ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ

«Καμπανάκι» από Γερμανούς λοιμωξιολόγους

«Καμπανάκι» από Γερμανούς λοιμωξιολόγους

ΛΟΝΔΙΝΟ. Τρόπους να εντοπίσει περισσότερα κρούσματα κορωνοϊού, ώστε να αποφύγει την τυφλή διασπορά, αναζητεί η βρετανική κυβέρνηση, με το υπουργείο Υγείας να εξετάζει το ενδεχόμενο καταβολής 500 στερλινών σε όσους βρίσκονται θετικοί.

Ο εκπρόσωπος του Βρετανού πρωθυπουργού διέψευσε ότι γίνονται τέτοιες σκέψεις, σημειώνοντας ότι η κυβέρνηση ήδη χορηγεί 500 στερλίνες σε όσους βρίσκονται θετικοί, αν έχουν χαμηλό εισόδημα και η φύση της δουλειάς τους δεν τους επιτρέπει να εργάζονται από το σπίτι. 

Το νέο πιο μεταδοτικό στέλεχος του κορωνοϊού έχει εξαπλωθεί σε πολλές περιοχές της χώρας, αυξάνοντας την πίεση στο βρετανικό σύστημα υγείας. Με βάση τις εκτιμήσεις της βρετανικής στατιστικής υπηρεσίας, την εβδομάδα 9-16 Ιανουαρίου ένας στους 35 Λονδρέζους είχε μολυνθεί από κορωνοϊό. Στην Αγγλία η αναλογία ήταν ένας στους 55, στη Βόρεια Ιρλανδία ένας στους 60, στην Ουαλλία ένας στους 70 και στη Σκωτία ένας στους 100. 

Με βάση τα στοιχεία της κυβέρνησης, 92.000 άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους στη Βρετανία από κορωνοϊό, ενώ η μεθοδολογία της εφημερίδας «Γκάρντιαν», που ενσωματώνει θανάτους που δεν καταγράφονται με βάση τα επίσημα κριτήρια, υπολογίζει τους νεκρούς σε πάνω από 110.000.

Εν τω μεταξύ, στη Γερμανία, οι κοινωνικές πιέσεις για άρση των περιοριστικών μέτρων που θα ασκηθούν όταν εμβολιαστούν οι ευπαθείς ομάδες, σε συνδυασμό με τη διάδοση του βρετανικού στελέχους του ιού, ανησυχούν ιδιαιτέρως τους λοιμωξιολόγους. Ο λοιμωξιολόγος του νοσοκομείου Σαριτέ του Βερολίνου, Κρίστιαν Ντρόστεν, ανησυχεί ότι ο συνδυασμός των δύο αυτών παραγόντων μπορεί να ανεβάσει τον αριθμό των κρουσμάτων την άνοιξη στις 100.000 ημερησίως. Θα πρόκειται κυρίως για νέους και υγιείς, αφού οι ευπαθείς ομάδες θα έχουν εμβολιαστεί, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι το σύστημα υγείας θα αντέξει, γιατί η ανεξέλεγκτη διάδοση του ιού σημαίνει στατιστικά και περισσότερα βαριά περιστατικά, ακόμη και μεταξύ νεαρότερου πληθυσμού. «Το ότι περάσαμε ένα χαλαρό καλοκαίρι, το 2020, είχε σχέση με τη μείωση των κρουσμάτων την άνοιξη», είπε ο Ντρόστεν. «Φέτος δεν βλέπω το ίδιο».