ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ

Γιατί ο Τραμπ δεν υπέστη σαρωτική ήττα;

Φωτ. Reuters

Ο Τζο Μπάιντεν κέρδισε τις περισσότερες ψήφους και τους περισσότερους εκλέκτορες με αποτέλεσμα να εκλεγεί ο 46ος Πρόεδρος των ΗΠΑ, επιβεβαιώνοντας στο σκέλος αυτό τις δημοσκοπήσεις και το exit poll. Ωστόσο, είναι φανερό ότι ο Τραμπ είχε καλύτερη εκλογική επίδοση από ό,τι ανέμεναν οι προεκλογικές έρευνες, κερδίζοντας μάλιστα περισσότερες ψήφους συγκριτικά με το 2016. Υπό αυτή την έννοια, αν και ηττήθηκε, η απόρριψη της προεδρίας του δεν υπήρξε σαρωτική.

Το ερώτημα είναι γιατί;

Μια από τις πιθανές ερμηνείες προέρχεται από τη θεωρία της πολιτικής ταυτότητας (political branding). Από τη σκοπιά αυτή, κάθε νέο-εκλεγμένη κυβέρνηση χρειάζεται, μεταξύ άλλων, να διατηρήσει την αξιοπιστία της στα μάτια των ψηφοφόρων της προκειμένου να αυξήσει τις πιθανότητες επανεκλογής. Η αξιοπιστία της εξαρτάται από το βαθμό εκπλήρωσης των προεκλογικών της δεσμεύσεων. Όσο μικρότερη είναι απόκλιση ανάμεσα σε προεκλογικές υποσχέσεις και μετεκλογικές πράξεις, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα να διατηρήσει την εμπιστοσύνη της εκλογικής της βάσης και κατά συνέπεια να κερδίσει μια δεύτερη θητεία.

Ο Τραμπ αναδείχθηκε πρόεδρος των ΗΠΑ το 2016 υποσχόμενος κατά κύριο λόγο δραστική μείωση των φόρων, επιβολή δασμών στις εισαγωγές που προέρχονταν κυρίως από την Κίνα, περιορισμό της μετανάστευσης μέσω της κατασκευής ενός τείχους στα σύνορα ΗΠΑ-Μεξικό καθώς και την κατάργηση του νόμου για την επέκταση της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης (Obamacare). Τέσσερα χρόνια αργότερα, φαίνεται ότι κατάφερε να τηρήσει πολλές από τις υποσχέσεις του. Σύμφωνα με προεκλογική δημοσκόπηση της YouGov και του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, η μεγάλη πλειονότητα όσων ψήφισαν τον Τραμπ το 2016 δήλωσε ότι «αθέτησε λιγότερες από μία στις πέντε προεκλογικές του δεσμεύσεις» δηλώνοντας ταυτόχρονα την πρόθεσή της να τον ξαναψηφίσει το 2020. Κάτι που επιβεβαιώθηκε και στην κάλπη, καθώς σύμφωνα με το exit poll, το 92% όσων στήριξαν τους Ρεπουμπλικάνους το 2016, παρέμειναν πιστοί στην επιλογή τους και το 2020.

Συνεπώς, φαίνεται πως ο Τραμπ κατάφερε να διατηρήσει την εμπιστοσύνη της μεγάλης πλειονότητας της εκλογικής του βάσης, επηρεάζοντας έτσι και τα κριτήρια με τα οποία τελικώς ψήφισε. Είναι ενδεικτικό ότι, βάσει του exit poll, μόλις το 17% του εκλογικού σώματος δήλωσε ότι η αντιμετώπιση του κορωνοϊού είναι το σημαντικότερο πρόβλημα της χώρας.

Συναφώς οι ψηφοφόροι του έδειξαν να ανησυχούν περισσότερο για το θέμα της οικονομίας (82%) δίνοντας προτεραιότητα  στην προσπάθεια οικονομικής ανάκαμψης «ακόμα κι αν βλάπτει τις προσπάθειες περιορισμού του κορωνοϊού» (76%), όπως επίσης και στο ζήτημα της τήρησης του νόμου και της τάξης (71%). Αντίθετα  οι υποστηρικτές του Μπάιντεν έδωσαν προτεραιότητα στην αντιμετώπιση των φυλετικών ανισοτήτων (91%), στη διαχείριση της πανδημίας (82%) προκρίνοντας ταυτόχρονα την αποτελεσματική αντιμετώπιση του κορωνοϊού «ακόμα κι αν βλάπτει την οικονομία» (80%) καθώς και στο ζήτημα της υγειονομικής περίθαλψης (63%).

Εν κατακλείδι, η στρατηγική του Τραμπ αποδείχθηκε ανεπαρκής για να του εξασφαλίσει μια δεύτερη θητεία καθώς η αποτυχία στη διαχείριση του κορωνοϊού φαίνεται πως κόστισε πολιτικά. Το γεγονός ωστόσο ότι η συντριπτική πλειοψηφία των υποστηρικτών του έκρινε ότι εκπλήρωσε κατά τη θητεία του, το προεκλογικό πρόγραμμα του 2016, φαίνεται πως εξηγεί την εκλογική του αντοχή και το σχεδόν οριακό εκλογικό αποτέλεσμα.

* Ο Darren Lilleker είναι καθηγητής Πολιτικής Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Bournemouth.

** O Πάνος Κολιαστάσης είναι διδάκτωρ Πολιτικής Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Queen Mary του Λονδίνου και μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.