ΑΠΟΨΗ

Σ. Κρικέλα: H απάντηση της Wall Street Journal και η «κουλτούρα ακύρωσης»

s-krikela-h-apantisi-tis-wall-street-journal-kai-i-koyltoyra-akyrosis-561200908

Οι αντιδράσεις που ξεσήκωσε το άρθρο της Wall Street Journal (WSJ) για τη νέα Πρώτη Κυρία των ΗΠΑ, Τζιλ Μπάιντεν, ώθησαν τη συντακτική ομάδα της εφημερίδας να υπερασπιστεί τον συγγραφέα του. Απαντώντας στις κατηγορίες για σεξισμό, ο συντάκτης και αντιπρόεδρος της WSJ, Πολ Τζίγκοτ, χαρακτήρισε την έκταση που έλαβε το ζήτημα παράδειγμα «κουλτούρας ακύρωσης» (cancel culture), ενδεικτικής του πώς αντιμετωπίζει η ομάδα του Μπάιντεν την κριτική: «Παίζοντας το χαρτί της φυλής ή του φύλου»…

Δεν είναι καινούργια η γκρίνια περί «λογοκρισίας που επιβάλλει η πολιτική ορθότητα», από υπέρμαχους του δικαιώματος στην κριτική, όταν οι ίδιοι γίνονται αποδέκτες κριτικής. Εδώ όμως θα ασχοληθώ ειδικά με την «κουλτούρα ακύρωσης», δηλαδή, το φαινόμενο του διαδικτυακού διασυρμού και εξοστρακισμού προβεβλημένων μελών μιας κοινότητας από άλλα μέλη της ίδιας κοινότητας.

Ξεκίνησε ως προσπάθεια προώθησης της λογοδοσίας για ισχυρούς ανθρώπους, οι οποίοι μέχρι τότε βρίσκονταν στο απυρόβλητο. Πολλά μπορούν να ειπωθούν για τους κινδύνους που εγκυμονούν τέτοια διαδικτυακά φαινόμενα επιβολής δικαιοσύνης (digilantism), όπως και για το κατά πόσον οι «εξοστρακισμένοι» είναι πράγματι θύματα «ακύρωσης» ή της δικής τους συμπεριφοράς, αλλά θα περιοριστώ στον συγγραφέα του επίμαχου άρθρου. Πρόκειται όντως για παράδειγμα «κουλτούρας ακύρωσης»;

Για να δούμε: αρχικά, το άρθρο δεν αποσύρθηκε και ο συντάκτης έμεινε στη θέση του, ενώ η εφημερίδα τον στήριξε δημόσια. Εξοστρακισμός από πού, επομένως; Διαβάζοντας την απάντηση του Τζίγκοτ, μαθαίνουμε ότι το Πανεπιστήμιο Northwestern, όπου ο συγγραφέας δίδασκε παλιά, αφαίρεσε το όνομά του από τη λίστα των ομότιμων καθηγητών του, κατόπιν των αντιδράσεων. Μάλιστα, το πανεπιστήμιο εξέδωσε και ανακοίνωση, καταδικάζοντας τις απόψεις του ως μισογυνικές και ξεκαθαρίζοντας πως ο τίτλος «Δρ» αξίζει σε κάθε κάτοχο διδακτορικού διπλώματος. Μάλλον έτσι αντιλαμβάνεται ο Τζίγκοτ την «ακύρωση»: ως διαγραφή ενός ονόματος από μια λίστα μελών ΔΕΠ πανεπιστημίου, στο οποίο ο ονομαζόμενος δεν διδάσκει από το 2003.

Στο σημείο αυτό, θέλω να στρέψω την προσοχή σε ένα κομμάτι του επίμαχου άρθρου, που πέρασε κάπως απαρατήρητο. Επιχειρώντας να απαξιώσει τα ακαδημαϊκά διαπιστευτήρια της Τζιλ Μπάιντεν, ο συγγραφέας επικαλείται τον «όχι πολλά υποσχόμενο» τίτλο της διδακτορικής της διατριβής. Οπως παραδέχεται, δεν κατέχει διδακτορικό ή άλλο τίτλο πέραν του προπτυχιακού, ωστόσο, μοιάζει να θεωρεί εαυτόν ειδήμονα σε ζητήματα ανώτατης εκπαίδευσης, αποδίδοντας στην τελευταία «έλλειψη σοβαρότητας» και «χαμηλά στάνταρ». Ο ίδιος δίδασκε στο Northwestern ως επίτιμος διδάκτωρ, τίτλος για τον οποίο δεν απαιτείται εκπόνηση διατριβής.

Εύλογα σκέφτεται κανείς πώς ακριβώς η πληθώρα τέτοιων τιμητικών πτυχίων μπορεί να στοιχειοθετεί αυτή την έλλειψη σοβαρότητας που προσάπτει ο συγγραφέας στα πανεπιστήμια. Συνεπώς, η αφαίρεσή του από την ιστοσελίδα του Northwestern μπορεί να θεωρηθεί εφαρμογή αυστηρότερων στάνταρ, όχι «ακύρωση».

Στην απάντηση της εφημερίδας, τελικά, διακρίνεται αδυναμία να εφαρμόσει όσα υποστηρίζει, όταν στο στόχαστρο της κριτικής βρίσκεται ένας δημοσιογράφος της. Που είναι κρίμα, γιατί ο Τζίγκοτ υπόσχεται ότι η Wall Street Journal δεν θα πάψει να δημοσιεύει «προκλητικά» άρθρα επειδή ορισμένοι θίγονται. Δεκτό. Αντί να παίζουν το χαρτί του θύματος της πολιτικής ορθότητας και της «κουλτούρας ακύρωσης», ας δεχθούν, όμως, ότι κι αυτοί δεν είναι υπεράνω κριτικής.
 
* Η κ. Σοφία Κρικέλα είναι εκπαιδευτικός.