ΚΟΣΜΟΣ

Οι ΗΠΑ σε ρόλο δίκαιου διαιτητή

Ο Μαξ Χόφμαν, διευθυντής στο Center of American Progress, μιλάει για τους χειρισμούς Μπάιντεν σε σχέση με την Τουρκία

Οι ΗΠΑ σε ρόλο δίκαιου διαιτητή

Ο Μαξ Χόφμαν είναι διευθυντής Εθνικής Ασφάλειας και Διεθνούς Πολιτικής στην αμερικανική δεξαμενή σκέψης Center for American Progress με αντικείμενο την Τουρκία, την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή. Πριν από λίγες ημέρες δημοσίευσε μια έκθεση 47 σελίδων με τίτλο «Σημεία αναφοράς στις σχέσεις ΗΠΑ – Τουρκίας το 2021». Στη συνέντευξη που παραχώρησε στην «Κ» ο κ. Χόφμαν επισημαίνει τα συγκεκριμένα επίμαχα σημεία και περιγράφει τις δυναμικές που πρόκειται να διαμορφώσουν στο εγγύς μέλλον τη σχέση της Τουρκίας με την Ελλάδα και τη Δύση.
 
– Στην έκθεσή σας έχετε επισημάνει τρία επίμαχα σημεία: πρώτον, την πιθανή αναγνώριση της γενοκτονίας των Αρμενίων από τις ΗΠΑ, δεύτερον, την έμφαση στη δημοκρατία σε παγκόσμια κλίμακα που αναμένεται να αποδώσει ο πρόεδρος Μπάιντεν και τρίτον, τη δίκη στη Νέα Υόρκη της υπόθεσης που αφορά την τουρκική τράπεζα Halkbank, η οποία παραβίασε προ ετών τις κυρώσεις κατά του Ιράν. Ποιες είναι οι πιθανότητες να προχωρήσουν και οι τρεις αυτές πρωτοβουλίες μέσα στο 2021 διακινδυνεύοντας μια επιδείνωση στη σχέση ΗΠΑ – Τουρκίας;

– Στον τομέα της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου θα υπάρξει μια αλλαγή τόνου. Ο πρόεδρος Μπάιντεν ενδιαφέρεται για αυτά τα θέματα και θα τα θέσει στον πρόεδρο Ερντογάν. Η νέα αμερικανική ηγεσία θα παρέχει τουλάχιστον ρητορική υποστήριξη στις δυνάμεις της δημοκρατίας. Αυτό δεν θα αρέσει στον Ερντογάν. Πέρα από αυτή τη γενική αλλαγή, υπάρχουν ορισμένα συγκεκριμένα επίμαχα σημεία. Το Κογκρέσο πιθανότατα θα εγκρίνει ψήφισμα για την αναγνώριση της γενοκτονίας των Αρμενίων και η νέα κυβέρνηση θα πρέπει να ζυγίσει το πώς θα ανταποκριθεί. Αυτό είναι ένα διαχειρίσιμο πρόβλημα, αλλά μπορεί να προσφέρει μια πρώτη ένδειξη για την προσέγγιση του Μπάιντεν. 

Ενα μεγαλύτερο ζήτημα είναι η δίκη Halkbank, όπου το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο του Μανχάταν στη Νέα Υόρκη πιθανότατα θα καταδικάσει την τράπεζα διότι παρέκαμψε τις κυρώσεις στο Ιράν και θα επιβάλει μεγάλο πρόστιμο. Ο Ερντογάν πιέζει τον Λευκό Οίκο να παρέμβει εδώ και χρόνια, αλλά δεν υπάρχει πιθανότητα ο Μπάιντεν να παρέμβει στη Δικαιοσύνη. Ο Μπάιντεν απέρριψε ήδη το πιεστικό αίτημα του Ερντογάν σχετικά με την υπόθεση αυτή όταν ήταν αντιπρόεδρος και τώρα θα επικεντρωθεί στην αναδόμηση των κανόνων πολιτικής συμπεριφοράς που διαβρώθηκαν από τον Τραμπ. Ο Ερντογάν δεν πιστεύει ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ δεν μπορεί να διαμορφώνει τα δικαστικά αποτελέσματα που θέλει, οπότε θα είναι θυμωμένος και εριστικός. Το πρόστιμο θα μπορούσε να έχει σημαντικό αντίκτυπο στις τουρκικές χρηματοπιστωτικές αγορές, κάτι που ο Ερντογάν πιθανότατα θα εκμεταλλευθεί για να ενισχύσει ένα κύμα εθνικιστικής υποστήριξης ενάντια στις ξένες παρεμβάσεις.
 
– Πέρα από αυτά τα θέματα, υπάρχουν και ζητήματα σκληρής πολιτικής.

– Ναι. Το μεγαλύτερο ζήτημα είναι το ενδεχόμενο μιας περαιτέρω τουρκορωσικής αμυντικής συνεργασίας και, συγκεκριμένα, η δεδηλωμένη επιθυμία της Τουρκίας να αγοράσει περισσότερα συστήματα αεροπορικής άμυνας S-400. Οι ΗΠΑ έχουν ήδη επιβάλει κυρώσεις στην Τουρκία στο πλαίσιο του νόμου του Κογκρέσου για την αντιμετώπιση των αντιπάλων των ΗΠΑ μέσω κυρώσεων (Countering America’s Adversaries Through Sanctions Act – CAATSA) και προχωρεί η διαδικασία αποβολής της Τουρκίας από το πρόγραμμα των καταδιωκτικών F-35 ως ποινή για τις σχέσεις της με τη Ρωσία. Οι αρχικές κυρώσεις CAATSA στην Τουρκία ήταν σημαντικές, αλλά όχι πολύ σκληρές – ήταν περισσότερο μια προειδοποιητική βολή για να μην προχωρήσει περισσότερο με τη Ρωσία. Αλλά η απουσία κινήσεων από την τουρκική πλευρά για την εκτόνωση της κρίσης –και σίγουρα εάν η Αγκυρα αγοράσει περισσότερα συστήματα από τη Ρωσία– μπορεί να επιφέρει τη σταθερή κλιμάκωση των αμερικανικών κυρώσεων.
 
– Τι θα γίνει σε αυτή την περίπτωση;

– Τότε υπάρχει το ενδεχόμενο ένα από τα άλλα επίμαχα σημεία –η Συρία, η Λιβύη και η Ανατολική Μεσόγειος– να εξελιχθεί σε μια μεγάλη κρίση μεταξύ των ΗΠΑ και της Τουρκίας. Στη Συρία, ο Μπάιντεν πιθανότατα θα αναζωογονήσει τη δέσμευση των ΗΠΑ για σταθεροποίηση του ανατολικού τμήματος σε συνεργασία με τις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF), κάτι που θα εξοργίσει την Τουρκία. Εάν η Τουρκία προβεί σε μια στρατιωτική κίνηση στην πόλη Αΐν Ισα στη βορειοανατολική Συρία ή σε άλλες πόλεις που ελέγχονται από το SDF, θα ξεσπάσει μια νέα κρίση, κάτι που πιθανώς θα προκαλέσει την αντίδραση του Κογκρέσου. Στη Λιβύη, υπάρχει μια πιθανότητα συνεργασίας. Η νέα διοίκηση στην Ουάσιγκτον μπορεί να αποδεχθεί την κατάπαυση του πυρός και να στηρίξει την Τουρκία στην υποστήριξη της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, η οποία υποστηρίζεται από τον ΟΗΕ. Οσον αφορά την Ανατολική Μεσόγειο, ο Μπάιντεν είναι από καιρό εξοικειωμένος με το ζήτημα και θα θελήσει να συμβάλει στην αποκλιμάκωση και να ωθήσει τα μέρη σε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις. Σε πολλά από αυτά τα μέτωπα οι ΗΠΑ θεωρούν ότι η μπάλα βρίσκεται στο γήπεδο της Τουρκίας. Αυτό σημαίνει ότι ο Ερντογάν θα είναι ο κύριος παράγοντας που θα καθορίσει εάν θα υπάρξει κλιμάκωση της έντασης ή θα βελτιωθεί το κλίμα.
 
– Οσον αφορά την Ανατολική Μεσόγειο, πρώτον, η Τουρκία επιδιώκει την αναγνώριση της Βόρειας Κύπρου ως ανεξάρτητου κράτους. Δεύτερον, στοχεύει να ελέγξει το ήμισυ του Αιγαίου ως προς τα δικαιώματα υφαλοκρηπίδας και αποκλειστικής οικονομικής ζώνης (ΑΟΖ). Η Ελλάδα θεωρεί και τις δύο επιδιώξεις μη αποδεκτές. Η δεύτερη επιδίωξη, ειδικότερα, δεν είναι αποδεκτή από την Αθήνα ως βάση για οποιαδήποτε διαπραγμάτευση. Ποια θα είναι η στάση των ΗΠΑ σε αυτό το προφανές αδιέξοδο που παραμένει κάτω από την επιφάνεια της εν εξελίξει διπλωματίας;

– Δεν είναι ξεκάθαρο για εμένα πόσο μακριά θα πάει ο Ερντογάν, αλλά πιθανότατα θα κλιμακώνει αργά και σταθερά μέχρι τη στιγμή που θα προκαλέσει μια τιμωρητική απάντηση από την Ε.Ε. η οποία θα βλάπτει σοβαρά τις οικονομικές προοπτικές της Τουρκίας – σε αυτό το σημείο, ίσως σταματήσει. Είναι σαφές ότι η αποφασιστική στάση της Αγκυρας όσον αφορά τις θαλάσσιες και ενεργειακές διαφορές ώθησε τους γείτονές της να εμβαθύνουν τη συνεργασία τους, και αυτό με τη σειρά του έχει ενισχύσει την αίσθηση της Τουρκίας ότι είναι απομονωμένη ή περιορισμένη. Είναι απίθανο οι ΗΠΑ να θελήσουν να υποστηρίξουν ρητά τη μία πλευρά, αλλά μάλλον θα διεκδικήσουν τον ρόλο του δίκαιου διαιτητή για την προώθηση ειρηνικών λύσεων μέσα από τις διαπραγματεύσεις και σύμφωνα με το διεθνές ναυτικό δίκαιο. Η Ε.Ε. είναι πιθανό να λάβει μέτρα πριν από τις ΗΠΑ ενάντια στις μονομερείς ενέργειες της Τουρκίας, εφόσον διακυβεύονται συμφέροντα κρατών-μελών της. Υποψιάζομαι ότι η Ε.Ε. και οι ΗΠΑ θα ήθελαν και οι δύο να επιβραδύνουν τον κύκλο της κλιμάκωσης με την ελπίδα ότι οι μελλοντικές πολιτικές αλλαγές στην Αγκυρα θα μπορούσαν να εκτονώσουν την κρίση. 

Αλλά αν η Τουρκία προχωρήσει πολύ, αυτοί οι υπολογισμοί μπορούν να αλλάξουν. Ο Ερντογάν θέλει να χαράξει για την Τουρκία μια πορεία περισσότερο ανεξάρτητη μέσα σε έναν πολυπολικό κόσμο. Αυτός είναι ο λόγος που αναπτύσσει μια ψυχρή συναλλακτική σχέση με παραδοσιακούς συμμάχους και ταυτόχρονα εμβαθύνει τη συνεργασία με τη Ρωσία και άλλους. Αυτό που ίσως δούμε από τον Μπάιντεν είναι ότι οι ΗΠΑ θα αρχίσουν να υιοθετούν την ίδια στάση και να μεταχειρίζονται την Τουρκία ως μια πιο ανεξάρτητη δύναμη που μπορεί να αντιμετωπιστεί με ψυχρούς συναλλακτικούς όρους και λιγότερο σαν στρατηγικό εταίρο. Αυτή η μεταβολή θα έχει επιπτώσεις και για τις δύο πλευρές, που κατά καιρούς μπορεί να είναι επώδυνες.
 
– Στον δρόμο για τις τουρκικές προεδρικές εκλογές του 2023, πιστεύετε ότι ο Ερντογάν θα υιοθετήσει σταδιακά μια ηπιότερη στάση ή θα προχωρήσει με έναν τρόπο ακόμη πιο εριστικό;

– Ο Ερντογάν βρίσκεται σε μια φάση ηπιότητας αυτή την ώρα. Περιμένει να δει πώς θα προσεγγίσει την Τουρκία η νέα αμερικανική ηγεσία και δεν θέλει να δράσει ανταγωνιστικά ή να προκαλέσει την επιβολή περισσότερων κυρώσεων λόγω της CAATSA ή σχετικά με την τράπεζα Halkbank. Αλλά αυτή η κατάσταση είναι απίθανο να διαρκέσει πολύ. Πρόκειται για έναν κύκλο που έχουμε δει πολλές φορές με τον Ερντογάν. Η πολιτική του στο εσωτερικό καθώς και η κοσμοθεωρία του μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι είναι πολύ πιθανό να κλιμακώσει την ένταση σε ορισμένα μέτωπα πριν από την έναρξη της προεκλογικής εκστρατείας του το 2023. Μετά την ανάφλεξη της σύγκρουσης με τους Κούρδους το 2015, ο Ερντογάν έχασε πολλή κουρδική υποστήριξη και έτσι απευθύνθηκε στη σκληρή εθνικιστική Δεξιά. Αυτό λειτούργησε για πέντε χρόνια, αλλά τον εγκλώβισε πολιτικά σε ένα πεδίο όπου είναι εξαρτημένος εξ ολοκλήρου από την Ακροδεξιά για να διατηρήσει την εξουσία του. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει πιο διαλλακτικός στο κουρδικό ζήτημα στο εσωτερικό ή στη Συρία χωρίς να χάσει την υποστήριξη των υπερεθνικιστών του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης (MHP). Η υποστήριξή του διαβρώνεται μεταξύ των νέων και ορισμένων ψηφοφόρων της Κεντροδεξιάς, με αποτέλεσμα η νίκη στις επόμενες εκλογές να είναι πραγματικά κορώνα – γράμματα.