ΚΟΣΜΟΣ

Αφήνει πίσω του μια βαθιά διχασμένη χώρα

Αφήνει πίσω του μια βαθιά διχασμένη χώρα

Ο Ντόναλντ Τραμπ είναι ο πρώτος πρόεδρος στην ιστορία των ΗΠΑ που παραπέμπεται σε δίκη από τη Βουλή των Αντιπροσώπων δύο φορές. Η δεύτερη παραπομπή ήταν το φυσικό επακόλουθο της απόφασής του να στείλει οργισμένους υποστηρικτές του να λιντσάρουν τους βουλευτές και γερουσιαστές την ώρα που συνεδρίαζαν για να επικυρώσουν τη νίκη του Τζο Μπάιντεν, στις 6 Ιανουαρίου. 

Ακόμη όμως και αν ο απερχόμενος πρόεδρος καταδικαστεί από τη Γερουσία για υποκίνηση ανταρσίας, καταδίκη για την οποία θα απαιτηθούν 17 ψήφοι Ρεπουμπλικανών, το βαθύτατο τραύμα θα συνεχίσει να αιμορραγεί, καθώς όσα δραματικά συμβαίνουν δεν περιορίζονται στους διαδρόμους του Καπιτωλίου, αλλά κόβουν με το μαχαίρι όλη τη χώρα. 

Οι αδιανόητες εικόνες του όχλου στο Καπιτώλιο οδήγησαν πολλούς από τους πρώην συμμάχους του Τραμπ να του γυρίσουν την πλάτη, ενώ κάποιοι από τους δισεκατομμυριούχους υποστηρικτές του, όπως η οικογένεια Κοκ, δήλωσαν ότι στο εξής, για τις δωρεές τους προς το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, θα εξετάζουν ποια στάση κράτησε ο κάθε αξιωματούχος στα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου. Κατόπιν εορτής, ακόμη και ο ίδιος ο Τραμπ εμφανίστηκε σε βιντεοσκοπημένο μήνυμα να λέει ότι «όποιος κάνει τέτοια πράγματα δεν βοηθάει το κίνημά μας». 

Για την ώρα, οι προσπάθειες είναι πυροσβεστικές: να εντοπιστούν και να τιμωρηθούν οι συμμετέχοντες στην έφοδο στο Καπιτώλιο, να διαπιστωθεί με ποιους συνεργάστηκαν από το εσωτερικό του κτιρίου, να αποτραπούν νέες απόπειρες επιθέσεων στη διάρκεια της ορκωμοσίας του Τζο Μπάιντεν στις 20 Ιανουαρίου, τόσο εναντίον του Καπιτωλίου στην Ουάσιγκτον όσο και εναντίον των τοπικών Καπιτωλίων των 50 πολιτειών. Τις τελευταίες ημέρες, χιλιάδες πάνοπλοι εθνοφρουροί ξημεροβραδιάζονται στο κτίριο, καθώς οι Αρχές, μετά τέσσερα χρόνια αδιαφορίας απέναντι στην ένοπλη αμερικανική Ακροδεξιά, αποφάσισαν να δείξουν ότι υπάρχουν όρια.  

Το πρόβλημα είναι ότι η φωτιά ίσως κατασβέστηκε, αλλά η καύσιμη ύλη παραμένει. Οι θεωρητικοί του φασισμού παρατηρούν ότι κάθε φασιστικό κίνημα χρειάζεται ένα Μεγάλο Ψέμα, που συσπειρώνει και κρατάει σε εγρήγορση τη μάζα, πείθοντάς την ότι αδικείται και προτρέποντάς την να περάσει στην αντεπίθεση. Οπως το Μεγάλο Ψέμα του Χίτλερ ήταν το «πισώπλατο πλήγμα» που υποτίθεται ότι δέχθηκε η αυτοκρατορική Γερμανία από Εβραίους, κομμουνιστές κ.λπ. στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έτσι το Μεγάλο Ψέμα του Τραμπ είναι ότι «κέρδισε» τις εκλογές που έχει χάσει με διαφορά επτά εκατομμυρίων ψήφων. Ακόμη και μετά όσα έχουν συμβεί, μεγάλη μερίδα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος εξακολουθεί να συντηρεί τον δηλητηριώδη μύθο, προκειμένου να μην αποξενώσει τη βάση των υποστηρικτών του Τραμπ ή προκειμένου, όπως ανοικτά λένε ορισμένοι Ρεπουμπλικανοί αξιωματούχοι, να μη γίνουν οι ίδιοι και οι οικογένειές τους στόχοι βίαιων επιθέσεων. Αν από τα γεγονότα των τελευταίων ημερών ξεπηδήσουν τέρατα, θα είναι σαφές πώς κυοφορήθηκαν.

Υπήρξαν, βεβαίως, Ρεπουμπλικανοί αξιωματούχοι διαφόρων βαθμίδων που επί εβδομάδες απέκρουαν τις ασφυκτικές πιέσεις του Τραμπ να νοθεύσουν το εκλογικό αποτέλεσμα, ενώ η όψιμη μεταστροφή του επικεφαλής του κόμματος στη Γερουσία Μιτς Μακόνελ θα μπορούσε, θεωρητικά, να οδηγήσει ακόμη και στην καταδίκη του απερχόμενου προέδρου, αποκλείοντάς τον για πάντα από τα δημόσια αξιώματα. 

Ομως οι Ρεπουμπλικανοί δεν είναι σε θέση, έπειτα από όλα αυτά, να επιστρέψουν στη φυσιολογική πολιτική αντιπαράθεση, γιατί έχουν ξεφύγει, εδώ και χρόνια, από αυτήν. 

Στρατηγική ετών

Πολύ πριν από τον Τραμπ, η βασική εκλογική στρατηγική των Ρεπουμπλικανών δεν ήταν π.χ. η υπεράσπιση συντηρητικών αξιών ή συγκεκριμένων οικονομικών πολιτικών. Το πιο αποτελεσματικό εργαλείο ήταν το να απαγορεύουν στον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό ψηφοφόρων του Δημοκρατικού Κόμματος να ψηφίσουν ή, αν ψήφιζαν, να ακυρώνουν τις ψήφους τους, εκμεταλλευόμενοι τις άφθονες ευκαιρίες που προσφέρει το κατακερματισμένο και απολιθωμένο αμερικανικό εκλογικό σύστημα και οι τεχνολογίες της πληροφορίας.  

Οι επόμενες προκριματικές εκλογές του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος θα είναι μια μάχη ανάμεσα στην πτέρυγα που θα επιχειρήσει να επαναφέρει τους Ρεπουμπλικανούς εντός του πολιτικού φάσματος (γιατί η συγκεκαλυμμένη όπως και η απροκάλυπτη επίθεση κατά των θεσμών τούς έχει βγάλει, στην πραγματικότητα, εκτός φάσματος) και στους «επαναστάτες» υποψηφίους του Τραμπ. 

Εν τω μεταξύ, όμως, μια σειρά τραπεζών, δήμοι και εταιρείες, με τα οποία συνεργαζόταν ο επιχειρηματικός όμιλος Τραμπ, ανακοίνωσαν ότι διακόπτουν τους δεσμούς τους μαζί του. Ισως κάποιοι από τους πολιτικούς που διεκδικούν την κληρονομιά του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, μεταξύ αυτών η κόρη του πρώην αντιπροέδρου, Λιζ Τσέινι, υπολογίζουν ότι ο Τραμπ θα δεχθεί τόσο μεγάλη πίεση από δικαστικές υποθέσεις και από την απειλούμενη οικονομική καταστροφή της επιχείρησής του, ώστε να έλθει σε έναν συμβιβασμό μαζί τους. Σε αυτή την περίπτωση όμως, οι μάζες που ο Τραμπ ριζοσπαστικοποίησε μπορεί να πάψουν να ενδιαφέρονται για το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, το οποίο πόνταρε στον φασισμό για να μείνει στην εξουσία και βρέθηκε να χάνει τα πάντα.