αυτή υπήρξε ημιτελής.  

Το δεύτερο συμπέρασμα σχετίζεται με την πρωτοφανή πολιτική κινητοποίηση του προέδρου Τραμπ, η οποία ανέτρεψε βεβαιότητες στις οποίες στηρίχθηκαν οι σχετικές προβλέψεις των εταιρειών δημοσκοπήσεων. Υπήρξε ρεκόρ συμμετοχής και ψήφων, ειδικά από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, με μια άνευ προηγουμένου κινητοποίηση και συμμετοχή ψηφοφόρων, οι οποίοι απείχαν σε προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις. 

Το τρίτο συμπέρασμα αφορά την αλλαγή στα ζητήματα που επηρέασαν/επηρεάζουν την κοινή γνώμη όσον αφορά την τελική της προτίμηση. Αν και θεωρήθηκε κυρίαρχη η υπόθεση και πιθανώς η στάθμιση του δείγματος βάσει της αντιμετώπισης του κορωνοϊού ή της ασφάλειας, αυτό που κυριάρχησε, παρ’ όλα αυτά, ήταν το ζήτημα της οικονομίας, όπως προέκυψε από τα exit polls, που τελικά έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο.

Το τέταρτο συμπέρασμα, όπως και στον τομέα των ΜΜΕ, είναι ότι στις δημοσκοπήσεις εξακολουθούν να αντιλαμβάνονται τους ψηφοφόρους και την κοινή γνώμη ως ενιαίο ακροατήριο. Η αμερικανική κοινωνία χαρακτηρίζεται από διαφορετικά ακροατήρια που μπορεί να μοιράζονται ένα κοινό χαρακτηριστικό, π.χ. οι ισπανόφωνοι έχουν μια συγκεκριμένη προσέγγιση στα ζητήματα της μετανάστευσης. Αποτέλεσμα είναι να συνασπίζονται στη βάση μιας ατζέντας/ζητήματος με άλλες κοινωνικές ομάδες, π.χ. υπερσυντηρητικών τάσεων, κάτι που μπορεί να φαίνεται ιδιαίτερα παράδοξο, ωστόσο συνιστά τη νέα πραγματικότητα (συνεχείς συσπειρώσεις/επανασυσπειρώσεις κ.λπ.). Οσο τέτοιου είδους παράμετροι παραγνωρίζονται, οδηγούμαστε στη μη αποτύπωση των τάσεων που διαμορφώνονται.

Αποτιμώντας τις δημοσκοπήσεις στις αμερικανικές εκλογές, θα πρέπει να θυμηθούμε τις σημαντικές επισημάνσεις που είχαν προβάλει οι δημοσκοπικές εκτιμήσεις, προτού καταλήξουμε σε γενικεύσεις που κάποιες φορές είναι απλουστευτικές. Για παράδειγμα, ενώ αναφέρεται ότι διαψεύστηκαν οι δημοσκοπήσεις στην πρόβλεψη ότι οι πολιτείες «κάστρα» των Δημοκρατικών που είχε κερδίσει ο Τραμπ το 2016 θα γείρουν εύκολα υπέρ του Μπάιντεν, παραγνωρίζεται. Παρ’ όλα αυτά, με βάση τις εκτιμήσεις, είχε τονιστεί ότι ειδικά η μάχη στην πολιτεία της Πενσιλβάνια θα ήταν ιδιαίτερα κρίσιμη. Ωστόσο, αυτό στο οποίο δεν επιβεβαιώθηκαν οι δημοσκοπήσεις ήταν οι προβλέψεις τους για άνετη κυριαρχία του Μπάιντεν στο σύνολο της επικράτειας και η κυριαρχία των Δημοκρατικών στη Γερουσία και στη Βουλή των Αντιπροσώπων. 

Με βάση τα στοιχεία αυτά, οι δημοσκοπήσεις δεν απέτυχαν, αλλά αυτό που συνειδητοποιήσαμε είναι ότι ζούμε στην εποχή της ανατροπής των βεβαιοτήτων, που απαιτεί να γίνουμε πιο ανοιχτοί σε πολλαπλές αναγνώσεις και επάλληλες μετρήσεις. Η αξιοποίηση δεδομένων (big data analysis) σε συνδυασμό με την ενίσχυση χρήσης ποιοτικών μεθόδων (focus groups κ.λπ.) αλλά και επιπλέον δεικτών στάθμισης των αποτελεσμάτων μπορούν να ενισχύσουν τα αποτελέσματα των προβλέψεων. 
 
* Ο δρ Νίκος Σ. Παναγιώτου είναι αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ στο ΑΠΘ.