ΑΠΟΨΗ

Γ. Χαραλαμπίδης: Μια διαφορετική ματιά για τη Γερμανία

Γ. Χαραλαμπίδης: Μια διαφορετική ματιά για τη Γερμανία

Είναι συνηθισμένο να έχουν οι λαοί ανάγκη από τη στοχοποίηση κάποιου «κακού άλλου». Οι Ελληνες, όμως, επιδιδόμαστε σε αυτό συστηματικά. Αν μάλιστα συνδυαστεί με τη διαρκή αναζήτηση επιβεβαίωσης, ιδίως από τους «Ευρωπαίους», η ροπή αυτή αποκτά ιδιαίτερη δυναμική. Στην Ελλάδα της κρίσης, ο «κακός άλλος» έγινε η Γερμανία. Στο πλαίσιο αυτό απέκτησαν νέο νόημα όλα τα ιστορικά προηγούμενα. Υπήρχε ασφαλώς πολιτικό και ιστορικό υπόβαθρο, που έτυχε όμως επιτήδειας εκμετάλλευσης με τη διασταλτική αναπαραγωγή στερεοτύπων, που είναι καύσιμη ύλη κάθε λαϊκιστικής ατζέντας – και όχι μόνο στην Ελλάδα, βέβαια. Λαϊκισμός και συμπλέγματα υπάρχουν σε κάθε χώρα, δεν έχουν όμως παντού και πάντα την ίδια ισχύ και επήρεια.

Με αυτά ακριβώς τα ερμηνευτικά εργαλεία αντιλαμβάνεται και σήμερα τις σχέσεις της Γερμανίας με τη χώρα μας και με την Τουρκία ένα μεγάλο μέρος των συμπολιτών μας. Μια σύντομη περιήγηση σε σχόλια κάτω από αναρτήσεις σχετικών ειδήσεων από τα μεγαλύτερα μέσα ενημέρωσης φτάνει για να το τεκμηριώσει. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, είναι ανάγκη κάθε σοβαρή σχετική ανάλυση να είναι διπλά προσεκτική. Ο αντιγερμανισμός, όπως κάθε αντίληψη συλλογικής αντίθεσης, τροφοδοτείται λαίμαργα απ’ όπου μπορεί. Το αποτέλεσμα είναι η αύξηση της πολιτικής τοξικότητας. Δηλαδή, οι συνέπειες επιβαρύνουν εμάς, όχι τους Γερμανούς.

Η σύγχρονη γερμανική πολιτική συνείδηση έχει οργανική αποστροφή στις εντάσεις, ακόμη και τις ρητορικές. Ζει την αποθέωση της soft power, είναι βαθιά πεπεισμένη ότι όλα είναι ζήτημα ρεαλισμού, ωριμότητας και λίγο καλύτερης διαπραγμάτευσης. Εχει επίσης αποκτήσει εξαιρετική αντίληψη των μεγεθών, τα οποία αρνείται να σχετικοποιεί. Αυτό της επιβάλλει να διατηρεί ανοιχτούς διαύλους με τους δραστικούς ηπειρωτικούς παίκτες, όπως η Ρωσία και η Τουρκία, ακόμη και όταν πιέζει τον Πούτιν ή τον Ερντογάν για χάρη των δημοκρατικών αρχών. Αποφεύγει η ίδια τις αντιπαραθέσεις, πάντα αναζητά τρόπους να τις παρακάμψει και όταν δεν μπορεί, αποτραβιέται μέχρι να αλλάξουν οι συσχετισμοί ή ενεργοποιεί εναλλακτικά δίκτυα συνεννόησης. Η πολιτεία της Γερμανίας στην Ε.Ε. και στο ΝΑΤΟ την τελευταία δεκαετία είναι αδιάψευστος μάρτυρας, η επιφύλαξη για την ισχύ καταλήγει συχνά μειονέκτημα. Ομως έτσι αντιλαμβάνεται τον εαυτό της, την Ευρώπη, τον κόσμο.

Από αυτή τη συγκρότηση εκπορεύεται η στάση της Γερμανίας και στην περιοχή μας. Γενικότερα, ωστόσο, η επιδίωξη εταιρικής σχέσης με την Αγκυρα, η σχετικοποίηση της ενωσιακής αλληλεγγύης για εθνικές προτεραιότητες, η οικονομική διαδραστικότητα με αυταρχικούς ηγέτες είναι πρακτικές που κατά περίπτωση εφαρμόζουν όλες οι ευρωπαϊκές χώρες, της Γαλλίας συμπεριλαμβανομένης. Και στην τρέχουσα συγκυρία, τουλάχιστον δύο ακόμη μεγάλες χώρες της Ε.Ε. τηρούν την ίδια στάση με τη Γερμανία, όμως στον ελληνικό δημόσιο διάλογο ασχολούμαστε μόνο μαζί της. Η κεντρική πολιτική θέση της είναι καθοριστική ασφαλώς, αλλά πρέπει να θυμόμαστε ότι ακριβώς γι’ αυτήν είναι και σε εμάς χρήσιμη. Ενα βασικό πρόβλημα είναι ότι η ελληνική πολιτική τάξη αντιμετωπίζει την κ. Μέρκελ με δέος. Οχι αβάσιμα, είναι το δέος που θα ένιωθε και στα τέλη του 19ου αιώνα κάθε περιφερειακή ηγεσία για τον Μπίσμαρκ. Εκεί όμως τελειώνουν οι αναλογίες.

Η Ελλάδα σήμερα δεν είναι αυτή που ήταν την εποχή του Μπίσμαρκ. Εχει πολλές αδυναμίες, αλλά έχει και το δικό της ειδικό βάρος, κάτι που έχει κερδίσει με κόπο τα περασμένα διακόσια χρόνια. Αν θέλουμε, έχουμε τρόπους να περάσουμε μηνύματα ή και να πιέσουμε ακόμη την εκάστοτε γερμανική κυβέρνηση, ειδικά σε ένα εκλογικό έτος. Η ταύτιση με έναν σκοτεινό ηγέτη όπως ο Ερντογάν δεν είναι ποτέ καλή πολιτική αποσκευή, τέτοια στοιχεία μετράνε στη γερμανική μεσαία τάξη. Αυτό που έχει σημασία, είναι να ξέρουμε με σαφήνεια και σιγουριά τι θέλουμε εμείς από τον κάθε παράγοντα και τι μπορεί αυτός να μας δώσει. Είναι πάντα πιο αποδοτικό να ξεκινάς αξιολογώντας τον εαυτό σου.
 
* Ο κ. Γιάννης Χαραλαμπίδης είναι ιστορικός και σύμβουλος πολιτικής ανάλυσης.