ΚΟΡΩΝΟΙΟΣ

Στον «πυρετό» των εμβολίων

ston-pyreto-ton-emvolion0

Η παγκόσμια κοινότητα ζει στον «πυρετό των εμβολίων» κατά του κορωνοϊού, αναμένοντας την ταχύτερη δυνατή και ευρεία διάθεσή τους, ώστε να παρέλθει ανεπιστρεπτί ο εφιάλτης της COVID-19. Τα εμβόλια των εταιρειών Pfizer και Moderna Inc, που αμφότερα στηρίζονται στην τεχνολογία mRNA, πιθανόν να εγκριθούν από τον Αμερικανικό Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) το πρώτο δεκαπενθήμερο του Δεκεμβρίου, ανοίγοντας τον δρόμο για τον εμβολιασμό 20 εκατομμυρίων Αμερικανών, κατά προτεραιότητα ηλικιωμένων και ευπαθών ομάδων. Δρομολογείται επίσης για λίγο αργότερα ο εμβολιασμός 25 εκατομμυρίων Αμερικανών κάθε μήνα. 
Επί ποδός πολέμου για τους εμβολιασμούς και η Ευρώπη. Η γαλλική κυβέρνηση προετοιμάζεται για τη διανομή εμβολίου κατά της COVID-19 από τον Ιανουάριο, αν το σκεύασμα λάβει έγκριση, εγγράφοντας 1,5 δισ. ευρώ στον προϋπολογισμό του 2021 για τον σκοπό αυτό. Στο Βέλγιο, η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι προτίθεται να εμβολιάσει τουλάχιστον το 70% του πληθυσμού, δηλαδή 8 εκατ. ανθρώπους. Το ποσοστό αυτό είναι αναγκαίο για την επίτευξη ανοσίας της αγέλης.

Στην Κίνα, όπου τέσσερα υποψήφια εμβόλια βρίσκονται στη φάση 3 των κλινικών μελετών και η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητά τους δεν έχουν εξακριβωθεί, έχει ήδη ξεκινήσει εκστρατεία υπέρ του μαζικού εμβολιασμού και εκατομμύρια Κινέζοι ανταποκρίνονται στο κέλευσμα του Πεκίνου να εμβολιαστούν. Η υψηλή ζήτηση των σκευασμάτων προκάλεσε τη δημιουργία «μαύρης αγοράς» και οι επιτήδειοι, οι «κίτρινες αγελάδες» όπως ονομάζονται, εισπράττουν ακόμα και 1.270 ευρώ προκειμένου ο πελάτης τους να αποκτήσει ραντεβού για να εμβολιαστεί. Είναι βέβαιο ότι όσοι επιλέγουν να εμβολιαστούν αντιμετωπίζουν πληθώρα κινδύνων. Νιώθουν ότι είναι άτρωτοι έναντι μιας πιθανής λοίμωξης, παρότι η αποτελεσματικότητα των εμβολίων παραμένει αβέβαιη, και μπορεί να συμπεριφερθούν κατά τρόπους που αυξάνουν τις πιθανότητες λοίμωξης. Επίσης, πιθανώς να τους επιτραπεί να κάνουν ένα άλλο αποτελεσματικό εμβόλιο και φυσικά διατρέχουν τον κίνδυνο των παρενεργειών.

Η Δύση, πάλι, παρακολουθεί πιο ψύχραιμα τις εξελίξεις από το μέτωπο των εμβολίων και περιμένει υπομονετικά την έγκριση και διάθεσή τους. Πλέον τα διαφορετικά εμβόλια δεν ανταγωνίζονται μόνο σε αποτελεσματικότητα, ασφάλεια και κόστος, αλλά ιδιαιτέρως στην ευκολία μεταφοράς και συντήρησής τους. Το εμβόλιο των Pfizer/BioNTech, για παράδειγμα, χρειάζεται θερμοκρασίες συντήρησης και μεταφοράς στους -70 βαθμούς Κελσίου, εν αντιθέσει με αυτό της Moderna Inc, το οποίο μπορεί να διατηρηθεί σε θερμοκρασία 20 βαθμών Κελσίου υπό το μηδέν. Είναι προφανές ότι η διάθεση αμφοτέρων των εμβολίων σε κράτη με θερμότερο κλίμα και υποδεέστερες υποδομές θα είναι μια πρόκληση. Οπως αναφέρει δημοσίευμα του περιοδικού Science, αυτές οι δυσκολίες θα προκαλέσουν μεγάλες καθυστερήσεις στον μαζικό εμβολιασμό των πληθυσμών.

Σε μια άλλη εξέλιξη, ιδιαιτέρως ενθαρρυντικά είναι τα νέα για τη διάρκεια της ανοσίας που πυροδοτεί η λοίμωξη από τον κορωνοϊό, ερώτημα που προκαλούσε πραγματικό πονοκέφαλο στους ειδικούς, γεννώντας ερωτήματα για την ανάγκη επανάληψης των εμβολιασμών. Μελέτη των επιστημόνων που Ινστιτούτου Ανοσολογίας Λα Τζόλα της Καλιφόρνιας, που δεν αξιολογήθηκε ακόμα από επιστημονική επιτροπή, υποδεικνύει ότι η ανοσία διαρκεί για πολλούς μήνες ή ακόμα και χρόνια. Ο συντονιστής της μελέτης, λοιμωξιολόγος Σέιν Γκρότι, επισημαίνει ότι «η ανοσολογική μνήμη της λοίμωξης από κορωνοϊό, που μας θωρακίζει από μια σοβαρή επαναλοίμωξη από τον ίδιο παράγοντα, διαρκεί αρκετά χρόνια».

Τέλος, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η παρουσία υπερφθοριωμένων χημικών ουσιών, που ανιχνεύονται κατά κόρον στον οργανισμό των Αμερικανών, καθώς χρησιμοποιούνται σε χιλιάδες αντικείμενα, από τα αντικολλητικά σκεύη και τα αδιάβροχα ρούχα μέχρι τις συσκευασίες της πίτσας, πιθανώς να περιορίσει την αποτελεσματικότητα κάποιων εμβολίων κατά της COVID-19. Μελέτες σε παιδιά, αλλά και σε υγειονομικούς, που εκτέθηκαν σε αυτά τα χημικά, ανίχνευσαν σημαντικά χαμηλότερες συγκεντρώσεις αντισωμάτων μετά τον αντιτετανικό εμβολιασμό και μετά τον εμβολιασμό κατά της διφθερίτιδας. Οπως επισημαίνει ο καθηγητής Περιβαλλοντικής Υγείας της Σχολής Δημόσιας Υγείας του Χάρβαρντ Φίλιπ Γκρανζάν, «αυτή τη στιγμή δεν γνωρίζουμε πώς τα συγκεκριμένα χημικά θα επηρεάσουν τον εμβολιασμό κατά της COVID-19. Μπορούμε μόνο να ελπίζουμε για το καλύτερο».