ΑΠΟΨΗ

Post-Truth Δημοκρατία

Post-Truth Δημοκρατία

Μετά τις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου του 2020 η αμερικανική πολιτική βούλιαξε σε ένα ναδίρ που, πραγματικά, είναι πάρα πολύ δύσκολο να περιγραφεί σε ένα κοινό που έχει ζήσει σε μια χώρα με έστω και υποτυπώδεις δημοκρατικούς θεσμούς. Οι περισσότεροι είδαμε την νίκη του Τζο Μπάιντεν και σταματήσαμε να ασχολούμαστε. Ναι, μαθαίναμε ότι ο Τραμπ δεν παραδέχτηκε την ήττα, ναι, βλέπαμε τα υστερικά tweets, αλλά είχαμε κι άλλα θέματα, πιο επείγοντα, πολλοί μπορεί να μην πήραν χαμπάρι ακριβώς τι συνέβαινε εκεί πέρα. Αν όμως κάποιος κάτσει και βάλει κάτω αυτά που έγιναν στις ΗΠΑ από το Νοέμβριο δεν μπορεί παρά να σαστίσει, να σηκώσει τα χέρια ψηλά από απελπισία. Να πει, δε βγάζει νόημα. Δεν είναι δυνατό να συμβαίνουν αυτά τα πράγματα. Αξίζει να πούμε δυο λόγια γι’ αυτό το θέμα σήμερα.

Η Ουάσινγκτον σήμερα, στην ορκωμοσία του Τζο Μπάιντεν, είναι μια κατεχόμενη πόλη με στρατό στους δρόμους, μπλόκα, απαγόρευση κυκλοφορίας και το FBI να διπλοτσεκάρει το στρατό για το ενδεχόμενο να έχουν παρεισφρήσει τίποτε στασιαστές στις τάξεις του. Γιατί; Επειδή δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι πιστεύουν ένα αστήρικτο, χυδαίο, απίστευτο και γελοίο ψέμα: ότι οι εκλογές του περασμένου Νοεμβρίου είναι “κλεμμένες” και ότι ο Τζο Μπάιντεν δεν κέρδισε στ’ αλήθεια. Ο Τραμπ, ο απίθανος θίασος συγγενών και παρατρεχάμενων που τον περιτριγυρίζουν (όσοι απέμειναν εκτός φυλακής), μια δράκα απίστευτων δημοσιογράφων σε ακροδεξιά κανάλια και δεκάδες Ρεπουμπλικανοί γερουσιαστές και βουλευτές επαναλαμβάνουν αυτό το ψέμα κάθε μέρα, ξανά και ξανά από τις 6 Νοεμβρίου, κραδαίνοντας ανύπαρκτα ή κίβδηλα “στοιχεία” στα μέχρι πρότινος φιλόξενα social media και κάποια συγκεριμένα κανάλια. Το στρατόπεδο του Τραμπ αμφισβητεί το αποτέλεσμα σε έξι πολιτείες, χωρίς στοιχεία, έτσι, επειδή σε αυτές το αποτέλεσμα ήταν σχετικά πιο αμφίρροπο. Και, βέβαια, το αμερικανικό πολιτικό σύστημα έχει διάφορες δικλείδες ασφαλείας για όποιον θέλει να αμφισβητήσει ένα εκλογικό αποτέλεσμα. Στις περισσότερες πολιτείες υπάρχει η δυνατότητα επανακαταμέτρησης των ψήφων αυτόματα, αν η διαφορά είναι πολύ μικρή. Οι καμπάνιες μπορούν να ζητήσουν επιπλέον επανακαταμετρήσεις, αν τις πληρώσουν από την τσέπη τους. Στην Πολιτεία της Τζόρτζια, όπου η διαφορά ήταν η πιο μικρή από οπουδήποτε αλλού, περίπου 14.000 ψήφοι, έγιναν, πράγματι δύο επανακαταμετρήσεις των ψήφων, πλήρεις, με το χέρι. Μέτρησαν τις ψήφους μία μία. Οι εκλογικοί αντιπρόσωποι βρήκαν ψήφους που δεν είχαν μετρηθεί σε τέσσερις περιφέρειες. Μετά και τη δεύτερη επανακαταμέτρηση, το αποτέλεσμα άλλαξε. Ο Μπάιντεν τελικά νίκησε με σχεδόν 12.000 ψήφους διαφορά. Αλλά ακόμα κι αν με μαγικό τρόπο οι απειλές του Τραμπ στους (Ρεπουμπλικανούς) αξιωματούχους υπεύθυνους για την εκλογική διαδικασία πετύχαιναν, και του “έβρισκαν” 12.000 ψήφους όπως ζητούσε (δόθηκε στη δημοσιότητα το σχετικό τηλεφώνημα, αν θυμάστε), πάλι δεν θα άλλαζε το αποτέλεσμα, καθότι η Τζόρτζια είχε μόνο 16 εκλέκτορες, και η διαφορά των δύο ήταν 74.

Αλλά και στο Γουισκόνσιν έγινε επανακαταμέτρηση, και εκεί επίσης βρέθηκαν ψήφοι που δεν είχαν καταμετρηθεί την πρώτη φορά. Με την επανακαταμέτρηση, ο Μπάιντεν κέρδισε με σχεδόν 21.000 ψήφους διαφορά -74 περισσότερες από ότι στην πρώτη καταμέτρηση.

Όλα αυτά ήταν πράγματα γελοία, βεβαίως. Οι διαφορές σε όλες τις “επίμαχες” Πολιτείες ήταν αρκετά μεγάλες ώστε η νίκη του Μπαίντεν να είναι απόλυτα σίγουρη και στις έξι. Κανένας άνθρωπος με σώας τα φρένας δεν μπορούσε να τα κοιτάξει και να εκφέρει έστω και μια υποψία ότι το εκλογικό αποτέλεσμα είναι αμφισβητήσιμο ή και αμφίρροπο. Ο Τζο Μπαίντεν κέρδισε τις εκλογές με 7.000.000 ψήφους διαφορά σε εθνικό επίπεδο, και με 74 περισσότερους εκλέκτορες από τον αντίπαλο του.

Αλλά αυτό δεν είχε καμία σημασία για το στρατόπεδο του Τραμπ. Θα είχε για ένα κανονικό πολιτικό κόμμα που, κοιτάζοντας ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα προχωρούσε αμέσως παρακάτω, για την ανασύνταξη και τον σχεδιασμό της στρατηγικής για την επόμενη μέρα. Το στρατόπεδο του Τραμπ, όμως, δεν είναι κανονικό κόμμα. Επέμειναν με το ψέμα, ξανά και ξανά. Μετά τις επανακαταμετρήσεις και τις γελοίες απόπειρες εκβιασμών και πιέσεων στις εκλογικές επιτροπές των Πολιτειών αυτών (πολλές εκ των οποίων στελεχώνονταν από Ρεπουμπλικάνους, φυσικά), προχώρησαν και στην προσφυγή στα δικαστήρια. Πήγαν σε 62 δίκες-παρωδίες, ένα κωμικοτραγικό θέαμα, με τους απερίγραπτους δικηγόρους τους να κάνουν σόου στις κάμερες έξω από τα δικαστήρια μιλώντας για “στοιχεία” και “smoking guns” και μπαίνοντας μέσα, όπου μιλούσαν ενόρκως και το διακύβευμα, μεταξύ άλλων, ήταν η άδεια άσκησης επαγγέλματός τους, δεν παρουσίαζαν ούτε μισό στοιχείο. Αφού δεν υπήρχε τίποτε. Από τις 62 δίκες το στρατόπεδο του Τραμπ ξέρετε πόσες κέρδισε; Μία. Μία, και μάλιστα εντελώς ανούσια, για ένα τεχνικό θέμα με την ταυτοποίηση ψηφοφόρων που θεωρητικά μπορεί να ήθελαν να αλλάξουν την ψήφο τους στην Πενσιλβάνια, το οποίο δεν αφορούσε πρακτικά σχεδόν κανέναν. Ο Τζο Μπάιντεν κέρδισε την Πενσιλβάνια με 82.000 ψήφους διαφορά. 

Αλλά το ψέμα συνεχιζόταν. Ψέματα παντού, για δήθεν κλεμμένους σάκους με ψηφοδέλτια, για δήθεν πειραγμένα εκλογικά μηχανήματα, ό,τι αστήρικτη παλαβομάρα μπορεί να φανταστεί κανείς, ψέματα στο Twitter, ψέματα στο Fox News, στο OAN, στο Newsmax, στο Facebook, στο Parler, όλο ψέματα, ακόμα και στο Ανώτατο Δικαστήριο, οπου δύο φορές πήγε το στρατόπεδο του Τραμπ, όπου ο Τραμπ είχε διορίσει τρεις από τους εννέα δικαστές -και όπου και τις δύο φορές έφαγε πόρτα. Τα ψέματα συνεχίζονταν ακάθεκτα. Κάποτε κοπάζαν, όπως όταν η εταιρεία Dominion, που έφτιαχνε τα “επίμαχα” εκλογικά μηχανήματα άρχισε να μοιράζει μηνύσεις για συκοφαντική δυσφήμιση, οπότε τα κανάλια κατέβαζαν για λίγο τους τόνους, πριν συνεχίσουν με άλλα, εξίσου παλαβά και ολοένα και πιο επικίνδυνα, όπως με το ότι οι πιστοί Ρεπουμπλικάνοι του Κονγκρέσου μπορούσαν με κάποιο τρόπο να “αμφισβητήσουν” το αποτέλεσμα στην (υπό κανονικές συνθήκες τυπική) διαδικασία έγκρισης των αποτελεσμάτων των Πολιτειών από τη Βουλή και τη Γερουσία, ή ότι ο Αντιπρόεδρος Μάικ Πενς είναι την αρμοδιότητα να κάνει κάτι για να “ακυρώσει” αυτή την έγκριση. Που δεν την είχε. Και έτσι τα ψέματα έφτασαν στο Κονγκρέσο στις 6 Ιανουαρίου.

Με τον Τραμπ και την κουστωδία του να στέλνουν το πλήθος στο Καπιτώλιο, με τα πιστά του στρατιωτάκια μέσα στην αίθουσα, τραγικές φιγούρες με ονόματα όπως Τζιμ Τζόρνταν, Μο Μπρουκς, Τζος Χάουλι, Μάρτζορι Τέιλορ Γκριν και Νικόλ Μαλλιωτάκη, να κάνουν γραφικές, καταγέλαστες “ενστάσεις” καθώς οι εξίσου πιστοί οπαδοί απ’ έξω, αυτοί που στ’ αλήθεια, πες πες, είχαν πιστέψει μέσα στον πυρήνα του είναι τους το ψέμα, και άρχισαν να μπουκάρουν μέσα.

Από σήμερα αρχίζει μια νέα σελίδα στην πολιτική ιστορία των ΗΠΑ. Όμως το πολιτικό σύστημα έχει τραυματιστεί, ίσως ανεπανόρθωτα. Το 70% των Ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων δεν πιστεύουν στην εγκυρότητα του εκλογικού αποτελέσματος. Έχουν πιστέψει το ψέμα. Σε μια κανονική δημοκρατία, δεν είναι δυνατό να συμβαίνουν αυτά τα πράγματα.