ΚΟΣΜΟΣ

Από την ΕΚΤ στην πρωθυπουργία της Ιταλίας

Ο Μάριο Ντράγκι καλείται να απομακρύνει το ενδεχόμενο της οικονομικής κατάρρευσης της χώρας του.

Από την ΕΚΤ στην πρωθυπουργία της Ιταλίας

Η ανάληψη της πρωθυπουργίας της Ιταλίας από τον Μάριο Ντράγκι είναι μια εξαιρετικά σημαντική εξέλιξη για τη χώρα και ολόκληρη την Ευρώπη. Ο πρώην διοικητής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δεν είχε ποτέ αιρετό αξίωμα, δεν προτάθηκε από κάποιο κόμμα και έχει μιλήσει ελάχιστα για τους στόχους της κυβέρνησής του, παρ’ όλ’ αυτά πίσω του συντάσσονται σχεδόν όλες οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας.

Πρόκειται για ένδειξη του κύρους του, αλλά και του πόσο φυσιολογικό μοιάζει πλέον να αναγνωρίζεται ως υπέρτατο προσόν για τη διακυβέρνηση ενός ολόκληρου έθνους η εγγύτητα προς τους μηχανισμούς πραγματικής εξουσίας. 

Ο Ντράγκι, οικονομολόγος με διδακτορικό από το ΜΙΤ, με θητεία ως γενικός γραμματέας του ιταλικού υπουργείου Οικονομικών, ως διευθυντικό στέλεχος της τράπεζας Goldman Sachs, ως κεντρικός τραπεζίτης της Ιταλίας και, τέλος, ως διοικητής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας το 2011-2019, δεν καλωσορίστηκε μόνο από τον τραπεζικό κλάδο. Κατά τη διαδικασία σχηματισμού της κυβέρνησής του έγιναν διάφορα εντυπωσιακά, όπως η συνάντησή του με τον κωμικό Μπέπε Γκρίλο, ο οποίος συμφώνησε να τον στηρίξει, ή η συνάντησή του με εκπροσώπους συνδικάτων και οικολογικών οργανώσεων, των οποίων τις θέσεις θέλησε να ακούσει. 
Ηταν μια επιχείρηση γοητείας από έναν τεχνοκράτη που προτιμά να κρατάει χαμηλούς τόνους και του οποίου η πιο προβεβλημένη θέση, η διοίκηση της ΕΚΤ, είχε ως απολύτως απαραίτητη προϋπόθεση να μετράει κανείς με απόλυτη προσοχή τα λόγια του. Η προσδοκία σήμερα είναι ότι, όπως το 2012 ο Ντράγκι πρόφερε το περίφημο «whatever it takes» (οτιδήποτε χρειαστεί) κόβοντας την όρεξη των κερδοσκόπων που πόνταραν στη διάλυση του ευρώ, έτσι και τώρα, θα βρει έναν τρόπο να απομακρύνει το φάσμα της οικονομικής κατάρρευσης της Ιταλίας, η οποία μαστίζεται από μία κρίση (του κορωνοϊού) μέσα σε μιαν άλλη κρίση (της αναιμικής ανάπτυξης και της ανεργίας). Αυτή τη στιγμή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αγοράζει αφειδώς τα ομόλογα των κρατών-μελών και έτσι δεν υπάρχει κρίση δανεισμού, αλλά όσοι βλέπουν την επόμενη ημέρα, όπως ο Γάλλος οικονομολόγος Τομά Πικετί, διατυπώνουν όλο και πιο έντονα αιτήματα διαγραφής των χρεών αυτών από την ΕΚΤ. Η τοποθέτηση του Ντράγκι στο τιμόνι της πιο ευάλωτης και συστημικά σημαντικής χώρας προεξοφλεί ότι όποια λύση και αν προτείνει η Ιταλία, ακόμη και αν δεν είναι απολύτως «ορθόδοξη», θα βρίσκεται μέσα σε πλαίσια ευνοϊκά για τον τραπεζικό κλάδο, για το κοινό νόμισμα και για τη συνοχή της Ευρωζώνης.

Eνας σωτήρας για την Ευρώπη

Αυτό πανηγυρίστηκε δεόντως από τις χρηματαγορές, οι οποίες κατέβασαν το σπρεντ των ιταλικών ομολόγων στις 90 μονάδες βάσης. Στο εσωτερικό της χώρας, οι πολιτικές δυνάμεις συμπεριφέρονται σαν ναρκωμένες, διαγκωνιζόμενες για το ποια θα προσφέρει πιο ειλικρινή διαπιστευτήρια στον Ντράγκι. Ο Γκρίλο, επικεφαλής της μεγαλύτερης κοινοβουλευτικής δύναμης, υποσχέθηκε ότι θα πείσει τα μέλη του κινήματός του και το έκανε, όπως φάνηκε από την εσωκομματική ψηφοφορία, αν και όχι χωρίς απώλειες.

Το Δημοκρατικό Κόμμα έσπευσε να ζητήσει υπουργεία από την πρώτη στιγμή, το ίδιο και η Φόρτσα Ιτάλια του Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Για τον πρώην πρωθυπουργό Ματέο Ρέντσι δεν γίνεται καν λόγος – αυτός ήταν ο καταλύτης για τον σχηματισμό της νέας κυβέρνησης, καθώς τίναξε στον αέρα την προηγούμενη, στην οποία μετείχε μαζί με το Δημοκρατικό Κόμμα και τα 5 Αστέρια. Αφού έβαλε τη νάρκη του στο πολιτικό σκηνικό, ο Ρέντσι μετέβη στη Σαουδική Αραβία για μια γρήγορη αλλά καλά αμειβόμενη επιχείρηση ξεπλύματος της δημόσιας εικόνας του διαδόχου του θρόνου, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, τον οποίο ο Ρέντσι, ως πρώην δήμαρχος της Φλωρεντίας, χαρακτήρισε φορέα μιας νέας αναγέννησης του αραβικού κόσμου.

Ο Ματέο Σαλβίνι προσέφερε και αυτός τη στήριξη της Λέγκας στον Μάριο Ντράγκι, ξεχνώντας τις αντιευρωπαϊκές κορώνες και καθοδηγώντας τους ευρωβουλευτές του να διαφοροποιηθούν από τη Γαλλίδα Λεπέν και τους Γερμανούς της AfD, ψηφίζοντας υπέρ του Ταμείου Ανθεκτικότητας και Ανάκαμψης στο Ευρωκοινοβούλιο. Τα χρήματα του Ταμείου (πάνω από 200 δισεκατομμύρια στην περίπτωση της Ιταλίας) είναι το μεγάλο διακύβευμα πάνω στο οποίο θα δοκιμαστεί, από την πρώτη ημέρα, η κυβέρνηση Ντράγκι. Οι ειδικοί στο οργανωμένο έγκλημα προειδοποιούν ότι η έλευση μεγάλων κονδυλίων και η διαχείρισή τους από νεοπαγείς οντότητες είναι συνταγή για να καταλήξουν στις τσέπες της μαφίας. Πριν από το ζήτημα της οργάνωσης, όμως, τίθεται το θέμα των πολιτικών και οικονομικών προτεραιοτήτων – πού θα κατευθυνθούν τα χρήματα, τι είδους μεταρρυθμίσεις επιδιώκει να εφαρμόσει η χώρα. Ολα αυτά πρέπει να αποφασιστούν έως τον Απρίλιο, ενώ εν τω μεταξύ η χώρα παραμένει σε μερικό lockdown, καθώς ο κορωνοϊός έχει κοστίσει 92.000 ζωές, οι εμβολιασμοί αργούν, 300.000 επιχειρήσεις έχουν κλείσει, ενώ το ειδικό πρόγραμμα στήριξης της εργασίας, που έχει αποτρέψει 600.000 απολύσεις, λήγει σε δύο μήνες.