ΚΟΣΜΟΣ

Βαριά η σκιά του Τραμπ στο κόμμα

Μια αντισημίτρια, η Μάρτζορι Τέιλορ Γκριν, και μια αντάρτισσα, η Λιζ Τσέινι, διχάζουν τους Ρεπουμπλικανούς

Βαριά η σκιά του Τραμπ στο κόμμα

«Είμαι μια από εσάς και με μισούν γι’ αυτό», έγραψε στο Τwitter η Ρεπουμπλικανή βουλευτής Μάρτζορι Τέιλορ Γκριν, που έγινε γνωστή και στη χώρα μας για τη μάσκα με το σύνθημα «Μολών λαβέ» (γραμμένο λατινικά Molon Labe). Το νεοεκλεγέν μέλος της αμερικανικής Βουλής έχει διχάσει το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα (GOP) με παλαιότερες αναρτήσεις της που αναπαρήγαγαν αντισημιτικές και εξωφρενικές θεωρίες συνωμοσίας. Η ίδια είχε επίσης υιοθετήσει βίαιες συμπεριφορές και φρασεολογία, όπως «την εκτέλεση των ηγετών των Δημοκρατικών». Το κατεστημένο του κόμματος αποδοκίμασε τις απόψεις της, με πρώτο τον επικεφαλής της ρεπουμπλικανικής μειοψηφίας στη Γερουσία Μιτς Μακόνελ, αλλά για ακόμη μία φορά το GOP αρνήθηκε να πάρει μέτρα, φοβούμενο την αποξένωση των πολυάριθμων οπαδών του Ντόναλντ Τραμπ. 

Στον αντίποδα, η συντριπτική πλειοψηφία των βουλευτών του (145 υπέρ, έναντι 61 κατά) παρείχε κάλυψη στην τρίτη στην κοινοβουλευτική ιεραρχία του κόμματος, βουλευτή του Ουαϊόμινγκ Λιζ Τσέινι, κόρη του Ντικ Τσέινι, αντιπροέδρου του Τζορτζ Μπους (2001-2009), η οποία ψήφισε υπέρ της παραπομπής του Τραμπ στη σχετική ψηφοφορία στη Βουλή, αψηφώντας την επίσημη γραμμή. 

Η Γκριν και η Τσέινι εκπροσωπούν τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές για τον έλεγχο του κόμματος. Εχοντας συμπληρώσει μόλις δύο εβδομάδες στο Κογκρέσο, η Γκριν είδε το όνομά της να πρωταγωνιστεί στις ειδήσεις εξαιτίας παλαιότερων δηλώσεών της υπέρ του ακραίου κινήματος QAnon, της άποψης ότι οι φονικές επιθέσεις εναντίον μαθητών σχολείων υποκινούνται από στοιχεία που θέλουν να περιορίσουν το δικαίωμα των Αμερικανών στην οπλοκατοχή, αλλά και του ισχυρισμού πως οι πυρκαγιές στην Καλιφόρνια το προηγούμενο καλοκαίρι οφείλονταν σε διαστημικό λέιζερ, το οποίο ελέγχουν οι ιδιοκτήτες της τράπεζας Ρότσιλντ. Παρ’ όλα αυτά το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα της ανέθεσε τις επιτροπές Παιδείας και Προϋπολογισμού, γεγονός που προκάλεσε την αγανάκτηση των Δημοκρατικών. 

Στην αντίπερα όχθη, η Τσέινι εξασφάλισε την οργή του φιλοτραμπικού στρατοπέδου του κόμματος, υπεραμυνόμενη της παραπομπής του τέως προέδρου μετά την εισβολή στο Καπιτώλιο. Αρκετοί ζήτησαν την καθαίρεσή της, ενώ ο βουλευτής Ματ Γκετς από τη Φλόριντα ταξίδεψε στο Ουαϊόμινγκ ζητώντας από τους ψηφοφόρους να την απομακρύνουν από τον θώκο της. 

Η σκιά του Τραμπ πέφτει ακόμη βαριά πάνω από το GOP. Η Γκριν είχε δεχθεί πρόσφατα τα εγκώμιά του, με αποτέλεσμα ο επικεφαλής της ρεπουμπλικανικής μειοψηφίας στη Βουλή Κέβιν Μακάρθι, ο οποίος επισκέφθηκε άλλωστε και ο ίδιος τον τέως πρόεδρο στο Μαρ-α-Λάγκο στη Φλόριντα, να δηλώσει αυτήν την εβδομάδα ότι δεν πρόκειται να τιμωρήσει τη βουλευτή. 

Οταν εκείνη μάλιστα σηκώθηκε να μιλήσει, η μισή κοινοβουλευτική ομάδα σηκώθηκε όρθια και την αποθέωσε, ακόμη μία εικόνα που απηχεί το χάσμα στους κόλπους του κόμματος. Η Γκριν έχει καταφέρει να εκμεταλλευθεί με κάθε τρόπο την πόλωση, δηλώνοντας στην εφημερίδα Washington Examiner ότι το ρεπουμπλικανικό κατεστημένο και οι Δημοκρατικοί δεν έχουν καμία διαφορά και δεσμευόμενη ότι θα παλέψει για τα επόμενα βήματα του Τραμπ. 

Παράλληλα με την εσωκομματική σύγκρουση για τις τύχες της Γκριν και της Τσέινι πάντως, εξίσου έντονη είναι η αντίθεση μεταξύ Μακόνελ και Μακάρθι. Ο πρώτος έκανε λόγο για τρελά ψέματα της Γκριν και εξήρε τον ρόλο της Τσέινι. Ο δεύτερος διαιωνίζει τον διχασμό στους κόλπους του GOP, κρατώντας ακέραιους τους δεσμούς με τον Τραμπ και την Ακροδεξιά. Με δεδομένο ότι του χρόνου θα διεξαχθούν νέες εκλογές για το Κογκρέσο, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα θα κληθεί να αποδείξει ότι δεν είναι μια στέγη «ψεκασμένων» συνωμοσιολόγων, αλλά μπορεί να επαναπατρίσει τους ψηφοφόρους των προαστίων – απόφοιτους κολεγίων. 

Οι ελίτ και η βάση

Αναλυτές εκτιμούν ωστόσο ότι το κόμμα σύρεται πίσω από την εκλογική βάση, που δεν είναι ακόμη έτοιμη να αποχωριστεί τη ρητορική του Τραμπ. «Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα δεν ελέγχεται πλέον από τις ελίτ στην Ουάσιγκτον, αλλά από ακτιβιστές της βάσης σε πολιτειακό επίπεδο, που δεν ακούν τι λέει η Ουάσιγκτον. Ακούν ανθρώπους σαν τη βουλευτή Γκριν», ισχυρίστηκε ο Νταν Εμπερχαρντ, μεγάλος χρηματοδότης του GOP, στο NBC. 

«Οι Ρεπουμπλικανοί έχουν μία επιλογή: θα συμπαραταχθούν με το κίνημα QAnon και ένα μέλος τους που υπεραμύνεται της βίας και του εξτρεμισμού ή θα υιοθετήσουν την αλήθεια, την ειλικρίνεια, την ακεραιότητα και τη λογοδοσία;», είπε από την πλευρά της η Ντέμπι Βάσερμαν, Δημοκρατική βουλευτής στη Φλόριντα. Το δίλημμα προς το παρόν μοιάζει αναπάντητο, αφού ακόμη και η ηγεσία του κόμματος εμφανίζεται διχασμένη. Tα ξημερώματα της Παρασκευής, η υπό δημοκρατικό έλεγχο Βουλή αποφάσισε να αποπέμψει την Γκριν από τις δύο επιτροπές, με μόλις 11 Ρεπουμπλικανούς να αλλάζουν στρατόπεδο και να στηρίζουν την προσπάθεια. «Αυτά είναι λόγια του παρελθόντος. Δεν με αντιπροσωπεύουν», είπε η ίδια η Γκριν, και πάλι το μισό κόμμα επευφήμησε την… τόλμη της.  

Ο Τζο Μπάιντεν και η Μόσχα

Ικανοποίηση στο Βερολίνο και δυσαρέσκεια στη Μόσχα και στο Ριάντ προκάλεσε η ομιλία του προέδρου των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν για την εξωτερική πολιτική. Η γερμανική κυβέρνηση χαιρέτισε προχθές την απόφαση της Ουάσιγκτον να ανασταλεί η προαναγγελθείσα απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων από τη Γερμανία, λέγοντας ότι η παρουσία των Αμερικανών στρατιωτών είναι προς το συμφέρον και των δύο χωρών. Στον αντίποδα, το Κρεμλίνο επέκρινε τις πολύ επιθετικές και μη εποικοδομητικές δηλώσεις Μπάιντεν, ο οποίος διεμήνυσε ότι αν δεν αποφυλακιστεί ο αντιφρονών Αλεξέι Ναβάλνι, οι ΗΠΑ δεν θα διστάσουν να αυξήσουν το κόστος για τη Μόσχα. «Με ένα ύφος πολύ διαφορετικό από αυτό του προκατόχου μου, είπα στον Ρώσο ηγέτη ότι έχουν παρέλθει οι ημέρες που οι ΗΠΑ γυρνούσαν από την άλλη σε κάθε επιθετική ενέργεια της Ρωσίας, όπως η ανάμειξη στις εκλογές μας, οι κυβερνοεπιθέσεις και η δηλητηρίαση των πολιτών». Τέλος, ο Μπάιντεν διακήρυξε ότι μπαίνει τέλος στις πωλήσεις όπλων και άλλης υποστήριξης προς τη Σαουδική Αραβία για τον πόλεμο στην Υεμένη, «μια ανθρωπιστική και στρατηγική καταστροφή», όπως τη χαρακτήρισε. Οι Σαουδάραβες ηγέτες γνώριζαν τι έρχεται, αλλά φαίνεται ότι ο Μπάιντεν προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, αφού οι ΗΠΑ σταματούν πλέον να μοιράζονται με το Ριάντ στοιχεία για στόχους και την υποστήριξη σε επίπεδο επιμελητείας.