ΚΟΣΜΟΣ

Ποιοι έβαλαν στο στόχαστρο τον εθνικό ήρωα της Ολλανδίας

Συγκλονίζει η απόπειρα δολοφονίας κατά του αστυνομικού ρεπόρτερ Πέτερ ντε Βρις

poioi-evalan-sto-stochastro-ton-ethniko-iroa-tis-ollandias-561429409

Ευθεία σύγκρουση του οργανωμένου εγκλήματος με το ολλανδικό κράτος δικαίου μπορεί να θεωρηθεί η επίθεση εναντίον του θρυλικού Ολλανδού αστυνομικού ρεπόρτερ Πέτερ ντε Βρις, το βράδυ της Τρίτης. Ο Ντε Βρις δέχθηκε πέντε σφαίρες, εκ των οποίων μία στο κεφάλι, λίγο μετά την έξοδό του από τηλεοπτικό στούντιο στο κέντρο του Αμστερνταμ, και μεταφέρθηκε σε εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση στο νοσοκομείο, σε μια υπόθεση που συγκλόνισε βαθύτατα τη χώρα. 

Ο 64χρονος Ντε Βρις απολαμβάνει στην Ολλανδία καθεστώς εθνικού ήρωα (ο χαρακτηρισμός ανήκει στη δήμαρχο του Αμστερνταμ, Φέμκε Χάλσεμα). Εδώ και δεκαετίες πολεμάει το έγκλημα με τα ρεπορτάζ του, με την έμπρακτη βοήθεια που προσφέρει στους συγγενείς θυμάτων, με την επιμονή του να «ζορίζει» τις Αρχές σκαλίζοντας παλιές υποθέσεις και πιο πρόσφατα, με τη στήριξή του προς τον Ναμπίλ Μπ., τον προστατευόμενο μάρτυρα της μεγαλύτερης δίκης εναντίον του υποκόσμου στη χώρα. 

Ο Ναμπίλ Μπ. είναι ο μάρτυρας στον οποίο βασίστηκαν οι Αρχές για να ξετυλίξουν το κουβάρι των δολοφονιών και της διακίνησης ναρκωτικών από το ολλανδο-μαροκινό καρτέλ «Μόκρο». Τον Μάρτιο του 2018, μία εβδομάδα αφότου ο Ναμπίλ Μπ. αποφάσισε να συνεργαστεί με την αστυνομία, πληρωμένος εκτελεστής σκότωσε τον αδελφό του, Ρεντουάν, ενώ τον Σεπτέμβριο του 2019 έπεσε νεκρός και ο δικηγόρος του, Ντερκ Βιέρσουμ. Το γεγονός ότι τώρα εξαπολύεται δολοφονική επίθεση και εναντίον του Ντε Βρις είναι μια τεράστια πρόκληση.  Μετά τη δολοφονία του δικηγόρου και πατέρα δύο παιδιών Βιέρσουμ μπροστά στο σπίτι του, το ολλανδικό κράτος αντέδρασε επικηρύσσοντας τον Ολλανδομαροκινό «βαρώνο» του οργανωμένου εγκλήματος Ραντουάν Ταγκί με 100.000 ευρώ. Ο Ταγκί πράγματι συνελήφθη λίγο αργότερα στο Ντουμπάι και τώρα είναι ο βασικός κατηγορούμενος της μεγάλης δίκης «Μαρένγκο», με 16 συγκατηγορούμενους. Την ίδια χρονιά, ο Ντε Βρις είχε ανακοινώσει ότι βρίσκεται και αυτός στη λίστα των στόχων του Ταγκί, ενώ μετά τη δήλωση αυτή, ο Ταγκί τον διαβεβαίωσε δημοσίως ότι δεν είναι έτσι. «Του το είχαν πει πολλές φορές ότι κινδυνεύει. Συνάδελφοι, αστυνομία, άτομα από τον χώρο του εγκλήματος. Εκείνος έλεγε ότι αν δεν αντέχεις τη ζέστη, μην μπαίνεις στην κουζίνα», σημείωσε ο σχολιαστής της εφημερίδας Telegraaf, Ζον φαν ντεν Χόιβελ. Η Telegraaf είναι η εφημερίδα από την οποία ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ο Ντε Βρις, πριν από τρεις δεκαετίες. «Είναι εύκολο να διακρίνει κανείς το χέρι του Ταγκί στην επίθεση εναντίον του Ντε Βρις», εκτίμησε η δικαστική συντάκτις της εφημερίδας, Σάσκια Μπέλεμαν. Η συνήγορος του Ταγκί υποστήριξε πως ο πελάτης της δεν έχει καμία σχέση με την υπόθεση.  Το βασικό χαρακτηριστικό του Ντε Βρις είναι ότι δεν πρόκειται απλώς για δημοσιογράφο, αλλά για ένα «βράχο», σωματικά και ψυχικά, ο οποίος δεν διστάζει να αλλάξει ιδιότητα, εάν κρίνει πως αυτό μπορεί να βοηθήσει τα θύματα του εγκλήματος. Ετσι, όταν ο Ναμπίλ Μπ. ζήτησε τη στήριξή του, ο Ντε Βρις έγινε συνεργάτης του νέου δικηγορικού γραφείου που ανέλαβε την υπόθεση (και οι νέοι συνήγοροι έχουν δεχθεί απειλές). Με την ιδιότητα αυτή συνομιλούσε με τον προστατευόμενο μάρτυρα, τον ενθάρρυνε και τον καθοδηγούσε δυο-τρεις φορές την εβδομάδα. 

Αποτροπιασμός 

Το γιατί τα κάνει όλα αυτά είναι γραμμένο με ανεξίτηλο μελάνι στο μπράτσο του: «Το μόνο που χρειάζεται για να θριαμβεύσει το κακό είναι οι καλοί άνθρωποι να μην κάνουν τίποτα», λέει το τατουάζ που o Ντε Βρις έδειξε στο κοινό σε μία από τις πολλές τελετές βράβευσής του, το 2016. Μια παραλλαγή του σλόγκαν «Καλύτερα να πεθάνεις όρθιος παρά να ζήσεις γονατιστός», είναι το δεύτερο τατουάζ του. 

Ο Ολλανδός υπηρεσιακός πρωθυπουργός Μαρκ Ρούτε, ο βασιλιάς Βίλεμ Αλεξάντερ, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Σαρλ Μισέλ, η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και πολλοί άλλοι αξιωματούχοι και εκπρόσωποι δημοσιογραφικών ενώσεων αντέδρασαν ακαριαία στην είδηση της επίθεσης, εκφράζοντας τον αποτροπιασμό τους για την απόπειρα δολοφονίας και τη στήριξη προς την ανεξαρτησία του Τύπου. Παρότι η διαλεύκανση της υπόθεσης βρίσκεται ακόμη στην αρχή, η σύνδεση με την ολλανδική μαφία θεωρείται μακράν η πιθανότερη εκδοχή. «Το οργανωμένο έγκλημα έχει γίνει λερναία ύδρα», δήλωσε ο Ολλανδός υπουργός Δικαιοσύνης, Φέρντιναντ Χραπερχάους. «Το γεγονός ότι συνέβη κάτι τέτοιο είναι ένα τρομακτικό σημάδι. Δεν μπορούμε να το αποδεχθούμε ποτέ». Η απόπειρα εις βάρος του Ντε Βρις είναι η τέταρτη πρόσφατη δολοφονική επίθεση εις βάρος δημοσιογράφου στην ευρωπαϊκή ήπειρο μετά τη δολοφονία του Γιώργου Καραϊβάζ στην Αθήνα, του Γιαν Κούτσιακ και της φίλης του Μαρτίνα Κουσνίροβα στη Σλοβακία και της Ντάφνε Καρουάνα Γκαλίτσια στη Μάλτα. Στην περίπτωση του Ντε Βρις, οι ολλανδικές αρχές συνέλαβαν μέσα σε λίγες ώρες έναν 21χρονο που φέρεται να τράβηξε τη σκανδάλη και έναν 35χρονο που φέρεται να οδηγούσε το αυτοκίνητο διαφυγής. Και σε άλλες μαφιόζικες δολοφονίες οι ολλανδικές αρχές έχουν εντοπίσει τους εκτελεστές, οι οποίοι όμως για τους εντολείς τους φαίνεται ότι είναι αναλώσιμοι, όπως και τα θύματα.  

Πύλη εισόδου ναρκωτικών

«Η Ολλανδία βρίσκεται ένα βήμα πριν από τη μετατροπή της σε κράτος ναρκωτικών». Η εκτίμηση δεν ανήκει σε κάποιον ουδέτερο παρατηρητή, αλλά στον Ολλανδό υπουργό Οικονομικών Γόπκε Χούκστρα, ο οποίος βλέπει τους τζίρους της μαφίας να ξεπερνούν σε πολλές πόλεις τους τοπικούς προϋπολογισμούς. Η Ολλανδία είναι η «πατρίδα» των συνθετικών ναρκωτικών, ενώ το λιμάνι του Ρότερνταμ αποτελεί πύλη εισόδου για μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών που διακινούνται σε όλη τη βόρεια Ευρώπη. Υπόμνημα της ολλανδικής ομοσπονδίας αστυνομικών υπαλλήλων (ΝΡΒ), που κατατέθηκε στη Βουλή μετά τη δολοφονία του δικηγόρου Βίερσουμ, χρησιμοποίησε τον ίδιο όρο (narcostaat, κράτος ναρκωτικών), περιγράφοντας πώς έχουν εδραιωθεί οι δομές της μαφίας. «Τα τελευταία 25 χρόνια έχω δει μικροδιακινητές να μετατρέπονται σε μεγάλους επιχειρηματίες με καλές διασυνδέσεις στον χώρο της πολιτικής και με λεγόμενους αξιοσέβαστους επενδυτές», ανέφερε ένας από τους αστυνομικούς που συνέβαλαν στην έκθεση αυτή, όπου σημειώνεται ότι τέσσερις στις πέντε υποθέσεις δεν εξετάζονται λόγω έλλειψης πόρων.