ΚΟΣΜΟΣ

Ο Τούρκος δικτάτορας και ο πρόεδρος Μπάιντεν

o-toyrkos-diktatoras-kai-o-proedros-mpainten-561326455

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, που μετράει σχεδόν είκοσι χρόνια στην εξουσία, θα αντιμετωπίσει τώρα τον τέταρτο κατά σειράν πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Ερντογάν είναι συνηθισμένος να χτίζει σχέσεις με τους νέους προέδρους όταν αναλαμβάνουν τα καθήκοντά τους. Αυτή στρατηγική του ήταν επιτυχής στην αρχή της θητείας τόσο του προέδρου Ομπάμα όσο και του προέδρου Τραμπ, προτού οι σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας επιδεινωθούν στο τελευταίο έτος διακυβέρνησης. Μετά το επεισοδιακό τελευταίο τρίμηνο της προεδρίας Τραμπ –το οποίο περιελάμβανε την επιβολή κυρώσεων CAATSA (νόμος για την αντιμετώπιση των αντιπάλων της Αμερικής μέσω κυρώσεων) εναντίον της Τουρκίας για την απόκτηση του ρωσικού συστήματος S-400, και τα πυρά του υπουργού Εξωτερικών Μάικ Πομπέο στον Τούρκο ομόλογό του Μεβλούτ Τσαβούσογλου κατά τη διάρκεια της τηλεδιάσκεψης κορυφής του ΝΑΤΟ– η Αγκυρα ήταν σίγουρα έτοιμη για μια νέα αρχή.

Το καθεστώς του Ερντογάν ήταν ήδη πολύ εξοικειωμένο με τον πρόεδρο Μπάιντεν και τα βασικά μέλη της ομάδας του. Υπήρξαν πολλές στιγμές στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας για την προεδρία του 2020 –συμπεριλαμβανομένης της δηκτικής κριτικής του Μπάιντεν για την Τουρκία κατά τη διάρκεια συνάντησής του με τη σύνταξη των New York Times, της υπόσχεσής του να αναγνωρίσει τη Γενοκτονία των Αρμενίων, των επικρίσεών του για τις τουρκικές κινήσεις στην Αγία Σοφία και τα Βαρώσια – οι οποίες θα έπρεπε να είχαν προβληματίσει την Αγκυρα. Ωστόσο, ο Ερντογάν πιθανώς υπέθεσε ότι σε μια χρονιά εκλογών, το μεγαλύτερο μέρος αυτών έμοιαζε με υποσχέσεις, όπως εκείνες του Μπαράκ Ομπάμα το 2008 για τα ίδια θέματα, οι οποίες ξεχάστηκαν γρήγορα μόλις ανέλαβε την εξουσία.

Εάν ο Ερντογάν υπολόγιζε σε μια τρίτη συνεχόμενη «επανεκκίνησή» του με μια κυβέρνηση των ΗΠΑ, ο πρόεδρος Μπάιντεν τον έχει απογοητεύσει. Κατά τη διάρκεια των πρώτων 100 ημερών διακυβέρνησής του, οπότε κυριάρχησαν η εσωτερική πολιτική και η αντιμετώπιση της πανδημίας, η κυβέρνηση Μπάιντεν έκανε αρκετά ως προς την Τουρκία ώστε να αποσυντονίσει τον Ερντογάν.

Συγκεκριμένες κινήσεις κατά την έναρξη της προεδρίας του Μπάιντεν υπερέβησαν τις προσδοκίες ακόμη και των πιο πιστών υποστηρικτών του προέδρου. Φανταστείτε να πρέπει να ενημερώσετε τον Ερντογάν, τους τελευταίους μήνες, για τα ακόλουθα: τον διορισμό του Μπρετ Μακ Γκουρκ στο Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας, τον σχολιασμό του υπουργού Εξωτερικών Αντονι Μπλίνκεν για την Τουρκία κατά την ακρόαση έγκρισής του, και την επίπληξή του για τη στάση της Τουρκίας απέναντι στην Κύπρο σε μεταγενέστερη εμφάνισή του ενώπιον της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων του Κοινοβουλίου, την ανοικτή καταδίκη του υπουργείου Εξωτερικών για κυβερνητική καταστολή στο Πανεπιστήμιο Μπογάζιτσι, τη σαθρή δίωξη των Οσμάν Καβαλά και Χένρι Μπάρκι και των κινήσεων ενάντια στο Δημοκρατικό Κόμμα του Λαού (HDP), την εφαρμογή των κυρώσεων CAATSA, τις νομικές εντολές που υποβλήθηκαν από το υπουργείο Δικαιοσύνης και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και επέτρεψαν να προχωρήσει η αγωγή κατά της Τουρκίας στην υπόθεση Σέρινταν Σερκλ. Επιπλέον, φανταστείτε να πρέπει να εξηγήσετε πώς ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έχει ήδη μιλήσει με τον πρόεδρο Μπάιντεν, ενώ ο Ερντογάν ακόμα περιμένει.

Ο Στίβεν Κουκ, κύριος συνεργάτης της έδρας Μελετών Μέσης Ανατολής και Αφρικής Ενι Ενρίκο Ματέι στο Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων, σημειώνει τη σημαντική απομάκρυνση από την προσέγγιση προς την Τουρκία κατά τις τελευταίες κυβερνήσεις: «Δεν μοιάζει τόσο πολιτική ήπιας διπλωματίας. Ο Νεντ Πράις [ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών] ήταν ξεκάθαρος και αποφασιστικός». Κατά τη διάρκεια των κυβερνήσεων Ομπάμα και Τραμπ, οι ΗΠΑ συχνά έστελναν ανάμεικτα μηνύματα στην Τουρκία. Σύμφωνα με τον Κουκ, «αυτό που αποτέλεσε έκπληξη [υπό τον Μπάιντεν] είναι ότι δεν υπάρχουν ανάμεικτα μηνύματα. Ο πρόεδρος και η ομάδα του δεν πρόκειται να παραβλέψουν τις αμερικανικές αξίες».

Αυτή η σαφής δέσμευση για τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι αξιοσημείωτη, υποστηρίζει ο Αλαν Μακόφσκι, κύριος συνεργάτης Εθνικής Ασφάλειας και Διεθνούς Πολιτικής στο Κέντρο Αμερικανικής Προόδου. «Η κυβέρνηση Μπάιντεν έχει “τυλίξει” την Τουρκία όπως καμία προηγούμενη κυβέρνηση. Μέχρι στιγμής κυρίως ρητορικά, αλλά περιεκτικά. Εάν είσαι δημοκράτης στην Τουρκία, είσαι χαρούμενος γιατί φαίνεται να έχεις έναν φίλο στον Λευκό Οίκο».

Αυτή η πιο ξεκάθαρη πολιτική απέναντι στην Τουρκία δεν αποτελεί απαραίτητα έκπληξη για όσους παρακολουθούν στενά την Ουάσιγκτον. Το Κογκρέσο είχε ήδη υιοθετήσει μια πιο επιθετική στάση σε σχέση με τις δύο προηγούμενες κυβερνήσεις. Κατά τις δύο τελευταίες συνεδριάσεις του, το Κογκρέσο έθεσε το ζήτημα σχετικά με τις κυρώσεις CAATSA και την απομάκρυνση της Τουρκίας από το πρόγραμμα F-35, υιοθέτησε ομόφωνα το θέμα της αναγνώρισης της Γενοκτονίας των Αρμενίων μέσω της Γερουσίας, ψήφισε τον νόμο για την εταιρική σχέση ασφάλειας και ενέργειας στην Ανατολική Μεσόγειο και έχει θεσπίσει ένα άτυπο εμπάργκο όπλων στην Τουρκία. Σε αυτή τη νεότερη συνεδρίαση, το Κογκρέσο έχει απευθύνει επιστολές για την κατάφωρη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη δημοκρατική οπισθοδρόμηση από την Τουρκία, με την υπογραφή πάνω από 50 γερουσιαστών και 170 αντιπροσώπων.

Για τον Μακόφσκι, αυτό το πλαίσιο σηματοδοτεί ένα μεγαλύτερο πρόβλημα για την Τουρκία. «Με την αποχώρηση του Τραμπ, η Τουρκία δεν έχει πλέον πραγματικούς υποστηρικτές στην Ουάσιγκτον. Ακόμα και στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ και το υπουργείο Αμυνας, όπου εξακολουθεί να υπάρχει εκτίμηση για το στρατηγικό δυναμικό της Τουρκίας, υπάρχει όλο και μεγαλύτερη αμφιβολία για την προθυμία της να γίνει εταίρος και υπάρχει επίσης έντονη αίσθηση ότι το χειρότερο δεν έχει ακόμη έρθει όσον αφορά την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η μετοχή της Τουρκίας στην Ουάσιγκτον βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση και κανείς δεν περιμένει από τον Ερντογάν να κάνει ό,τι είναι απαραίτητο για να αντιστρέψει αυτή την τάση».

Κανείς δεν πρέπει να το εκλάβει όλο αυτό ως σημάδι μιας πλήρους ρήξης στις σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας. Φαίνεται να υπάρχει μια νέα τάση της Ουάσιγκτον, ενώ δεν θα αποκατασταθεί μια σχέση αγάπης με την Τουρκία, να βρεθεί μια λειτουργική σχέση. Σε αυτό το πλαίσιο, οι ΗΠΑ κανονίζουν τη διεξαγωγή συνομιλιών για το Αφγανιστάν στην Τουρκία και προτρέπουν την Ε.Ε. να μην κρατήσει πιο επιθετική στάση όσον αφορά τις κυρώσεις.

Ο Κουκ επισημαίνει την ικανότητα της Τουρκίας να ξεχωρίζει τις σχέσεις με τις άλλες χώρες (όπως η Ρωσία) και υποστηρίζει ότι οι ΗΠΑ μπορούν να υιοθετήσουν μια παρόμοια προσέγγιση με την Αγκυρα: «Εργαστείτε με την Τουρκία όπου μπορείτε, εργαστείτε εναντίον της εκεί όπου πρέπει, και όταν το διακύβευμα δεν είναι μεγάλο, μείνετε μακριά ο ένας από τον άλλο».

Ο Μακόφσκι βλέπει δύο βασικά επερχόμενα ορόσημα – εάν η κυβέρνηση Μπάιντεν αναγνωρίσει τη Γενοκτονία των Αρμενίων (πιστεύει ότι θα το κάνει) και εάν η Τουρκία απαγορεύσει το Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών (HDP). Αυτό δεν θα οδηγήσει απαραίτητα σε ρήξη της διμερούς σχέσης, αλλά η Τουρκία μπορεί τελικά να συνειδητοποιήσει πόσο πραγματικά έχει απομονωθεί πολιτικά και διπλωματικά στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο Ερντογάν έχει από καιρό λειτουργήσει υπό το σκεπτικό ότι οι ΗΠΑ θα υποχωρήσουν πρώτες σε μια αντιπαράθεση με την Τουρκία. Αλλά το 2021, περισσότερο από ποτέ, βλέπει έναν πρόεδρο και μια κυβέρνηση που έχει περισσότερη εμπειρία, μια πιο ξεκάθαρη παγκόσμια άποψη και περισσότερη πολιτική κάλυψη ώστε να μην κάνει πίσω. Είναι ακόμη νωρίς, και η κυβέρνηση Μπάιντεν πρέπει να διατηρήσει τη συνέπεια, αλλά όταν πρόκειται για τις σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας, η αμβλεία διπλωματία βρίσκεται σε καλό δρόμο για να αντικαταστήσει την αποτυχημένη ήπια η διπλωματία του παρελθόντος. Θα έχει αυτό ως αποτέλεσμα την αλλαγή συμπεριφοράς του Ερντογάν ή ότι η Τουρκία θα προχωρήσει χωρίς τον Ερντογάν;

* O κ. Εντι Ζεμενίδης είναι εκτελεστικός διευθυντής του Συμβουλίου Ελληνοαμερικανικής Ηγεσίας (HALC).