ΚΟΣΜΟΣ

Η διεθνής Διάσκεψη του Ελσίνκι

Συμφωνία των δύο συνασπισμών για τα θέματα ασφάλειας στην Ευρώπη

i-diethnis-diaskepsi-toy-elsinki-561207379

Η περίοδος από το τέλος της δεκαετίας του 1960 έως και το τέλος της δεκαετίας του 1970 είναι ξεχωριστή ως προς την εξέλιξη του Ψυχρού Πολέμου, καθώς για πρώτη φορά από το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου επικράτησε η, λεγόμενη, «ύφεση» μεταξύ των δύο ανταγωνιστικών κοινωνικών, οικονομικών, πολιτικών και πολιτισμικών συστημάτων: του κομμουνισμού (κυρίως στη σοβιετική του μορφή) και του φιλελεύθερου καπιταλισμού. Η χαλάρωση των εντάσεων, κυρίως σε περιοχές που αποτελούσαν τον πυρήνα των ψυχροπολεμικών διενέξεων, όπως ήταν η Ευρώπη, επήλθε σε δύο διακριτά και ταυτόχρονα αλληλένδετα επίπεδα. Στο πρώτο επίπεδο, επρόκειτο για την ουσιαστική βελτίωση των σχέσεων ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις, τις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ, με αποτέλεσμα η «ύφεση» να κινηθεί στο αμιγώς διμερές επίπεδο. Η ουσιαστική καλυτέρευση των σχέσεων ανάμεσα στις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ αποτέλεσε το πλαίσιο της ανάπτυξης του δεύτερου επιπέδου της «ύφεσης», μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών σε πολυμερές επίπεδο.

Πρέπει να τονιστεί ότι οι δύο «υφέσεις» πρέπει να διαχωριστούν. Πέρα από το ότι η πρώτη κινήθηκε στο διμερές επίπεδο ενώ η δεύτερη στο πολυμερές, η κύρια διαφορά τους σχετιζόταν με τη γεωγραφική περιοχή και τα θέματα τα οποία αποτέλεσαν μέρη των δύο διακριτών διαδικασιών. Η ευρωπαϊκή «ύφεση» αφορούσε προβλήματα συγκεκριμένου περιφερειακού χαρακτήρα, όπως ήταν οι σχέσεις μεταξύ των δύο Γερμανιών (Ανατολικής και Δυτικής) και των ευρύτερων διακρατικών επαφών και αλληλεπιδράσεων μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Ευρώπης. Η «ύφεση» ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις ήταν διαφορετική, καθώς σχετίστηκε περισσότερο με τις διαβουλεύσεις για τη μείωση του πυρηνικού οπλοστασίου των δύο κρατών, διαδικασία που κορυφώθηκε με την υπογραφή των Συνθηκών SALT I (Strategic Arms Limitations Talks), και με μία σειρά διασκέψεων κορυφής μεταξύ των ηγετών της ΕΣΣΔ και των ΗΠΑ. Παρότι τα ζητήματα που συζητήθηκαν αφορούσαν όλο τον πλανήτη, οι συμφωνίες στις οποίες τελικά έφτασαν οι δύο χώρες σχετίζονταν με διμερή θέματα. Πρέπει να σημειωθεί ότι η «ύφεση» δεν σήμαινε ότι οι δύο κόσμοι σταμάτησαν να είναι ανταγωνιστικοί, αφού η συγκρουσιακή τους σχέση μετατέθηκε σε άλλες γεωγραφικές περιοχές όπως ήταν, κυρίως, η Αφρική, η Λατινική Αμερική και η Νοτιοανατολική Ασία.

i-diethnis-diaskepsi-toy-elsinki0
Χένρι Κίσινγκερ, Λεονίντ Μπέζνιεφ, Τζέραλντ Φορντ και Αντρέι Γκρομίκο. Οι ηγέτες και οι υπ. Εξωτερικών ΗΠΑ και ΕΣΣΔ στο Ελσίνκι. 
Φωτ. ASSOCIATED PRESS

Στο τραπέζι πολιτική, οικονομία, ανθρώπινα δικαιώματα

Στις δραματικές αυτές διεθνοπολιτικές εξελίξεις που λάμβαναν χώρα από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 πρέπει να προστεθεί και η ριζική αναθεώρηση της δυτικογερμανικής εξωτερικής πολιτικής, που αποτέλεσε τη θεμελιώδη πτυχή της «ύφεσης» στην Ευρώπη. Από τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 1960, η Δυτική Γερμανία αρνούνταν να αναγνωρίσει την Ανατολική Γερμανία, διακόπτοντας, μάλιστα, τις διπλωματικές της σχέσεις με όποιο κράτος, πλην της ΕΣΣΔ, την αναγνώριζε. Το 1969 ο Σοσιαλδημοκράτης Βίλι Μπραντ, ηγέτης της πρώτης κυβέρνησης Σοσιαλδημοκρατών και Ελεύθερων Δημοκρατών, εγκαινίασε μια νέα πολιτική ως προς την Ανατολική Ευρώπη, που έγινε γνωστή ως Οστπολιτίκ (Ostpolitik – ανατολική πολιτική). Με μια σειρά «ανοιγμάτων» στον ανατολικό κόσμο, που οδήγησαν στη σύναψη σειράς συμφωνιών (ΕΣΣΔ – Δυτικής Γερμανίας και Πολωνίας – Δυτικής Γερμανίας, 1970· ΗΠΑ – ΕΣΣΔ – Βρετανίας – Γαλλίας για το καθεστώς του Βερολίνου, 1971), η δυτικογερμανική Οστπολιτίκ κορυφώθηκε τον Δεκέμβριο του 1972 με τη «Βασική Συνθήκη» Δυτικής – Ανατολικής Γερμανίας, με την οποία αναγνωριζόταν το status quo των δύο γερμανικών κρατών. Η αμοιβαία αναγνώριση των δύο γερμανικών κρατών άνοιξε τον δρόμο για μια ουσιαστικότερη συμφωνία συνύπαρξης μεταξύ των δύο κόσμων, αυτή τη φορά στο πολυμερές επίπεδο.

Η χαλάρωση των ψυχροπολεμικών εντάσεων, η οποία έλαβε χώρα σε μικρό χρονικό διάστημα, ώθησε τους ηγέτες των δύο κόσμων να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις το 1972 στο Ελσίνκι, οι οποίες συνεχίστηκαν μέχρι την επίσημη έναρξη της Διάσκεψης για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (Conference on Security and Cooperation in Europe – CSCE) τον Ιούλιο του 1973. Από το καλοκαίρι του 1973 έως το καλοκαίρι του 1975 οι διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν στη Γενεύη. Την 1η Αυγούστου 1975 εκπρόσωποι όλων των 33 ευρωπαϊκών κρατών (εκτός της Αλβανίας), των ΗΠΑ και του Καναδά, υπέγραψαν την Τελική Πράξη του Ελσίνκι. Η Τελική Πράξη του Ελσίνκι συμπεριλάμβανε μια πλειάδα θεμάτων, που στην ουσία αγκάλιαζαν όλα τα μείζονα πανευρωπαϊκά προβλήματα ασφάλειας και χωριζόταν σε τέσσερις μεγάλους τομείς, που αργότερα ονομάστηκαν «Baskets». Το πρώτο «Basket» περιελάμβανε δέκα αρχές που κάλυπταν πολιτικά και στρατιωτικά ζητήματα, την εδαφική κυριαρχία, τον καθορισμό των συνόρων, την ειρηνική διευθέτηση των διεθνών διαφορών, την κυριαρχική ισότητα των κρατών και την αποφυγή χρήσης βίας. Το δεύτερο «Basket» κάλυπτε ζητήματα οικονομικής φύσεως, όπως ήταν το διεθνές εμπόριο και η συνεργασία σε επιστημονικά και τεχνολογικά θέματα. Το τρίτο «Basket» έδινε έμφαση στα ανθρώπινα δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένης της ελευθερίας για μετανάστευση και επανένωσης των οικογενειών που είχαν χωριστεί εξαιτίας της διεθνούς διευθέτησης των συνόρων, στις διαπολιτισμικές σχέσεις και στην ελευθερία του Τύπου. Τέλος, το τέταρτο «Basket» καθόριζε τις λεπτομέρειες για τις συναντήσεις που θα ακολουθούσαν και τις διαδικασίες υλοποίησης. Η Διάσκεψη για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη πραγματοποίησε επίσημες συναντήσεις στο Βελιγράδι (1977-78), στη Μαδρίτη (1980-83) και στη Βιέννη (1986-89).

i-diethnis-diaskepsi-toy-elsinki2
Το Finlandia Hall στο Ελσίνκι όπου έλαβε χώρα η Διάσκεψη για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη. Φωτ. ASSOCIATED PRESS

«Ισορροπία του τρόμου» και εσωτερικές προκλήσεις

Τα αίτια για την ανάδυση του νέου κλίματος ήταν ποικίλα. Πρώτον, στα τέλη της δεκαετίας του 1960 οι δύο υπερδυνάμεις είχαν εισέλθει στο καθεστώς της λεγόμενης «Κοινής Αμοιβαίας Καταστροφής» (Mutual Assured Destruction – MAD), καθώς είχε διαμορφωθεί μια πυρηνική «ισορροπία του τρόμου» που καθιστούσε αδύνατη την προσφυγή στον πόλεμο. Στην ανάδυση της κατάστασης αυτής καταλυτικό ρόλο είχε παίξει η ήττα στο διπλωματικό και προπαγανδιστικό επίπεδο των Σοβιετικών στην κρίση των πυραύλων της Κούβας (1962), αφού το «μάθημα» που αποκόμισε η σοβιετική ηγεσία, σύμφωνα με την άποψή της, ήταν ότι έπρεπε να αυξήσει άμεσα το πυρηνικό της οπλοστάσιο ώστε να μη βρεθεί ξανά η ΕΣΣΔ σε θέση αδυναμίας έναντι των ΗΠΑ.

i-diethnis-diaskepsi-toy-elsinki4
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στο βήμα της Διάσκεψης του Ελσίνκι. Φωτ. ASSOCIATED PRESS

Δεύτερον, και σε κατά κάποιον τρόπο ειρωνική αντίθεση με τη στρατιωτική τους παντοδυναμία, τη δεκαετία του 1960 η ΕΣΣΔ και οι ΗΠΑ ήλθαν αντιμέτωπες με σειρά προκλήσεων, οι οποίες προέρχονταν από το εσωτερικό του δικού τους κόσμου. Στο δυτικό στρατόπεδο, το κύρος των ΗΠΑ δέχθηκε ένα ανεπανόρθωτο πλήγμα στον πόλεμο του Βιετνάμ και είδαν να αμφισβητείται σθεναρά η θέση τους στη Λατινική Αμερική, περιοχή όπου οι ΗΠΑ θεωρούσαν ότι είχαν τον απόλυτο έλεγχο ήδη από το δόγμα Μονρόε του 1823. Επιπλέον, από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 ο Γάλλος πρόεδρος Κάρολος ντε Γκωλ άρχισε να επικρίνει ανοικτά την αμερικανική πολιτική, ιδίως μέσα στους κόλπους της δυτικής συμμαχίας, αμφισβήτηση που κορυφώθηκε με την έξοδο της Γαλλίας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ το 1966.

Στην πλευρά του κομμουνιστικού κόσμου, βαρύνουσας σημασίας, με τεράστιες γεωπολιτικές αλλά και ιδεολογικές συνέπειες, ήταν η σταδιακή ρήξη Πεκίνου – Μόσχας, που κορυφώθηκε τον Μάρτιο του 1969 με το ξέσπασμα σοβαρών μεθοριακών συγκρούσεων μεταξύ Κίνας και ΕΣΣΔ. Ανάλογης βαρύτητας για το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα ήταν και η τσεχοσλοβακική ανταρσία του 1968, η λεγόμενη «Ανοιξη της Πράγας», η οποία, παρά το ότι ελέγχθηκε πλήρως από τον Κόκκινο Στρατό, άνοιξε τον ασκό του Αιόλου για πληθώρα διασπαστικών κινήσεων εντός του διεθνούς κομμουνισμού.

i-diethnis-diaskepsi-toy-elsinki6
2.8.1975. «Οι ηγέτες του κόσμου υποσχέθηκαν χθες. Δεν θα ξαναγίνει ποτέ πόλεμος στην Ευρώπη», γράφει ο πρωτοσέλιδος τίτλος της «Κ».

Επιδράσεις στην εξέλιξη του Ψυχρού Πολέμου

Η επίδραση της Τελικής Πράξης του Ελσίνκι στις διεθνείς σχέσεις των δύο τελευταίων δεκαετιών του Ψυχρού Πολέμου δεν μπορεί να αγνοηθεί. Σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο το «πνεύμα του Ελσίνκι» οδήγησε στην ανάδυση ενός σημαντικά περισσότερο ήρεμου κλίματος μεταξύ των δύο κόσμων. Αυτό θα επικαλούνταν και ο Ελληνας πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής, όταν στο πλαίσιο της διάσκεψης του Ελσίνκι πρότεινε στους ομολόγους του των βαλκανικών κρατών τη σύσταση διαβαλκανικής συνεργασίας. Στο ίδιο, επίσης, βραχυπρόθεσμο επίπεδο δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι η Τελική Πράξη του Ελσίνκι αποτέλεσε το πρώτο, και μόνο, κείμενο συμφωνημένο από όλα τα μέλη του ανατολικού και του δυτικού κόσμου, το οποίο ρύθμιζε τις θεμελιώδεις αρχές της συνύπαρξής τους. Από την άλλη μεριά, στο ευρύτερο πεδίο του διεθνούς συστήματος, η Τελική Πράξη αποδείχθηκε εξαιρετικά εύθραυστη, καθώς μόλις πέντε χρόνια μετά την υπογραφή της ο Ψυχρός Πόλεμος θα έμπαινε ξανά σε νέα φάση έντασης.
Πάντως, έμφαση έχει δοθεί, από τους ιστορικούς αλλά και από τους λεγόμενους «αντιφρονούντες» που συμμετείχαν στα γεγονότα των τελευταίων δεκαετιών του Ψυχρού Πολέμου, στον διαβρωτικό ρόλο που έπαιξε το τρίτο «Basket», ιδιαίτερα η έμφαση που έδινε στα ανθρώπινα δικαιώματα, εντός του σοβιετικού συνασπισμού. Μόλις δύο χρόνια μετά την υπογραφή της Τελικής Πράξης άρχισαν να συγκροτούνται ποικίλες ομάδες υπό την επήρεια του «πνεύματος του Ελσίνκι» με διακηρυγμένο στόχο την επισταμένη παρακολούθηση της παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ανατολική Ευρώπη. Για παράδειγμα, ένας από τους εξέχοντες «αντιφρονούντες», ο μετέπειτα Τσέχος πρόεδρος Βάτσλαβ Χάβελ, τόνιζε επανειλημμένως τη σημασία της Τελικής Πράξης του Ελσίνκι για την αμφισβήτηση, από τον ίδιο και τους συναγωνιστές του, του σοβιετικού ολοκληρωτισμού εντός της Ανατολικής Ευρώπης μέσα στη δεκαετία του 1980.
 
* Ο κ. Λυκούργος Κουρκουβέλας είναι ακαδημαϊκός υπότροφος στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.