ΚΟΣΜΟΣ

«Koτόπουλο» χωρίς κότες και «μπιφτέκι» χωρίς μοσχάρια

kotopoylo-choris-kotes-kai-mpifteki-choris-moscharia-561193693

Η πρώτη καλλιέργεια ιστών κρέατος απαίτησε περίπου δύο χρόνια και 300.000 δολάρια προκειμένου να αποδώσει ένα εργαστηριακό «μπιφτέκι», το 2013. Επτά χρόνια αργότερα, στις 2 Δεκεμβρίου 2020, οι πρώτες μπουκιές από «κοτόπουλο» βιολογικού εργαστηρίου της εταιρείας Eat Just έλαβαν άδεια για ανθρώπινη κατανάλωση από τις Αρχές της Σιγκαπούρης και σύντομα θα σερβίρονται σε ένα και μοναδικό εστιατόριο της πόλης. Οι περίπου 50 εταιρείες, σχεδόν αποκλειστικά αμερικανικές, που αναπτύσσουν τεχνητό κρέας, κοτόπουλο και ψάρι, θεωρούν ότι σε 15 χρόνια τα προϊόντα τους θα βρίσκονται παντού, σαν μια φθηνή και συνηθισμένη εναλλακτική λύση. Τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο απλά. 

Κατ’ αρχάς, τι σημαίνει τεχνητό κρέας; Ας διευκρινίσουμε ότι δεν πρόκειται για φυτικά υποκατάστατα που έχουν το σχήμα και προσεγγίζουν τη γεύση κρέατος, όπως αυτά που κυκλοφορούν σήμερα στο εμπόριο και προορίζονται για χορτοφάγους. Πρόκειται για ένα νέο κεφάλαιο στην τεχνολογία τροφίμων, που φιλοδοξεί να δημιουργήσει «βοδινό» μπιφτέκι χωρίς αγελάδα, «χοιρινό» σουβλάκι χωρίς γουρούνι, «σασίμι» χωρίς αλίευση τόνου και μπουκιές «κοτόπουλου» χωρίς κότες. 

To εγχείρημα έχει ονομαστεί «κούρσα του Διαστήματος» στον διατροφικό τομέα, αλλά το ερώτημα είναι γιατί να επενδύσει κανείς εκατοντάδες εκατομμύρια σε βιοαντιδραστήρες για τον πολλαπλασιασμό των ζωικών κυττάρων αν δεν ζει στον Αρη. Και γιατί οι ρυθμιστικές αρχές να εγκρίνουν προς ανθρώπινη κατανάλωση ένα προϊόν του οποίου οι συνέπειες για την υγεία είναι άγνωστες. Στις ΗΠΑ, η έγκριση τέτοιων προϊόντων απέχει περίπου δύο χρόνια, ενώ η Ευρωπαϊκή Ενωση τα κατατάσσει στους γενικώς τροποποιημένους οργανισμούς και απαγορεύει την κυκλοφορία τους. Τα «καλλιεργημένα κρέατα» περιέχουν κύτταρα από βοδινό, κοτόπουλο ή ψάρι, τα οποία τοποθετούνται σε βιολογικές «σκαλωσιές» και τροφοδοτούνται μαζί με θρεπτικά συστατικά και ορμόνες, σε συσκευές που ονομάζονται βιοαντιδραστήρες, ώστε να πολλαπλασιαστούν δημιουργώντας μυϊκό ιστό. Για τη διαδικασία αυτή, σε πρώτη φάση απαιτούνται βλαστοκύτταρα από νεαρό μοσχάρι, αν και σύντομα οι εταιρείες ετοιμάζονται να αντικαταστήσουν τα βλαστοκύτταρα αυτά με ορό φυτικής προέλευσης. 

Αν τα προϊόντα εγκριθούν προς ανθρώπινη κατανάλωση σε κάποια μεγάλη αγορά, αν γίνουν αποδεκτά από αρκετά μεγάλη μερίδα αγοραστών ρίχνοντας το κόστος παραγωγής τους κάτω των συμβατικών, η πίεση προς τους συμβατικούς κτηνοτρόφους θα είναι τεράστια. Σήμερα ένας στους επτά κατοίκους του πλανήτη ασχολείται με κάποιο τρόπο με την κτηνοτροφία. Οι υπερασπιστές της καλλιέργειας κυττάρων για παραγωγή κρέατος υποστηρίζουν ότι μπορεί να απαντήσει στην όλο και μεγαλύτερη ζήτηση για κρέας, που ξεπερνά τις δυνατότητες του πλανήτη, ενώ υπό κάποιες προϋποθέσεις (καθαρές πηγές ενέργειας για την παραγωγή της θερμότητας που χρειάζονται οι βιοαντιδραστήρες), μπορεί η εξάπλωσή της να μειώσει το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της κτηνοτροφίας. Επίσης, μειώνει τις ανάγκες σε γη και αποσυνδέει την κτηνοτροφική παραγωγή από την αβεβαιότητα του καιρού. Το επιχείρημα της διατροφικής ασφάλειας ωστόσο είναι αμφιλεγόμενο, αφού οι συμβατικές εισαγωγές κρεάτων απλώς αντικαθίστανται από εισαγωγές των ορμονών και θρεπτικών συστατικών που τροφοδοτούν τις καλλιέργειες κυττάρων.  

Οι εκπρόσωποι μεγάλων κτηνοτροφικών μονάδων σημειώνουν ότι η νέα βιομηχανία δεν πρέπει να προσπαθήσει να υιοθετήσει ονόματα κρεάτων, αλλά να αποκαλεί τα προϊόντα «ζωική πρωτεΐνη εργαστηριακής καλλιέργειας». Επιπλέον, δεν θεωρούν ότι η γεύση, η υφή και η θρεπτική αξία των τεχνητών κρεάτων μπορεί ποτέ να είναι εφάμιλλη των συμβατικών. Δύο από τις μεγαλύτερες εταιρείες κτηνοτροφικών προϊόντων παγκοσμίως, πάντως, η Cargill και η Tyson, έχουν μερίδιο σε μία από τις εταιρείες startups του κλάδου της καλλιέργειας κρέατος, τη Memphis Foods.