ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ - ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΥΜΑ

Η συνταγή επιτυχίας του Ισραήλ

Αξιωματούχοι και πολίτες μιλούν στην «Κ» για τις κινήσεις που οδήγησαν στον άμεσο εμβολιασμό του γενικού πληθυσμού

Η συνταγή επιτυχίας του Ισραήλ

Την ώρα που όλος ο πλανήτης αναζητεί τρόπο και πόρους για τον άμεσο εμβολιασμό του πληθυσμού κατά της COVID-19, μια μικρή χώρα στην άκρη της Μεσογείου φαίνεται ότι βρήκε πρώτη τη συνταγή. Μια συνταγή η οποία όμως δεν γράφεται και εκτελείται εν μια νυκτί, αλλά εδράζεται σε ένα άρτια δομημένο σύστημα υγείας, έγκαιρης οργάνωσης, αποτελεσματικότητας στην υλοποίηση και σε πρωτοφανή ευελιξία. Το Ισραήλ φημίζεται για την ταχύτητα των αντιδράσεών του, ωστόσο και σε αυτή την περίπτωση βρήκαν έδαφος οι θεωρίες συνωμοσίας. Η πολιτική κατάσταση βέβαια το τελευταίο διάστημα, με τις επικείμενες εκλογές, φαίνεται πως αποτέλεσε ένα ισχυρό κίνητρο για την κυβέρνηση να προτάξει εκ νέου την αποτελεσματικότητα του κρατικού μηχανισμού. 

Ισραηλινοί πολίτες, αξιωματούχοι και ειδικοί, με τους οποίους μίλησε η «Κ», υποστηρίζουν ωστόσο ότι βασικά συστατικά της επιτυχίας, πέραν της διάθεσης πόρων για την έγκαιρη αγορά εμβολίων, αποτελούν η οργάνωση του κρατικού μηχανισμού, η ηλεκτρονική καταγραφή των δεδομένων κάθε πολίτη της χώρας, καθώς και η διαπραγμάτευση με τη φαρμακευτική εταιρεία, που ήταν έτοιμη να διαθέσει μεγάλο αριθμό εμβολίων, έναντι ανταλλάγματος φυσικά, στη χώρα. Ταυτόχρονα επιστρατεύθηκαν όλες οι δυνάμεις που μπορούν να συμβάλουν: από εγχώριες φαρμακευτικές εταιρείες που πρόσφεραν τους χώρους αποθήκευσης μέχρι ο στρατός που συνέδραμε με ανθρώπινο δυναμικό αλλά κυρίως με υποδομές. 

Μέχρι το τέλος της εβδομάδας είχαν πραγματοποιηθεί περίπου 2 εκατ. εμβολιασμοί – μάλιστα 200.000 πολίτες είχαν λάβει ήδη και τη δεύτερη δόση. Στόχος είναι έως τα μέσα Μαρτίου ή τις αρχές Απριλίου να έχει εμβολιαστεί το 70% του πληθυσμού της χώρας, σε σύνολο 9,2 εκατ. κατοίκων. Ο πρώτος ασθενής στο Ισραήλ εντοπίστηκε στο τέλος Φεβρουαρίου του 2020, ωστόσο οι προετοιμασίες για την αντιμετώπιση της πανδημίας ξεκίνησαν από τα μέσα Ιανουαρίου. Η χώρα μετράει σήμερα περίπου 3.600 θανάτους από COVID-19.  

Η διαδικασία του εμβολιασμού, όπως και στις περισσότερες χώρες, βασίζεται σε προτεραιότητες. Αρχικώς εμβολιάστηκαν το υγειονομικό προσωπικό και ορισμένες άλλες κατηγορίες πληθυσμού και πλέον ολοκληρώνεται ο εμβολιασμός των πολιτών άνω των 60 ετών, που αποτέλεσαν την πρώτη κατηγορία του γενικού πληθυσμού. Πριν από λίγες ημέρες οδηγήθηκαν στα εμβολιαστικά κέντρα και τα άτομα άνω των 50 ετών. «Ξεκινήσαμε αμέσως με τον πληθυσμό άνω των 60 ετών, απόφαση που κρίθηκε λίγο περίεργη, καθώς άλλες χώρες ξεκίνησαν με γηραιότερες κατηγορίες. Στόχος μας, ωστόσο, ήταν να παρασύρουμε τον υπόλοιπο πληθυσμό ξεκινώντας με τους νεότερους, ώστε να φέρουμε όσο το δυνατόν περισσότερο κόσμο στα εμβολιαστικά κέντρα», δηλώνει ο εκπρόσωπος του υπουργείου Υγείας δρ Ασερ Σαλμόν. «Στο τέλος της ημέρας, εάν περισσέψουν δόσεις του εμβολίου, είναι όλοι ευπρόσδεκτοι να τις λάβουν, ακόμα και αν ανήκουν σε νεαρότερες ηλικιακές ομάδες», εξηγεί ο ίδιος, σημειώνοντας ότι με αυτό το σύστημα εμβολιάστηκε το 90% της δύναμης του πυροσβεστικού σώματος της χώρας. 

«Δεν είχαμε προτεραιότητα στον εμβολιασμό, αλλά ο γιος μας έχει μια σπάνια γενετική πάθηση. Ετσι, παρά την όποια ανησυχία για τις πιθανές επιπτώσεις του εμβολίου, βιαστήκαμε να το κάνουμε», περιγράφει στην «Κ» η 41χρονη Ραχέλ Ρίβκιντ, αναφερόμενη και στον πατέρα του παιδιού της. «Πήγα σε ένα κέντρο εμβολιασμού όπου δεν είχαν προσέλθει όλοι οι προγραμματισμένοι πολίτες. Τους περιέγραψα το πρόβλημά μας και με δεδομένο ότι είχαν περισσέψει εμβόλια για τη συγκεκριμένη ημέρα, εμβολιαστήκαμε και εγώ και ο πατέρας του παιδιού μου. Από τη στιγμή που στάθμευσα το αυτοκίνητό μου, είχα εμβολιαστεί σε 4 λεπτά». Ως προς τις παρενέργειες, η ίδια εξηγεί ότι είχε πόνο στο χέρι της για ένα 24ωρο. Ο πατέρας του γιου της, ωστόσο, 43 ετών, ήταν για μία ημέρα σαν άρρωστος, με συμπτώματα κόπωσης. Την επομένη, όμως, ανέρρωσε πλήρως. «Δεν σκέφτομαι πλέον τους πιθανούς κινδύνους, απλώς θέλω όλα να γίνουν όπως πριν», λέει η Ραχέλ. 

Το αντιεμβολιαστικό κίνημα έχει παρουσία και στο Ισραήλ. Το κράτος προχώρησε σε ενημερωτικές εκστρατείες για τις διάφορες κατηγορίες πληθυσμού που ήταν διστακτικές στον εμβολιασμό. Αλλη καμπάνια απευθύνεται σε νέους, άλλη σε ηλικιωμένους, άλλη σε ειδικές ομάδες πληθυσμού, όπως είναι οι υπερορθόδοξοι Εβραίοι ή οι Αραβες μουσουλμάνοι, λέει ο δρ Ασερ Σαλμόν. «Αποφάσισα να μην εμβολιαστώ διότι γενικώς στη ζωή μου αποφεύγω τα φάρμακα. Είναι στάση ζωής. Ωστόσο, στην πορεία πιστεύω ότι θα εμβολιαστώ κι εγώ, καθώς φαίνεται ότι αποτελεί διαβατήριο για να επανέλθουμε σε μια κανονική ζωή», εξηγεί στην «Κ» η 37χρονη Ελινόρ Σαλέμ, μητέρα δύο παιδιών. 

«Θέλω πίσω τη ζωή μου»

Ο Μοσέ Ταλμόρ από την άλλη, 72 ετών, λέει ότι ανέμενε πώς και πώς τη σειρά του και, όταν έλαβε το σχετικό μήνυμα στο κινητό του με τις λεπτομέρειες του ραντεβού του, έσπευσε. «Ολα έγιναν πολύ γρήγορα, πολύ οργανωμένα και χωρίς την παραμικρή ταλαιπωρία. Θέλω να πάρω πίσω τη ζωή μου και να συνεχίσω να κινούμαι και να ταξιδεύω», δηλώνει στην «Κ».

Η έγκαιρη προετοιμασία ήταν από τα κυριότερα προτερήματα του μηχανισμού που οδήγησε στα σημερινά αποτελέσματα. Ακόμα και οι εγκαταστάσεις μιας εκ των μεγαλύτερων φαρμακοβιομηχανιών της χώρας (TEVA) αξιοποιήθηκαν καθώς διέθεταν τους χώρους συντήρησης βαθιάς κατάψυξης που απαιτούνται για τη διατήρηση του εμβολίου της Pfizer. Στη μάχη του εμβολιασμού μπήκε νοσηλευτικό προσωπικό που βρίσκεται σε σύνταξη, ενώ κάθε τοπικό ιατρείο υγείας ανέλαβε την οργάνωση του κέντρου εμβολιασμού της περιοχής του. Στην κατασκευή τους η συνδρομή του στρατού ήταν μεγάλη, καθώς διαθέτει την απαιτούμενη τεχνογνωσία. Οπου δεν υπήρχε χώρος για τη δημιουργία εμβολιαστικού κέντρου χρησιμοποιήθηκαν γήπεδα και εμπορικά κέντρα, τα οποία διαμορφώθηκαν με τη βοήθεια του στρατού στην πλειονότητα των περιπτώσεων. Προϋπόθεση για τη μετατροπή κάποιου χώρου σε εμβολιαστικό κέντρο ήταν η ύπαρξη χώρου στάθμευσης, ώστε να περιορίζεται ο συνωστισμός κατά την αναμονή. Σε όλη τη χώρα λειτουργούν 350 εμβολιαστικά κέντρα και εκτιμάται ότι σε καθημερινή βάση εμβολιάζονται περίπου 170.000 άτομα. 

«Η επιτυχία εδράζεται κατ’ αρχάς στο γεγονός ότι όλο το σύστημα λειτούργησε ηλεκτρονικά, ενώ ταυτόχρονα δημιουργήσαμε μια πολυδύναμη ομάδα δράσης που συμπεριέλαβε, πέραν των δομών υγείας, την αστυνομία, τον στρατό, το υπουργείο Εσωτερικών και κάθε φορέα που είχε τη δυνατότητα συμβολής», περιγράφει ο δρ Σαλμόν.  

Στο μεταξύ, έντονη φημολογία έχει αναπτυχθεί γύρω από τις συνθήκες προμήθειας των εμβολίων από το Ισραήλ. Δημοσιογραφικές πληροφορίες θέλουν το κόστος αγοράς τους να είναι πολύ υψηλό (δημοσιεύματα στον ισραηλινό Τύπο κάνουν λόγο για μια τιμή πέριξ των 47 δολαρίων/δόση, με την Ε.Ε. να έχει καταβάλει περίπου 14-18 δολάρια/δόση), ενώ πολλοί υποστηρίζουν ότι η προπληρωμή στις φαρμακευτικές εξασφάλισε την προτεραιότητα. Βέβαια, ως προς την τιμή δεν μπορούν να εξαχθούν εύκολα συμπεράσματα, καθώς τα μεγέθη είναι τελείως διαφορετικά για το Ισραήλ και το σύνολο της Ε.Ε. «Πληρώσαμε την καλύτερη τιμή που καταφέραμε να πετύχουμε, ίσως να καταβάλαμε κάτι παραπάνω από εσάς (σ.σ. Ευρώπη)», παραδέχεται ο δρ Σαλμόν. 

Τι δηλώνει ο πρέσβης

Σε τρεις βασικούς λόγους για την επιτυχία του προγράμματος εμβολιασμών αναφέρεται ο πρέσβης του Ισραήλ στην Αθήνα, Γιόσι Αμράνι. «Κατ’ αρχάς η Pfizer συμφώνησε να δώσει μεγάλη ποσότητα εμβολίων και στη συνέχεια θα πάρει τα στοιχεία της επίδρασης των εμβολίων στο σύνολο του πληθυσμού, ώστε να προχωρήσει σε έρευνα πάνω σε αυτά τα δεδομένα. Το Ισραήλ πέτυχε από την πλευρά του την προμήθεια μεγάλου αριθμού εμβολίων και η κατασκευάστρια εταιρεία θα λάβει με τη σειρά της πληθώρα δεδομένων για παρενέργειες από μια διευρυμένη βάση πληθυσμού. Δεύτερο σημείο επιτυχίας του προγράμματος εμβολιασμών αποτελεί το σύστημα περίθαλψης της χώρας, στο οποίο είναι όλοι οι πολίτες ανεξαιρέτως καταγεγραμμένοι σε ηλεκτρονική βάση δεδομένων. Ολοι οι πολίτες έχουν ιατρική κάλυψη και η μηχανογράφηση των δεδομένων είναι εξαιρετική στη χώρα». Τα Κουπάτ Χολίμ (ταμεία ασφάλισης ασθενών), που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του συστήματος περίθαλψης της χώρας, διαθέτουν τους ιατρικούς φακέλους όλων των πολιτών, με αποτέλεσμα το λογισμικό σύστημα να είναι άμεσα σε θέση, χωρίς περαιτέρω καθυστερήσεις, να ενημερώνει τον κάθε πολίτη άμεσα για τον χρόνο και τον τόπο του εμβολιασμού. «Τέλος, η εξειδίκευση του ιατρικού προσωπικού και κυρίως η οργάνωση του συστήματος επέτρεψε την ταχύτατη εξέλιξη της διαδικασίας εμβολιασμού. Το άρτια οργανωμένο σύστημα είναι αυτό που επιτρέπει και στην Pfizer να λάβει άμεσα όλα τα δεδομένα που χρειάζεται προκειμένου να προχωρήσει στην έρευνά της. Για παράδειγμα, ύστερα από κάθε εμβολιασμό οι πολίτες που είναι πλέον καταγεγραμμένοι ως εμβολιασμένοι λαμβάνουν ερωτηματολόγια για το πώς αισθάνονται. Η επικοινωνία γίνεται μέσω της εφαρμογής WhatsΑpp».