ΚΟΣΜΟΣ

Ο εξ… Απω Ανατολής κίνδυνος

Αισιόδοξος ακόμη και με τον Πούτιν ο αποφασισμένος να σταθεί απέναντι στη γιγάντωση της Κίνας Μπάιντεν

o-ex-apo-anatolis-kindynos-561404650

Κάποιος άλλος Αμερικανός πρόεδρος θα μπορούσε να έχει εκνευριστεί, ακόμη και να θυμώσει. Λίγα λεπτά αφότου πέρασε τρεις ώρες απέναντι από τον Τζο Μπάιντεν, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν άρχισε να απαριθμεί στους δημοσιογράφους τις συνηθισμένες θέσεις του. Αρνήθηκε τη ρωσική ανάμειξη στις κυβερνοεπιθέσεις κατά αμερικανικών συμφερόντων και κατηγόρησε τις ΗΠΑ ότι πραγματοποιούν περισσότερες. Ισχυρίστηκε ότι οι επιδόσεις της Αμερικής στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι χειρότερες από αυτές της Ρωσίας. Και κατήγγειλε την κυβέρνηση Μπάιντεν για ανάπτυξη στρατιωτικών δυνάμεων κοντά στην Ουκρανία. Ηταν ο παλιός καλός Πούτιν και οι δηλώσεις του ενίσχυσαν την άποψη ότι η υψηλού επιπέδου διπλωματική συνάντηση στις όχθες της λίμνης της Γενεύης ελάχιστα άλλαξε μια σχέση που φθείρεται εδώ και πολλά χρόνια. Αν όμως ο Μπάιντεν ήταν ενοχλημένος από την παράσταση του ομολόγου του, αυτό δεν φάνηκε στη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου ή κατά τη συζήτηση με δημοσιογράφους κάτω από το φτερό του Air Force One, λίγο πριν αναχωρήσει από την Ελβετία. Η απάντησή του στον Ρώσο αντίπαλό του υπογράμμισε ένα συστατικό στοιχείο της προεδρίας του: μια επίμονη αισιοδοξία, την οποία οι επικριτές του αποκαλούν ανησυχητική αφέλεια, ενώ οι σύμμαχοί του επιμένουν πως είναι απαραίτητη για την επίτευξη προόδου. 

Αν άκουγε κανείς τον Μπάιντεν στη συνέντευξη Τύπου, θα θεωρούσε ότι η συνάντηση με τον Πούτιν είχε μεγάλη επιτυχία. Επισήμανε τη συμφωνία για την επανέναρξη του διαλόγου, προκειμένου να συναφθεί μια νέα συμφωνία ελέγχου των εξοπλισμών. Το κόλπο, είπε, είναι να κατανοείς τα συμφέροντα του αντιπάλου σου. Στην περίπτωση του Πούτιν, θέλει «νομιμοποίηση, να στέκεται στη διεθνή σκηνή». Οσον αφορά τη Ρωσία, ο Μπάιντεν και οι συμβουλοί του επιμένουν ότι δεν θέλουν «μια καινούργια αρχή», έναν όρο που πλέον εκπροσωπεί την αφέλεια του Μπαράκ Ομπάμα στις σχέσεις του με τη Ρωσία και τον Πούτιν. Κατά τα λεγόμενά του, πάντως, θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για νέα αρχή, αφού δεν εκτοξεύθηκαν απειλές, ήταν απλώς μια θετική ανταλλαγή απόψεων μεταξύ δύο ηγετών που δεν εμπιστεύονται ακόμη ο ένας τον άλλον. 

Λίγο νωρίτερα, ΗΠΑ και Ευρώπη συμφώνησαν στις Βρυξέλλες να βάλουν στην άκρη τη διένεξή τους για τις επιδοτήσεις προς τις αεροναυπηγικές εταιρείες Boeing και Airbus, αντίστοιχα, και να εργαστούν από κοινού προκειμένου να αντιμετωπίσουν τη φιλοδοξία της Κίνας να κυριαρχήσει σε καίριες βιομηχανίες. Η συμφωνία, που «παγώνει» την αμοιβαία απειλή τιμωρητικών δασμών ύψους πολλών δισ. δολαρίων στις οικονομίες των δύο πλευρών, είναι σαφές σημάδι πόσο σοβαρά εννοεί ο πρόεδρος Μπάιντεν την πρόθεσή του να γεφυρώσει τις σχέσεις με την Ε.Ε. Βασικός στόχος του είναι να αποσπάσει την υποστήριξη της Ενωσης στη μεγαλύτερη ίσως πρόκληση που εγκυμονεί η άνοδος μιας τεχνολογικά προηγμένης και αυταρχικής Κίνας. Ο Μπάιντεν βλέπει την Ευρώπη σαν σύμμαχο και όχι σαν οικονομικό αντίπαλο, όπως έκανε ο προκάτοχός του, Ντόναλντ Τραμπ. Δεσμεύθηκε έτσι να συνεργαστεί με την Ε.Ε. για να αντιμετωπίσει τις κινεζικές στρατιωτικές, οικονομικές και τεχνολογικές φιλοδοξίες. Ενώ ο Τραμπ είχε επίσης αντιληφθεί τον κίνδυνο μιας ανεξέλεγκτης Κίνας, δεν έκανε τίποτα για να εξασφαλίσει τη στήριξη της Ευρώπης. Αντ’ αυτού την τιμώρησε με δασμούς. Ο Μπάιντεν είναι πεπεισμένος πως όσο η Ασία συνολικά αυξάνεται σε πληθυσμό και πλούτο, ο δημοκρατικός κόσμος που πιστεύει στο κράτος δικαίου και στους θεσμούς πρέπει να κάνει περισσότερα για να προστατεύσει τις οικονομίες και τις αξίες του. «Η Ευρώπη είναι ο φυσικός μας εταίρος και ο λόγος είναι πως είμαστε αφοσιωμένοι στις ίδιες δημοκρατικές αρχές και θεσμούς, που όλο και συχνότερα δέχονται επίθεση», υπογράμμισε ο πρόεδρος των ΗΠΑ. 

«Η κυβέρνηση Μπάιντεν ανυπομονεί να αποκλιμακώσει τις εντάσεις με τους παραδοσιακούς συμμάχους και να οικοδομήσει ένα κοινό μέτωπο μαζί τους προκειμένου να αντιμετωπίσει σκληρότερα την Κίνα», εξηγεί ο Εσβαρ Σ. Πρασάντ, πρώην επικεφαλής του ΔΝΤ για την Κίνα. Αυτό θα είναι μια ευαίσθητη αποστολή για την Ευρώπη, που έχει μεγάλο όγκο εμπορίου με την Κίνα και δεν βλέπει το Πεκίνο ως οικονομικό αντίπαλο ή στρατιωτικό εχθρό. Η Ευρώπη έχει καταλάβει, όμως, ότι οι φιλοδοξίες της Κίνας υπό τον Σι Τζινπίνγκ και η παραβίαση των εμπορικών κανόνων στο εξωτερικό, όπως και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο εσωτερικό, την καθιστούν μια πολύ πιο σύνθετη εταίρο. 

Η εκτίμηση της Μέρκελ

Η Ε.Ε. αναγνωρίζει πλέον στην Κίνα «έναν οικονομικό ανταγωνιστή και έναν συστημικό αντίπαλο», καθώς δεν ασπάζεται πλέον την εκτίμηση της καγκελαρίου Μέρκελ πως το εμπόριο και η συμμετοχή σε διεθνείς θεσμούς θα επιφέρουν πολιτικές μεταρρυθμίσεις στη χώρα. 

Ο Μάικλ Πίλσμπουρι, υψηλόβαθμος σύμβουλος του Τραμπ σε θέματα Κίνας, επέστησε την προσοχή στην κυβέρνηση Μπάιντεν ότι «θα δυσκολευθεί πολύ περισσότερο από όσο νομίζει ώστε να εξασφαλίσει την ανοιχτή στήριξη των συμμάχων στο πλευρό των ΗΠΑ στη στρατηγική τους έναντι της Κίνας, εξαιτίας της σοβαρής εξάρτησής τους από την κινεζική αγορά». Αυτό περιλαμβάνει και τη γερμανική εξάρτηση από τις κινεζικές αγορές αυτοκινήτων. Γερμανοί αξιωματούχοι λένε ότι θα χρειαστούν χρόνο για να αλλάξουν την οικονομία τους, που βασίζεται κυρίως στις εξαγωγές και η οποία αυτήν τη στιγμή εξαρτάται σοβαρά από την Κίνα. Και αυτό γιατί κατανοούν ότι οι Κινέζοι σύντομα θα έχουν τη δυνατότητα να κατασκευάσουν μόνοι τους κάποια από τα σύνθετα μηχανικά εργαλεία που αγοράζουν από πιο προηγμένες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και επιχειρούν να αντιγράψουν. 
Μέρος της συμφωνίας για την Airbus και την Boeing έχει στόχο να περιοριστούν οι ψηφιακές φιλοδοξίες της Κίνας σε τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη και η κυβερνοασφάλεια. Επίσης οι δύο πλευρές συμφώνησαν να ελέγξουν τις κινεζικές επενδύσεις σε τομείς που θα μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις στην ασφάλεια της Ευρώπης και των ΗΠΑ (π.χ. τα δίκτυα 5G). Η προσέγγιση της Ευρώπης από τον Μπάιντεν είναι τόσο πολιτική όσο και πρακτική. Η Ε.Ε. με δεδομένη την οικονομική της ισχύ ως αγοράς και εμπορικού εταίρου έχει μεγαλύτερη επιρροή στην αμερικανική ζωή από οποιονδήποτε άλλον πολυεθνικό θεσμό. 

Μεγάλες χώρες όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιταλία διστάζουν να συμπαραταχθούν με την Ουάσιγκτον σε μια συγκρουσιακή σχέση με την Κίνα. Ωστόσο οι στάσεις αλλάζουν εξαιτίας των παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο εσωτερικό, των εμπορικών πρακτικών και της εκτεταμένης βιομηχανικής κατασκοπείας. Η Ε.Ε., για παράδειγμα, έχει συμφωνήσει σε ένα εθελοντικό πρόγραμμα ελέγχου των ξένων επενδύσεων, παρόμοιο με μια αμερικανική επιτροπή γνωστή ως «Επιτροπή για ξένες επενδύσεις στις ΗΠΑ».