ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ

Ο κόσμος και οι ΗΠΑ του Μπάιντεν

Φωτ. AP Photo/Paul Sancya

Τι μπορεί να ελπίζει ο κόσμος από μία κυβέρνηση Μπάιντεν εφόσον, όπως όλα δείχνουν, αναδειχθεί νικητής; Οτι αυτή θα είναι μία από τις ηγετικές κινητήριες δυνάμεις του δικτύου «μετα-ηγεμονικών» δημοκρατιών. Σωστά διαβάσατε. «Μία» από τις ηγετικές δυνάμεις, όχι η μόνη. Τα πράγματα άλλαξαν ριζικά από τις αρχές του 21ου αιώνα, όταν η «αμερικανική υπερδύναμη» κυριαρχούσε στον πλανήτη σαν τον μυθικό Κολοσσό. Η συρρίκνωση αυτή έχει δύο αίτια: την παρακμή των ΗΠΑ και την ανάδειξη νέων δυνάμεων. Ακόμη και εάν ο Μπάιντεν είχε επικρατήσει κατά κράτος, ακόμη και εάν οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν, τελικά, τον έλεγχο της Γερουσίας, η αμερικανική ισχύς θα παρέμενε αισθητά περιορισμένη στον κόσμο. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ κατάφερε αποφασιστικό πλήγμα στο διεθνές κύρος των ΗΠΑ. Η καταστροφική διαχείριση της πανδημίας επιβεβαίωσε την εικόνα των ΗΠΑ σαν μία κοινωνία με δομικά προβλήματα, από την υγειονομική περίθαλψη, τις διαφυλετικές σχέσεις, τις υποδομές, την τροφοδοτούμενη από τα μέσα ενημέρωσης οξεία πόλωση και το δυσλειτουργικό πολιτικό σύστημα.
 
Σε πρόσφατη σφυγμομέτρηση της «eupinions», περισσότεροι από τους μισούς ερωτηθέντες Ευρωπαίους εκτιμούν ότι η αμερικανική δημοκρατία είναι «αναποτελεσματική». Το ερώτημα ετέθη πριν ακόμη ο Τραμπ καταγγείλει ως «νοθεία» τη διαδικασία της ολοκληρωμένης καταμέτρησης κάθε ψήφου των εκλογών. Αυτός είναι ο λόγος, που οι δημοκρατικές νουθεσίες των ΗΠΑ προς άλλες χώρες ηχούν σήμερα τόσο υποκριτικές. Ακόμη και συγκρινόμενη με τις ζοφερές εποχές του Βιετνάμ και του Γουότεργκεϊτ, η παρούσα συγκυρία σηματοδοτεί πραγματικό ναδίρ της αμερικανικής «ήπιας ισχύος».
 
Η Ευρώπη έχει αρκετά δικά της προβλήματα, αν και συγκρινόμενο με την αμερικανική οπισθοχώρηση των τελευταίων 20 ετών, το ευρωπαϊκό πείραμα μοιάζει με θρίαμβο της προόδου. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία και τον Καναδά. Ακόμη πιο εντυπωσιακή υπήρξε η άνοδος της Κίνας, που ευνοήθηκε από δεκαετίες αμερικανικής γεωπολιτικής αδιαφορίας. 
 
Ακόμη και εάν αρθούν όλα τα δικαστικά προσκόμματα στην εκλογή του Τζο Μπάιντεν και ο 46ος πρόεδρος ορκισθεί τον Ιανουάριο, θα αντιμετωπίσει μία βαθύτατα διχασμένη χώρα, μία διχασμένη κυβέρνηση και ένα διόλου ενωμένο Δημοκρατικό Κόμμα. Χάρη στην ασύστολη ψευδολογία του Τραμπ, εκατομμύρια ψηφοφόροι των Ρεπουμπλικανών ενδέχεται να μην αποδεχθούν τη νομιμότητα μιας προεδρίας Μπάιντεν. Η ικανότητα του προέδρου Μπάιντεν να προωθήσει αναγκαίες δομικές μεταρρυθμίσεις θα πληγεί –αν δεν ανακοπεί εντελώς– από μία Γερουσία ελεγχόμενη από τους Ρεπουμπλικανούς.
 
Ευτυχώς για τους υπόλοιπους από εμάς, η εξωτερική πολιτική είναι το πεδίο, στο οποίο ο νέος πρόεδρος θα έχει τη μεγαλύτερη ευχέρεια κινήσεων. Ο Μπάιντεν έχει μεγάλη εμπειρία εξωτερικής πολιτικής, ως αντιπρόεδρος και παλαιότερα ως επικεφαλής της επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Γερουσίας. Διαθέτει επίσης πολύπειρη ομάδα εξωτερικής πολιτικής. Μέλη της ομάδας αυτής κάνουν λόγο για τα τρία «C», ως πρωταρχικές στρατηγικές προκλήσεις: COVID (και οι διεθνείς οικονομικές συνέπειες της πανδημίας), climate change (κλιματική αλλαγή) και China (Κίνα). Αυτή είναι μία ατζέντα, πάνω στην οποία σύμμαχοι σε Ευρώπη και Ασία θα συνεργάζονταν ευχαρίστως. Η επιστροφή των ΗΠΑ στη συνθήκη του Παρισιού για το κλίμα, από την οποία η Ουάσιγκτον υπαναχώρησε επισήμως την Τετάρτη, θα αποτελέσει ένα ουσιαστικό πρώτο βήμα.
 
Το ΝΑΤΟ παραμένει ουσιώδες συστατικό της ευρωπαϊκής ασφάλειας απέναντι στη ρωσική επιθετικότητα. Το κλειδί για την ανάκτηση της ευρωπαϊκής καλής θέλησης θα είναι, όμως, η οικοδόμηση νέων σχέσεων εμπιστοσύνης και συνεργασίας μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης. Ακόμη και πριν ορκισθεί πρόεδρος, ο Τζο Μπάιντεν ίσως θα έπρεπε να εκφράσει την εκτίμησή του για τον τρόπο, με τον οποίο η Ευρώπη κράτησε ψηλά τη σημαία του φιλελεύθερου διεθνισμού, ενώ οι ΗΠΑ του Τραμπ ήταν απούσες. Η πρώτη προεδρική του επίσκεψη στην Ευρώπη θα πρέπει να περιλαμβάνει τα αρχηγεία των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων στις Βρυξέλλες. (Ισως μία ομιλία ενώπιον της ολομέλειας του Ευρωκοινοβουλίου;). Μία αναφορά στην ομιλία του Τζορτζ Μπους του πρεσβύτερου στη Γερμανία το 1989 με θέμα «τη συμμαχία ηγετικών δυνάμεων», ίσως να βοηθούσε, εάν περιελάμβανε ολόκληρη την Ε.Ε. Σε αυτή τη συμμαχία ομότιμων κρατών, οι ΗΠΑ δεν θα κάθονται πάντα στην κεφαλή του τραπεζιού. Αυτή είναι η έννοια του «μετα-ηγεμονικού» κόσμου.
 
Οι Ευρωπαίοι οφείλουν να αναλάβουν μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για την ασφάλειά τους. Ο Μπάιντεν, όμως, δεν πρέπει να μιμηθεί την εμμονή του Τραμπ για δαπάνη 2% του ΑΕΠ στην άμυνα, όπως ορίζει το καταστατικό της Συμμαχίας. Ο Γερμανός διανοητής της γεωπολιτικής στρατηγικής Βόλφγκανγκ Ισινγκερ έχει προτείνει ιδανικό τρόπο επαναδιατύπωσης του θέματος: αντιμετωπίστε το, λες και επρόκειτο για δαπάνη 3% για τα 3D: Defense (Αμυνα), Diplomacy (Διπλωματία) και Development (Ανάπτυξη). Μία αυτοαποκαλούμενη «γεωπολιτική» Ε.Ε. οφείλει να αναλάβει μεγαλύτερα βάρη στην ευρύτερη περιοχή της. Αυτό σημαίνει μεγαλύτερη εμπλοκή στον νότο, δηλαδή στην Ανατολική Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική και στα ανατολικά, με στόχο την αντιμετώπιση της ρωσικής επιθετικότητας, με άσκηση επιρροής στην εξεγερμένη Λευκορωσία, την Ουκρανία και τη σημαντικά εξασθενημένη Ρωσία.
 
Μία νέα διπλωματική προσέγγιση της Ουάσιγκτον στην Ε.Ε. θα προκαλέσει την οργή των εξτρεμιστών του Brexit, οι οποίοι κυριαρχούν στην κυβέρνηση του Μπόρις Τζόνσον. Η κυβέρνηση του Λονδίνου είχε τουλάχιστον την καλή ιδέα να προσκαλέσει στη σύνοδο των G7, που θα διοργανώσει το ερχόμενο έτος, τις σημαντικές ασιατικές δημοκρατίες.
 
Αυτά συνάδουν με το κεντρικό πολιτικό σχέδιο της ομάδας Μπάιντεν: η συνεργασία μεταξύ δημοκρατιών. Οι ΗΠΑ διέθεταν ήδη το θεσμό Quad, που τις συνέδεε με την Αυστραλία, την Ιαπωνία και την Ινδία. Τέτοιοι θεσμοί θα αποδειχθούν εξίσου σημαντικοί, όταν Ε.Ε. και Βρετανία θα πρέπει να συναλλαγούν με την Κίνα.
Αν η κυβέρνηση Μπάιντεν φερθεί με σωφροσύνη, θα δημιουργήσει δίκτυο δημοκρατιών, αντί των δυσκίνητων σημερινών συμμαχιών και άλλων διεθνών θεσμών. Ακόμη και μία «σύνοδος κορυφής δημοκρατιών», που βρίσκεται στα σχέδια του εν αναμονή προέδρου, θα έθετε ενοχλητικά ερωτήματα σχετικά με τα κριτήρια επιλογής των συμμετεχόντων. Αν σκεφτείτε ότι αυτό είναι ένα δίκτυο, όμως, ο θεσμός διατηρεί την ευκαμψία του και επιτρέπει την τροποποίηση ή τη σύσταση συμμαχιών προθύμων για κάθε ακανθώδες θέμα ξεχωριστά. Η Ινδία του Ναρέντρα Μόντι, για παράδειγμα, παρότι δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί πρότυπο φιλελεύθερης δημοκρατίας, είναι αναγκαία για τη διαχείριση των τριών C.
 
Σε κάθε θέμα, Ε.Ε. και ΗΠΑ πρέπει να εντοπίζουν τις πρόθυμες δημοκρατικές συμμάχους. Αυτό, όμως, δεν αρκεί. Υπάρχουν στιγμές, που η συνεργασία με αυταρχικά καθεστώτα είναι επιβεβλημένη, όπως στην περίπτωση της Κίνας. Το Πεκίνο αποτελεί τη μεγαλύτερη γεωπολιτική πρόκληση της εποχής μας. Αν και είναι ένα από τα τρία C, η συμμετοχή του στη διαχείριση των άλλων δύο (COVID και κλιματική αλλαγή) είναι απαραίτητη. Πρόκειται για έναν πιο επίφοβο ιδεολογικό και στρατηγικό αντίπαλο από ό,τι υπήρξε η Σοβιετική Ενωση, τουλάχιστον μετά τη δεκαετία του 1970, ενώ η συνεργασία του είναι πλέον αναγκαία σε περισσότερα φλέγοντα ζητήματα.
 
Ακολουθώντας διττή στρατηγική ανταγωνισμού και συνεργασίας, οι ΗΠΑ διαθέτουν σημαντικά πλεονεκτήματα. Παρότι ο «ισχυρότερος στρατός στην ανθρώπινη ιστορία» ηττήθηκε από τεχνολογικά υποδεέστερους αντιπάλους στο Ιράκ, οι ΗΠΑ είναι η μόνη στρατιωτική δύναμη, ικανή να αντιπαρατεθεί με την Κίνα και να αποσοβήσει την απειλή του προέδρου Σι Τζινπίνγκ κατά της δημοκρατίας στην Ταϊβάν. Η Αμερική συνεχίζει να ηγείται στην παγκόσμια τεχνολογική σκηνή, που αντικατέστησε τον άνθρακα και τον χάλυβα στις ημέρες μας. Παρακολουθούμε γαλλικές σειρές στο Netflix, αγοράζουμε γερμανικά βιβλία μέσω Amazon, συνομιλούμε με Αφρικανούς φίλους στο Facebook, παρακολουθούμε τις πολιτικές εξελίξεις στη Βρετανία χάρη στο Twitter και αναζητούμε επικριτικά άρθρα κατά των ΗΠΑ στη σελίδα της Google. Σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη τεχνητής νοημοσύνης, η Ευρώπη καθυστερεί αισθητά σε σχέση με την Κίνα και τις ΗΠΑ.
 
Δεδομένων των εσωτερικών τους προβλημάτων, όμως, οι ΗΠΑ δεν μπορούν να διαχειρισθούν από μόνες τους την Κίνα, η οποία είναι ήδη μία πολύπλευρη υπερδύναμη. Η Κίνα χρειάζεται, όμως, δίκτυο εταίρων σε Ευρώπη και ΗΠΑ, όσο τη χρειάζονται και αυτοί. Ας σφίξουμε λοιπόν το χέρι που μας τείνει ένας καλός άνθρωπος στον Λευκό Οίκο, συνειδητοποιώντας τη σημασία της ευκαιρίας που μας δίνεται.
 
* Ο κ. Τίμοθι Γκάρτον Ας είναι καθηγητής Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, συνεργάτης του Hoover Institution στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ και συγγραφέας του βιβλίου «Free World: America, Europe and the Surprising Future of the West».