JAMES D. ATHANASSIOU, ΕΦΗ ΠΕΝΤΑΛΙΟΥ

Οι Βρετανοί ψηφίζουν «Ναι στην ΕΟΚ»

Με ποσοστό 67% υπέρ οι πολίτες επικυρώνουν με δημοψήφισμα τη συμμετοχή της χώρας στην ευρωπαϊκή ενοποίηση

oi-vretanoi-psifizoyn-nai-stin-eok-561193717

Το πρώτο εθνικό δημοψήφισμα στο Ηνωμένο Βασίλειο πραγματοποιήθηκε στις 5 Ιουνίου 1975. Επιζητούσε τη συναίνεση του εκλογικού σώματος για την ένταξη της χώρας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, η οποία είχε πραγματοποιηθεί 2,5 χρόνια νωρίτερα υπό την κυβέρνηση των Συντηρητικών του Εντουαρντ Χιθ. Αν και νομικά μη δεσμευτικό, το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος θα αποτελούσε πρακτικά εντολή προς τις μελλοντικές κυβερνήσεις. Με το ποσοστό συμμετοχής στο 64%, το 67% ψήφισε υπέρ της παραμονής στις Κοινότητες και το 33% εναντίον. Η απόφαση αυτή δεν ήταν δεδομένη. Αποτέλεσε προσωπικό θρίαμβο του πρωθυπουργού Χάρολντ Ουίλσον, ο οποίος είχε ρισκάρει το μέλλον της χώρας του για να κρατήσει ενωμένο ένα διχασμένο αντιευρωπαϊκό Εργατικό Κόμμα.

Η υπερδεκαετής πορεία προς την ένταξη

Η σχέση μεταξύ του βρετανικού λαού και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ήταν στην καλύτερη περίπτωση συγκεχυμένη. Η βρετανική άρνηση συμμετοχής στο σχέδιο Σουμάν και στην ΕΚΑΧ το 1950 ήταν ενδεικτική της απροθυμίας συμμετοχής σε μια θεσμοποιημένη διαδικασία ενοποίησης. Ο Ερνεστ Μπέβιν, υπουργός Εξωτερικών το 1945-51, συνόψισε τα αντιφατικά αισθήματα στη Βρετανία όταν σχολίασε: «Αν ανοίξεις αυτό το κουτί της Πανδώρας, δεν ξέρεις ποτέ τι δούρειοι ίπποι θα βγουν».

Από το 1961, όταν ο πρωθυπουργός Χάρολντ Μακμίλαν υπέβαλε την πρώτη αίτηση ένταξης στην ΕΟΚ, το θέμα δίχαζε τη βρετανική κοινωνία. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η επιλογή της συμμετοχής ποτέ δεν ανέβηκε πάνω από το 54%. Οι αντίπαλοι της ένταξης (anti-marketeers) βρίσκονταν σε όλο το πολιτικό φάσμα, ενώ λάμβαναν υποστήριξη και από τα δύο άκρα του πολιτικού συστήματος. Η επιλογή τους σπάνια έπεφτε κάτω από το 35%, συχνά ήταν πολύ ψηλότερα.

Οι αντίπαλοι της ένταξης δεν ανησυχούσαν όσο ο Γάλλος πρόεδρος Ντε Γκωλ ήταν στην εξουσία: άσκησε δύο φορές βέτο στη βρετανική ένταξη, το 1963 και το 1967, καθώς δεν ήθελε τους «δούρειους ίππους των Αμερικανών» στην ΕΟΚ. Δεν υπολόγισε, όμως, την οξυδέρκεια του Ουίλσον.
Ο Ουίλσον ενοχλήθηκε από το βέτο του 1967 και έξυπνα άφησε τη βρετανική αίτηση «στο τραπέζι». Ο Ζωρζ Πομπιντού αντικατέστησε τον Ντε Γκωλ το 1969, και η αίτηση προχώρησε το 1970. Αλλά τον Ιούνιο εκείνου του έτους, ο Ουίλσον έχασε τη μοναδική από τις πέντε εκλογές στις οποίες ηγήθηκε του Εργατικού Κόμματος. Η νέα Συντηρητική κυβέρνηση, υπό τον ένθερμα φιλοευρωπαίο Χιθ ολοκλήρωσε τις διαπραγματεύσεις. Η Συνθήκη Προσχωρήσεως υπεγράφη τον Ιανουάριο 1972 και η εισδοχή ορίστηκε για την 1η Ιανουαρίου 1973.

oi-vretanoi-psifizoyn-nai-stin-eok0
13.5.1975. Ο Εντουαρντ Χιθ, πρώην αρχηγός των Συντηρητικών, ο Τζέρεμι Θορπ, ηγέτης των Φιλελευθέρων (αριστερά), και ο Ρόι Τζένκινς, υπουργός Εσωτερικών των Εργατικών και μετέπειτα πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στην πρώτη συνέντευξη Τύπου υπέρ της παραμονής της Βρετανίας στην ΕΟΚ. Φωτ. ASSOCIATED PRESS

Οι ελιγμοί του Ουίλσον, το κόμμα και η Κοινότητα

Μετά την εκλογική ήττα του, ο Ουίλσον σχεδίασε την επάνοδό του. Οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις τον βοήθησαν να κάνει αντιπολίτευση στον Χιθ και να διαχειριστεί το κατά βάση αντι-Κοινοτικό κόμμα του. Επαιρνε ρίσκα, αλλά ήλπιζε ότι θα κατάφερνε να ελαχιστοποιήσει τις απώλειες. Το 1971 ανάγκασε τους βουλευτές του να αντιταχθούν στην ένταξη «με τους όρους των Συντηρητικών», αλλά 69 από αυτούς, υπό τον υπαρχηγό των Εργατικών, Ρόι Τζένκινς, δεν υπάκουσαν και υποστήριξαν την ένταξη. Στο κομματικό συνέδριο του 1972, υπήρξε πρόταση για δέσμευση να αποχωρήσει η Βρετανία από την Κοινότητα μόλις επανέρχονταν οι Εργατικοί στην εξουσία, αλλά ο Ουίλσον απείλησε με παραίτηση αν γινόταν δεκτή. Σε μια προσπάθεια να μετριάσει το μήνυμα του ηγέτη της αριστεράς του κόμματος, Τόνι Μπεν, ο Ουίλσον δέσμευσε το κόμμα για διενέργεια δημοψηφίσματος σε περίπτωση επιστροφής στην εξουσία. Ο Τζέιμς Κάλαχαν, μελλοντικός υπουργός Εξωτερικών και πρωθυπουργός, αποκάλεσε αυτή την τακτική κίνηση «σωσίβια λέμβο».

Ο Ουίλσον ήξερε τι ήθελε και πώς να το πετύχει. Στις δύο εκλογές του 1974, το Εργατικό Κόμμα υποσχέθηκε επαναδιαπραγμάτευση των όρων ένταξης και κατόπιν δημοψήφισμα για την παραμονή της χώρας. Στη δεύτερη εκλογή εξασφάλισε αυτοδυναμία μόλις τριών εδρών. Αλλά η νίκη δεν απέκρυπτε τον εσωκομματικό διχασμό. Ο Ουίλσον έπρεπε να διαχειριστεί την κατάσταση και να αποκρούσει την πρόκληση της αριστερής του πτέρυγας.
Το 1975, επαναδιαπραγμαθεύτηκε τους όρους ένταξης. Επιζητούσε να επεκτείνει τους προτιμησιακούς όρους της μεταβατικής περιόδου, να μειώσει την εισφορά της χώρας στον κοινοτικό προϋπολογισμό και να επαναφέρει τις επιδοτήσεις στους μικρούς αγρότες. Οι απαιτήσεις αυτές έφεραν αναστάτωση στην Κοινότητα, αλλά παρά τις γαλλικές επιφυλάξεις, η ΕΟΚ, έως τον Μάρτιο του 1975, έκανε στη Βρετανία επαρκείς παραχωρήσεις ώστε ο Ουίλσον να έχει το πλεονέκτημα στο δημοψήφισμα.

Με ένα φυλλάδιο που διανεμήθηκε κατ’ οίκον, ο Ουίλσον τάχθηκε υπέρ της ψήφου για παραμονή. Το Συντηρητικό και το Εργατικό Κόμμα υποστήριξαν το ίδιο, αλλά η προεκλογική εκστρατεία υπήρξε σκληρή. Κινήματα όπως το «Βρετανία στην Ευρώπη» αναμετρήθηκαν με την «Εκστρατεία για το Εθνικό Δημοψήφισμα» που εξέφραζε τη νοσταλγία για τις αυτοκρατορικές ημέρες. Η κύρια αντίδραση στην παραμονή εκφράστηκε από μέλη του Εργατικού Κόμματος και εκκεντρικούς ακροδεξιούς εξτρεμιστές.

oi-vretanoi-psifizoyn-nai-stin-eok2
4.6.1975. Η υπουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών Μπάρμπαρα Κασλ και ο Συντηρητικός βουλευτής Ινοχ Πάουελ σε συνέντευξη Τύπου κατά της παραμονής της Βρετανίας στην ΕΟΚ.

Οι αντίπαλοι της παραμονής

Για τη βρετανική Αριστερά, η ΕΟΚ ήταν απλώς μια καπιταλιστική λέσχη. Ο επιφανής ιστορικός Ε. Π. Τόμσον την περιέγραψε ως «μια ομάδα παχιών, πλούσιων εθνών που ταΐζουν λιχουδιές το ένα το άλλο». Οι υπουργοί Μπάρμπαρα Κασλ, Μάικλ Φουτ και Τόνι Μπεν ηγήθηκαν της εκστρατείας για το «όχι». Σε ημερήσιο συνέδριο τον Απρίλιο 1975, τα δύο τρίτα των Εργατικών συνέδρων ψήφισαν με πλειοψηφία 2 προς 1 υπέρ της αποχώρησης. Οταν ο Τζένκινς και άλλα μέλη του κόμματος εξέπεμψαν μηνύματα υπέρ της Κοινότητας – τονίζοντας τη σημασία της για τους Βρετανούς εργαζομένους, αλλά και το γεγονός ότι από το 1962 οι βρετανικές συναλλαγές με την Ευρώπη ξεπερνούσαν αυτές με την Κοινοπολιτεία– δέχθηκαν χλευασμό και προσωπικές επιθέσεις.

Η αντίθεση προς την ΕΟΚ προήλθε και από τη Δεξιά, με επιχειρήματα υπέρ της κυριαρχίας της χώρας. Ο πανεπιστημιακός, κλασικιστής (και ρατσιστής) Συντηρητικός βουλευτής Ινοχ Πάουελ τόνισε: «Ποτέ δεν θα συναινούσα στην πράξη αυτο-άρνησης που ενυπάρχει στην ένταξη της Βρετανίας στην Κοινή Αγορά». Ο αγγλικός εθνικισμός, πληγωμένος από την αποαποικιοποίηση, αυτο-οριζόταν ως αντίθεση προς την ΕΟΚ. Η ευφυΐα και οι εμμονές του Πάουελ θα τροφοδοτούσαν τις ιδεολογικές βάσεις της ανόδου του ευρωσκεπτικισμού που θα επιβάρυνε στο μέλλον τη σχέση της Βρετανίας με την ΕΟΚ/Ε.Ε. και θα οδηγούσε στην εμφάνιση του βρετανικού λαϊκισμού και κομμάτων όπως το UKIP, το κόμμα του Brexit και τελικά στο ίδιο το Brexit. Ο Πάουελ απεχθανόταν τη μετανάστευση, την ΕΟΚ και τον φεντεραλισμό, ενώ περιφρονούσε τα ανθρώπινα δικαιώματα. Το 1968, ο Χιθ τον είχε απομακρύνει από τη θέση του σκιώδους υπουργού Αμύνης εξαιτίας της περιβόητης ομιλίας του «Rivers of Blood» για τη μετανάστευση. Αδέσμευτος από την κομματική πειθαρχία, ο Πάουελ τόνιζε ότι το δημοψήφισμα δεν θα διευθετούσε οριστικά το θέμα και παραλλήλιζε την ένταξη με τη Συμφωνία του Μονάχου (1938). Οι αντιλήψεις του βρήκαν ένα κοινό που αντιτασσόταν στην ΕΟΚ.

oi-vretanoi-psifizoyn-nai-stin-eok4
Η θετική έκβαση του δημοψηφίσματος και η μεγάλη αποχή προβάλλονται στον τίτλο της «Κ».

Οι αναπόφευκτες συγκρίσεις με το Brexit

Ο Ουίλσον ξεκίνησε την εκστρατεία του σε μια εποχή στασιμοπληθωρισμού και ανόδου της τιμής του πετρελαίου. Αποσκοπούσε στο να παραμερίσει την Αριστερά και να εξουδετερώσει τον εθνικισμό, αναλαμβάνοντας τον ρόλο του ουδέτερου παρατηρητή, που του ταίριαζε. Δεν ανεχόταν αυτό που περιφρονητικά αποκαλούσε θεολογικό ευρωπαϊσμό. Ηταν πιστός υποστηρικτής της Κοινοπολιτείας, αλλά και ανοικτός στην Ευρώπη. Η στάση αυτή κέρδισε τους αναποφάσιστους ψηφοφόρους.

Στην προεκλογική περίοδο, ο Ουίλσον ενήργησε ως νηφάλια φωνή της λογικής. Τους πρώτους μήνες του 1975, εκφώνησε προσεκτικές ομιλίες. Επισήμανε τα οφέλη της ένταξης χωρίς να υπερβάλει. Παρουσίασε την ΕΟΚ ως «έναν ουσιαστικά πρακτικό οργανισμό», στον οποίο τα κράτη-μέλη προωθούσαν τα εθνικά τους συμφέροντα. Εξήγησε ότι η βρετανική οικονομική ανάκαμψη θα γινόταν «ανυπολόγιστα πιο δύσκολη» σε συνθήκες απομόνωσης. Τόνιζε στους πολίτες: «Σας ζητώ να χρησιμοποιήσετε την ψήφο σας. Γιατί η δική σας ψήφος τώρα θα δώσει την απόφαση. Η κυβέρνηση θα αποδεχθεί τη δική σας απόφαση».

Εμπειρος στα εκλογικά, ο Ουίλσον αντιλαμβανόταν ότι έπρεπε να επιτύχει ένα αποφασιστικό αποτέλεσμα και το επιδίωξε ακούραστα. Ηξερε, για να παραφράσουμε τον Guardian, ότι η επιτυχία ήταν «ο Πολικός Αστέρας του κυμαινόμενου ψηφοφόρου». Ολες οι βρετανικές περιφέρειες, πλην των Western Isles και των Νήσων Ορκνεϊ, ψήφισαν υπέρ της παραμονής.

Ο Ουίλσον ήταν ψύχραιμος αλλά όχι ουδέτερος. Διέθετε πολιτική επιδεξιότητα, αποφασιστικότητα και διαίσθηση. Χρησιμοποίησε την ιδιότητα του μέλους της Κοινότητας ως μηχανισμό για να κερδίσει τις εκλογές και να κρατήσει ενωμένο το κόμμα του. Και άλλοι, λιγότερο επιδέξιοι πολιτικοί θα προσπαθούσαν να τον μιμηθούν στο μέλλον, με καταστροφικά αποτελέσματα για την εθνική ενότητα. Δεν ήταν μόνο περισσότερο επιμελής από τον υποτονικό Ντέιβιντ Κάμερον το 2016, αλλά και ένας διορατικός παρατηρητής του πνεύματος των καιρών. Αντίθετα, το 2016 αυτοί που τάσσονταν υπέρ της παραμονής δεν είχαν την ικανότητα να απευθυνθούν στις μάζες.

Το 2016, το Εργατικό Κόμμα βρισκόταν υπό την ηγεσία του Τζέρεμι Κόρμπιν, που προσδιόρισε όλη του την πολιτική σταδιοδρομία ως πολέμιος της ΕΟΚ/Ε.Ε. Η υποστήριξή του για την παραμονή ήταν ανόρεχτη. Οπως παρατηρήθηκε, «έμοιαζε με θύμα απαγωγής, που αναγκάστηκε να εμφανιστεί σε ένα βίντεο και να μιλήσει υπέρ των αιτημάτων των απαγωγέων του». Οι ψηφοφόροι στα πρώην εργατικά προπύργια του Βορρά, χτυπημένοι από την αποβιομηχανοποίηση, τον νεοφιλελευθερισμό και τη λιτότητα, θα προσέφεραν πολλές ψήφους στο 51,9% του «Leave» του Ιουνίου 2016. Φαίνεται ότι, ακόμη και από τον τάφο, ο Ινοχ Πάουελ θα είχε την τελευταία λέξη.
 
* Ο κ. James D. Athanassiou είναι δημοσιογράφος. Η κ. Εφη Πενταλιού είναι visiting fellow, LSE IDEAS.