ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

Γερμανία: Χωρίς… Λεβαντόφσκι οι Συντηρητικοί

Οι Χριστιανοδημοκράτες/Χριστιανοκοινωνιστές έχρισαν υποψήφιο καγκελάριο όχι τον δημοφιλέστερο Ζέντερ, αλλά τον Λάσετ

Γερμανία: Χωρίς… Λεβαντόφσκι οι Συντηρητικοί

«Οταν μια ομάδα θέλει να κερδίσει, δεν αφήνει τον καλύτερο στον πάγκο. Και είμαι σίγουρη ότι η Μπάγερν δεν θα έφευγε από το Τσάμπιονς Λιγκ εάν είχε τον Ρόμπερτ Λεβαντόφσκι». Η Ντοροτέ Μπερ, στέλεχος των Χριστιανοκοινωνιστών της Γερμανίας, περιέγραψε με ποδοσφαιρικούς όρους την απόφαση στο δίλημμα της συντηρητικής παράταξης που έληξε, έπειτα από πολύωρη συνεδρίαση τα ξημερώματα της περασμένης Τρίτης, χρίζοντας υποψήφιο καγκελάριο της Ενωσης Χριστιανοδημοκρατών/Χριστιανοκοινωνιστών (CDU/CSU) τον ηγέτη του μεγαλύτερου κόμματος και όχι του μικρότερου: τον επικεφαλής του CDU Αρμιν Λάσετ αντί εκείνου του CSU Μάρκους Ζέντερ με πλειοψηφία δύο τρίτων. 

(Δύο φορές κατέβηκε η Ενωση με υποψήφιο από τους Χριστιανοκοινωνιστές, το 1980 με τον Φραντς Γιόζεφ Στράους και το 2002 με τον Εντμουντ Στόιμπερ, και τις δύο απέτυχε.) 

Μια ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια: λέγεται ότι οι Χριστιανοδημοκράτες τράβηξαν μέχρι πολύ αργά τη συνεδρίαση στις 19 Απριλίου, για να μην υποχρεωθούν να την επαναλάβουν στις 20 του μηνός. Θα ήταν άκομψος ο συμβολισμός ανάδειξης του υποψήφιου καγκελαρίου τους, την ημέρα των γενεθλίων του Αδόλφου Χίτλερ. 

Ο Λάσετ, πρωθυπουργός του μεγαλύτερου κρατιδίου της χώρας, της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, δύσκολα θα μπορούσε να υποχωρήσει εθελοντικά και να παραχωρήσει τη θέση του στον ηγέτη του μικρότερου κόμματος αλλά και ομολόγου του στο μικρότερο πληθυσμιακά κρατίδιο, τη Βαυαρία. Μια τέτοια κίνηση θα ισοδυναμούσε με πολιτική αυτοχειρία όχι μόνο του ίδιου αλλά και του ιστορικού κόμματος των Χριστιανοδημοκρατών. 

Γερμανία: Χωρίς… Λεβαντόφσκι οι Συντηρητικοί-1

Η προειδοποίηση Σόιμπλε

Την παραμονή της κρίσιμης ψηφοφορίας, στα ηγετικά κλιμάκια του κόμματος, ο πρόεδρος της Βουλής, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, τον προειδοποίησε: Αν εκχωρήσεις την υποψηφιότητα για την καγκελαρία, θα πρέπει αμέσως να παραιτηθείς από την ηγεσία του CDU. 

Αντιθέτως, η καγκελάριος Αγκελα Μέρκελ έπαιξε ρόλο Πόντιου Πιλάτου, νίπτοντας δημοσίως τας χείρας της, μια στάση που εξόργισε πολλούς. Ο Λάσετ πάντως άντεξε, παρά τις ασφυκτικές πιέσεις. 

Κατά την πολύωρη συνεδρίαση του κόμματός του, ένα ένα τα στελέχη του κόμματός του επαναλάμβαναν μεν τη στήριξή τους στο πρόσωπό του, προσέθεταν όμως έναν αστερίσκο ότι «η βάση θέλει τον Ζέντερ». Τα μηνύματα από όλη τη Γερμανία, αλλά και τις τελευταίες δημοσκοπήσεις, ήταν σαφή: η δημοτικότητα του Βαυαρού πολιτικού παραμένει υπερδιπλάσια του ηγέτη του CDU. 

Ουσιαστικά το κόμμα κλήθηκε να διαλέξει μεταξύ κομματικών μηχανισμών και δημοσκοπήσεων, χωρίς ωστόσο να υπάρχει ένας καταστατικός μπούσουλας για την εκλογή υποψηφίου καγκελαρίου. 

Η απογοήτευση της κοινής γνώμης μόλις ανακοινώθηκε τελικά το όνομα του Λάσετ ήταν τέτοια, ώστε οι Πράσινοι πέρασαν πρώτοι στις δημοσκοπήσεις. Είχε προηγηθεί η ανάδειξη της δικής τους υποψήφιας, της 40χρονης Αναλένα Μπέρμποκ, σε μια ασυνήθιστα συγκροτημένη διαδικασία, που ήρθε σε πλήρη αντιδιαστολή με τη σφαγή στη συντηρητική παράταξη. 

Οι Πράσινοι, ένα ριζοσπαστικό κόμμα που δημιουργήθηκε το 1980 για να ταράξει τα νερά του γερμανικού κοινοβουλευτισμού, μετεξελίχθηκε, 41 χρόνια αργότερα, σε ένα αστικό κόμμα που διεκδικεί με σοβαρές πιθανότητες την πρωτιά και την καγκελαρία. Η παλιά διαμάχη μεταξύ ριζοσπαστών και ρεαλιστών έχει κοπάσει, η νέα γενιά προέρχεται κυρίως από τη δεύτερη πτέρυγα – τόσο η Μπέρμποκ όσο και ο εσωκομματικός της αντίπαλος, Ρόμπερτ Χάμπεκ, ανήκαν στους πραγματιστές. Παρόλο που ο Χάμπεκ είχε κυβερνητική εμπειρία και ήταν πιο δημοφιλής από την Μπέρμποκ, τελικά το φύλο ήταν αυτό που έπαιξε ρόλο στην επιλογή της. Ο φόβος μήπως κατηγορηθεί το προοδευτικό κόμμα για σεξισμό και αναπαραγωγή των πατριαρχικών, εξουσιαστικών δομών, αλλά και η εικόνα της Μπέρμποκ, μιας νέας γυναίκας εν μέσω μεσήλικων ανδρών, μέτρησαν τελικά υπέρ της.

Το σκηνικό 

Το προεκλογικό σκηνικό που διαμορφώνεται αυτήν τη στιγμή είναι αυτό της Μπέρμποκ, ανάμεσα στον Λάσετ και στον Σοσιαλδημοκράτη υποψήφιο και πρώην δήμαρχο του Αμβούργου, Ολαφ Σολτς. Πρόκειται για τρεις επιλογές, που διασφαλίζουν μελλοντικά μια σταθερά φιλοευρωπαϊκή παρουσία του Βερολίνου στις Βρυξέλλες στη μετά Μέρκελ εποχή. 

Για την Ελλάδα τα νέα είναι ακόμη καλύτερα. Η διαφαινόμενη –σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις– συμμετοχή των Πρασίνων στην επόμενη γερμανική κυβέρνηση αναβαθμίζει το πλέον φιλελληνικό κόμμα στη γερμανική πρωτεύουσα. 

Από την κρίση χρέους, οπότε είχε ταχθεί σταθερά υπέρ των πακέτων βοήθειας προς τη χώρα μας, μέχρι το μεταναστευτικό, τις γερμανικές επανορθώσεις και τις κυρώσεις προς την Τουρκία, η Αθήνα δεν θα μπορούσε να βρει καλύτερο σύμμαχο στο γερμανικό κομματικό σύστημα. 

Το σκάνδαλο Wirecard

O Σοσιαλδημοκράτης υποψήφιος καγκελάριος Ολαφ Σολτς έχει μια εξαιρετικά δύσκολη, διττή αποστολή. Να οδηγήσει στις κάλπες ένα κεντροαριστερό κόμμα σε διαρκή κρίση, που υφίσταται τη φθορά της συγκυβέρνησης με τη συντηρητική παράταξη, αλλά και τον διεμβολισμό της ατζέντας του από τη Μέρκελ. Και ταυτόχρονα να αποσείσει την πολιτική, αλλά και προσωπική ευθύνη του για την εμπλοκή της κυβέρνησης στο σκάνδαλο Wirecard, ύψους πολλών δισ. ευρώ. Ως υπουργός Οικονομικών ο Σολτς αρνήθηκε, καταθέτοντας ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής της Βουλής, οποιαδήποτε ενοχή δική του κι έδειξε με το δάχτυλο την εταιρεία και τις εποπτικές αρχές. Επί μία δεκαετία, πολιτικά κόμματα και πολιτικοί στη Γερμανία εθελοτυφλούσαν μπροστά στην οσμή σκανδάλου, αποφεύγοντας να αναλάβουν δράση για να σταματήσουν τη μεγαλύτερη, μεταπολεμικά, υπόθεση απάτης στη χώρα, που θεωρείται το γερμανικό ισοδύναμο του σκανδάλου Enron στις ΗΠΑ. H αντιπολίτευση αλλά και η Ενωση CDU/CSU έχουν διατυπώσει σαφή ερωτήματα για τον ρόλο του Σολτς στο σκάνδαλο. Τον κατηγορούν για ελλιπή διαφάνεια και ειδικά οι Πράσινοι διατείνονται πως επιχειρεί να κρύψει τις ευθύνες του κάτω από το χαλί. Ο εκπρόσωπος της Ενωσης, Ματίας Χάουερ, τον κατηγόρησε ότι έκανε τα στραβά μάτια όσο οι εποπτικές αρχές αποτύγχαναν να διαλευκάνουν την υπόθεση. Τον κάλεσε, μάλιστα, να αναλάβει την πολιτική ευθύνη για τις ζημίες που υπέστησαν πολλοί μικροεπενδυτές.