ΑΠΟΨΗ

Oι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης κατέχουν την εξουσία

Oι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης κατέχουν την εξουσία

Δύο δισεκατομμυριούχοι από την Καλιφόρνια πραγματοποίησαν αυτό που πάμπολλοι άλλοι πολιτικοί, εισαγγελείς και επιφανή μέλη της ελίτ είχαν προσπαθήσει να κάνουν και απέτυχαν: «αποσυνέδεσαν» τον πρόεδρο Τραμπ. Η απόφαση της πλατφόρμας δημοσίευσης σύντομων μηνυμάτων Twitter να αναστείλει επ’ αόριστον τη λειτουργία του λογαριασμού του Τραμπ την προηγούμενη Παρασκευή, «εξαιτίας του κινδύνου για νέα εξώθηση σε πράξεις βίας» και η ανάλογη απόφαση του Facebook μία ημέρα νωρίτερα, αποτελούν ιστορικό σταθμό για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (ή «τα σόσιαλ», σύμφωνα με τον επικρατέστερο νεολογισμό). Εδώ και χρόνια, και οι δύο εταιρείες υπερασπίζονταν την παρουσία του Τραμπ στις πλατφόρμες τους. Τι ώθησε τους επικεφαλής τους, τον Τζακ Ντόρσι του Twitter και τον Μαρκ Ζάκερμπεργκ του Facebook, να αναλάβουν τέτοια πρωτοβουλία λίγες ημέρες πριν λήξει η θητεία του προέδρου; Ουδείς γνωρίζει.

Είναι αλήθεια ότι οι εταιρείες αυτές υπέστησαν τις τελευταίες εβδομάδες αφόρητες πιέσεις για να αποδώσουν ευθύνες στον Τραμπ, με τέτοιες εκκλήσεις να εκφράζονται από τη Μισέλ Ομπάμα, μέχρι και τους εργαζομένους των δύο επιχειρήσεων, στον απόηχο της αιματηρής εισβολής στο Καπιτώλιο. Οι εταιρείες αυτές, πραγματικά επιχειρηματικά αυταρχικά καθεστώτα που παριστάνουν τις δημοκρατίες, εμφανίζουν συχνά τις παρεμβάσεις τους στις δημοσιεύσεις των χρηστών ως μέρος των κανόνων λειτουργίας τους. Κανόνας, όπως η «απαγόρευση εξώθησης εξεγερμένου όχλου», δεν υπάρχει όμως στις συμφωνίες που υπογράφουν ηλεκτρονικά οι νέοι χρήστες. Τέτοιες αποφάσεις λαμβάνονται συνήθως διαισθητικά και υπό συνθήκες μεγάλης πίεσης. Στην περίπτωσή μας, ο Ντόρσι και ο Ζάκερμπεργκ εξέτασαν τα δεδομένα, συμβουλεύθηκαν την ομάδα τους, στάθμισαν τους κινδύνους που θα είχε η σιγή τους –όπως η απειλούμενη εξέγερση των εργαζομένων στις δύο πλατφόρμες– και αποφάσισαν ότι η κατάσταση είχε φθάσει στο απροχώρητο.

Δημοσιογράφοι και ιστορικοί θα χρειασθούν χρόνια για να αποκρυπτογραφήσουν τη φαινομενικά αυθαίρετη φύση των απαγορεύσεων αυτών, επισημαίνοντας ότι αυτές επιβλήθηκαν τις τελευταίες ημέρες του Τραμπ στον Λευκό Οίκο και αναζωπυρώνοντας την αντιπαράθεση γύρω από τα όρια της ελεύθερης έκφρασης. Πολλοί Ρεπουμπλικανοί εξέφραζαν την οργή τους, υποστηρίζοντας ότι η απόφαση του Twitter αποκάλυψε την τυραννία της Σίλικον Βάλεϊ. Οι προοδευτικοί Αμερικανοί, από τη μεριά τους, παρότι επαίνεσαν την απόφαση του Twitter, συνειδητοποίησαν με ανησυχία πόση ισχύ διαθέτουν οι επικεφαλής των «σόσιαλ». Η φίμωση του Τραμπ προσέφερε χρήσιμο μάθημα για το πού εδρεύει η ισχύς στη σύγχρονη ψηφιακή κοινωνία. Οχι στα δεδικασμένα του αμερικανικού νομικού συστήματος ή στην ισορροπία μεταξύ των εξουσιών, αλλά στην ικανότητα να αρνείσαι την πρόσβαση στις πλατφόρμες, οι οποίες διαμορφώνουν τον δημόσιο διάλογο. 

Παρότι ο Ντόρσι και ο Ζάκερμπεργκ δεν έχουν διεκδικήσει τη λαϊκή ψήφο, διαθέτουν ισχύ, την οποία ουδείς εκλεγμένος άρχοντας κατέχει σήμερα. Η ισχύς αυτή εκφράζεται κυρίως με υπόγειους τρόπους, ενώ χάρη σε αυτή οδηγήθηκε ο Τραμπ στην παραδοχή της ήττας του την Πέμπτη. Πέρα από τις νομικές και πολιτικές πιέσεις που δέχθηκε ο Τραμπ για να υιοθετήσει συμβιβαστικό τόνο μετά την εισβολή στο Καπιτώλιο, η αλλαγή στη στάση του μπορεί να ερμηνευθεί και με άλλο τρόπο: ότι θα προτιμούσε να χάσει την προεδρία, παρά το δικαίωμά του να δημοσιεύει στα σόσιαλ. Δεν θα είχε άδικο να αναδείξει τους λογαριασμούς του στις πλατφόρμες αυτές σε πρώτη προτεραιότητα των τελευταίων ημερών της προεδρίας του. Η απώλεια των 88 εκατομμυρίων ακολούθων του στο Twitter και των 35 εκατομμυρίων φίλων του στο Facebook θα του στερήσει την επιρροή που τόσο ποθεί: την ικανότητα να προσελκύει την προσοχή του πλανήτη με το πάτημα ενός κουμπιού.

Ο Τραμπ δεν είναι ένας απλός τρόφιμος στη «φυλακή» του Twitter. Σε αντίθεση με άλλους εν αναστολή λογαριασμούς, διαθέτει γιγάντιο δίκτυο συντηρητικών μέσων ενημέρωσης, το οποίο θα συνεχίσει να τον ακολουθεί πιστά. Οι οπαδοί του δεσμεύθηκαν να «καταφύγουν» στις λεγόμενες «εναλλακτικές πλατφόρμες», όπως οι Gab και Parler, οι κανόνες των οποίων είναι χαλαροί. Οι εφαρμογές αυτές είναι, όμως, μικρής κλίμακας και συγκεντρώνουν τους πιο λυσσαλέους εξτρεμιστές, λόγω της απουσίας ελέγχου σε αυτές. Αν οι συγκεκριμένες πλατφόρμες αντιμετωπίσουν εμπόδια από τις εταιρείες παροχής Ιντερνετ, όπως ήδη έγινε με το Parler, ο Τραμπ θα μπορούσε να δημιουργήσει δική του πλατφόρμα, ενώ το τηλεοπτικό δίκτυο Fox News παραμένει ως λύση έσχατης ανάγκης. Η δημιουργία νέας πλατφόρμας κοινωνικής δικτύωσης είναι, όμως, δύσκολο εγχείρημα, ακόμη και για έναν τέως πρόεδρο.

Ανεξάρτητα από το πού θα καταλήξει να δημοσιεύσει τα μηνύματά του, ο Τραμπ δεν πρόκειται να ανακτήσει τέτοιες φιλικές και αποτελεσματικές πλατφόρμες για τις επιθέσεις του. Το 2009, όταν δημιούργησε λογαριασμό στο Twitter, συνειδητοποίησε αμέσως την αξία τού μέσου. Οι μονολεκτικές ύβρεις και ειρωνείες του αποδείχθηκαν πραγματικό χρυσωρυχείο για τη νεόκοπη πλατφόρμα, που αναζητούσε χρήστες. Η στροφή του Τραμπ στην πολιτική τού επέτρεψε να αξιοποιήσει πλήρως την άμεση αυτή δίοδο επικοινωνίας, εκτοξεύοντας τη δημοτικότητα και εξασφαλίζοντάς του τη νίκη στις εκλογές.