ΚΟΣΜΟΣ

Ο Μπάιντεν βλέπει την Ευρώπη ως τον σημαντικότερο εταίρο των ΗΠΑ

Ο Μπάιντεν βλέπει την Ευρώπη ως τον σημαντικότερο εταίρο των ΗΠΑ

Το μέγεθος του κινδύνου που αντιμετώπισε η αμερικανική δημοκρατία αναδεικνύει σε συνέντευξή του στην «Κ» ο Εντουαρντ Λους, αρχισυντάκτης και αρθρογράφος των Financial Times στις ΗΠΑ. Ο Λους, του οποίου το βιβλίο «The Retreat of Western Liberalism» (2017) αποτελεί μια διαυγή επισκόπηση των προκλήσεων της φιλελεύθερης δημοκρατίας, ισχυρίζεται ότι η παρτίδα σώθηκε χάρη στο σθένος που επέδειξαν «ορισμένοι αξιοθαύμαστοι τοπικοί αξιωματούχοι και ορισμένοι δικαστές διορισμένοι από τον Ντόναλντ Τραμπ».

«Φτάσαμε πολύ κοντά» στο να μπορέσει ο Τραμπ να ανατρέψει το αποτέλεσμα, τονίζει. «Φάνηκε η σημασία του χαρακτήρα – οι νόμοι είναι αποτελεσματικοί μόνο στον βαθμό που τους εφαρμόζουν άτομα με ακεραιότητα», προσθέτει, σημειώνοντας ότι «τα επόμενα τέσσερα χρόνια θα είναι κρίσιμα για τις ΗΠΑ, αλλά και για τις προοπτικές της δυτικής δημοκρατίας ευρύτερα».

Πώς βίωσε την ημέρα της ορκωμοσίας; Μιλάει για «ακραία μέτρα ασφαλείας», με 28.000 εθνοφρουρούς. «Ολα κύλησαν πολύ ήρεμα. Η αίσθηση ότι έφευγαν οι τοξίνες από το σύστημα της Ουάσιγκτον με την αποχώρηση του Τραμπ ήταν χειροπιαστή. Και αυτό ήταν κάτι που ένιωσαν και Ρεπουμπλικανοί φίλοι μου».

Πιστεύει ότι ο πυρετός του τραμπισμού θα αρχίσει να υποχωρεί μεταξύ των Ρεπουμπλικανών; «Ο Τραμπ έχει χάσει τόσο το μεγάφωνο του Λευκού Οίκου όσο και τους λογαριασμούς του στο Twitter και στο Facebook – τα κύρια μέσα επικοινωνίας που χρησιμοποιούσε. Δεν είμαι σίγουρος τι του κόστισε περισσότερο. Αυτό τον αποδυναμώνει άμεσα. Επίσης δεν πρέπει να υποτιμηθεί ο βαθμός στον οποίο αποξένωσε τους κορυφαίους νομοθέτες του κόμματος, υποκινώντας την επίθεση στο Καπιτώλιο. Αν η ορκωμοσία είχε γίνει χωρίς να μεσολαβήσει η 6η Ιανουαρίου, πλήθος Ρεπουμπλικανών θα τον είχαν αποχαιρετήσει θερμά – μεταξύ των οποίων και ο Μάικ Πενς». Ωστόσο, υπενθυμίζει, ο Τραμπ έλαβε 74 εκατομμύρια ψήφους πριν από μόλις δέκα εβδομάδες και «περίπου 1/3 με 40% των Αμερικανών πιστεύουν ότι ο Μπάιντεν έκλεψε τις εκλογές».

Είναι «ανοιχτό ερώτημα» εάν θα καταδικαστεί στη Γερουσία (ένας στους τρεις Ρεπουμπλικανούς πρέπει να ψηφίσει εναντίον του). «Το κλειδί είναι ο Μιτς Μακόνελ, ο οποίος θα κινηθεί με μοναδικό γνώμονα το αν η επιλογή του θα αυξήσει τις πιθανότητες να ξαναγίνει ηγέτης της πλειοψηφίας στη Γερουσία το 2022». 

Πόσο δύσκολο θα είναι να εδραιωθεί εκ νέου ο σεβασμός στην αλήθεια στον δημόσιο διάλογο; Ο κ. Λους παρατηρεί ότι η 20ή του μηνός ήταν η ημερομηνία κατά την οποία ο Q, ο προφήτης της παρανοειδούς θεωρίας συνωμοσίας που είναι ιδιαίτερα δημοφιλής στις τάξεις των οπαδών του MAGA, είχε προβλέψει τη «μεγάλη αφύπνιση», με τον Τραμπ να διατάζει μαζικές συλλήψεις των κακοποιών του Βαθέος Κράτους κ.ο.κ. «Ηταν πολύ ενδιαφέρον ότι σε ομάδες του QAnon στο Signal και στο Telegram υπήρχε έντονη δυσαρέσκεια που οι προφητείες αυτές δεν επαληθεύτηκαν. Ισως λοιπόν η ομαλή διεξαγωγή της ορκωμοσίας να συνέβαλε με τον τρόπο αυτό στο ξεφούσκωμα της θεωρίας συνωμοσίας».

Ο συνομιλητής της «Κ» θεωρεί ότι το ευρύτερο πρόβλημα της δυσπιστίας απέναντι στο σύστημα και στους ειδικούς είναι πολύ βαθύ και ότι αποτελεί τεράστια πρόκληση για τον Τζο Μπάιντεν η επιδίωξη της αποκατάστασης μιας σχέσης εμπιστοσύνης με την κοινή γνώμη. «Αλλά είναι απολύτως ειλικρινής στην επιθυμία του να το πετύχει αυτό – και θα το επιχειρήσει με τον τρόπο που θα επικοινωνήσει τις νέες πολιτικές απέναντι στην πανδημία. Είναι ένα ιδανικό πεδίο για να αναδείξει τη σημασία της σωστής, επαληθεύσιμης πληροφόρησης».

Για τη ρύθμιση του χαοτικού τοπίου των social media, παρατηρεί: «Δεν είναι σύμπτωση ότι το Facebook και το Twitter απέκλεισαν τον Τραμπ από τις πλατφόρμες τους λίγο μετά την ανάκτηση του ελέγχου της Γερουσίας από τους Δημοκρατικούς». Οι επικεφαλής των εταιρειών αυτών «είδαν προς τα πού οδεύουν τα πράγματα», με ένα κόμμα που πιστεύει στη στενότερη εποπτεία των κολοσσών της τεχνολογίας –και στη συνεννόηση στο μέτωπο αυτό με την Ευρώπη–, να ελέγχει τόσο την εκτελεστική όσο και τη νομοθετική εξουσία. «Υπάρχει πλέον στις Ηνωμένες Πολιτείες μια πολύ πιο θετική στάση απέναντι σε μια ευρωπαϊκού τύπου προσέγγιση στη ρύθμιση του λόγου στο Διαδίκτυο – και αυτό φαντάζομαι ότι έχει προκαλέσει ανησυχία στις Big Tech εταιρείες».

Μπορεί ο Μπάιντεν να πετύχει αρκετά στην οικονομική και στην κοινωνική πολιτική για να επαναφέρει τους πιο φανατικούς ψηφοφόρους του Τραμπ στο δημοκρατικό πλαίσιο; «Σίγουρα έχει ένα πολύ φιλόδοξο νομοθετικό πρόγραμμα», απαντά, αναφερόμενος στο πακέτο του 1,9 τρισ. δολαρίων που προωθείται για την ανακούφιση των πληγέντων από την πανδημία, στο νομοσχέδιο για τις πράσινες υποδομές, αλλά και αυτό για τη μεταρρύθμιση της μεταναστευτικής πολιτικής – «το πρώτο που έστειλε στο Καπιτώλιο αφού ορκίστηκε». Οι προκλήσεις που έχει δεσμευθεί να αντιμετωπίσει –η αποκατάσταση της δημοκρατίας στο εσωτερικό και της αξιοπιστίας των ΗΠΑ στο διεθνές στερέωμα, ο συστημικός ρατσισμός, η κλιματική αλλαγή και η πανδημία– είναι «επικών διαστάσεων». Το «κλειδί» για να πετύχει στα περισσότερα από αυτά τα μέτωπα είναι «ένας ελάχιστος βαθμός στήριξης από τους Ρεπουμπλικανούς», που είναι «άγνωστο» αν θα προκύψει.

Η Ανατολική Μεσόγειος

Θα ευοδωθούν οι προσδοκίες για αναβίωση της ευρωαμερικανικής συμμαχίας; Θα αντιστραφεί η τάση απόσυρσης των ΗΠΑ από περιοχές όπως η Ανατολική Μεσόγειος;

«Ο Μπάιντεν σίγουρα –σε αντίθεση με τον Ομπάμα– βλέπει την Ευρώπη ως τον σημαντικότερο εταίρο των ΗΠΑ, ειδικά όσον αφορά μία κοινή προσέγγιση απέναντι στην Κίνα, που είναι η σημαντικότερη πρόκληση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής». Υπάρχει «κοινή επιθυμία» για τη σύσφιγξη των σχέσεων, αλλά και πολλές «πρακτικές δυσκολίες», λέει. Αναφέρει μεταξύ άλλων τον αγωγό Nord Stream 2, την πρόσφατη επενδυτική συμφωνία Ε.Ε. – Κίνας, που «δεν έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από το επιτελείο Μπάιντεν», κ.ά.

Σχετικά με την Ανατολική Μεσόγειο, πιστεύει πως θα αναληφθούν ισχυρές πρωτοβουλίες για την ενίσχυση του ΝΑΤΟ και θα σταλεί μια σαφής προειδοποίηση προς τη Μόσχα ότι δεν θα μπορεί πλέον να υπονομεύει την ενότητα της Συμμαχίας: «Η Τουρκία είναι μία πτυχή αυτού του ζητήματος· η σχέση του Ερντογάν με τον Πούτιν έχει προκαλέσει μεγάλη ενόχληση στην Ουάσιγκτον – ιδιαίτερα με την αγορά των ρωσικών πυραύλων».