ΚΟΣΜΟΣ

Πλημμύρες στη Γερμανία: Σκηνές κατακλυσμού και θρήνος

Σαρώθηκαν δεκάδες πόλεις με άγνωστο –ακόμη– αριθμό νεκρών και αγνοουμένων

plimmyres-sti-germania-skines-kataklysmoy-kai-thrinos-561437446

Σε διάστημα λίγων ωρών, 160 λίτρα νερού ανά τετραγωνικό μέτρο. Τόσο ήταν το ύψος της βροχής που κατέκλυσε τα δυτικά κρατίδια της Γερμανίας τη νύχτα της Τετάρτης προς Πέμπτη, προξενώντας καταστροφή ασύλληπτων διαστάσεων, συγκρίσιμη μόνο με τις ζημιές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Επειτα από αυτό που συνέβη, οι Γερμανοί έστρεψαν σχεδόν νοσταλγικά το βλέμμα στο 2002, στην πλημμύρα του Ελβα, που τότε είχε θεωρηθεί τόσο συγκλονιστική ώστε να ονομαστεί «η πλημμύρα του αιώνα». 

Τότε είχαν χάσει τη ζωή τους 22 άνθρωποι. Σήμερα οι απώλειες είναι πολλαπλάσιες –δεν γνωρίζουμε καν πόσες–, έως προχθές είχαν ανασυρθεί πάνω από 110 νεκροί στη Γερμανία (και 18 στο Βέλγιο), ενώ αντικρουόμενες ήταν οι πληροφορίες για τον αριθμό των, πιθανόν εκατοντάδων, αγνοουμένων. Πιο σαφές ήταν το τι συνέβη από μετεωρολογική σκοπιά. Στα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας επικρατούσε νηνεμία, με αποτέλεσμα το βαρομετρικό χαμηλό να παραμείνει σχεδόν ακίνητο επί δύο εικοσιτετράωρα. 

Οι κάτοικοι των περιοχών που επλήγησαν γνώριζαν ότι η κακοκαιρία έρχεται, δεν μπορούσαν όμως να ξέρουν ποιοι από τους παραπόταμους του Ρήνου θα υπερχειλίσουν και σε ποια σημεία, ούτε μπορούσαν να φανταστούν ότι το κακό θα συνέβαινε τόσο αστραπιαία, ώστε δεν θα ήταν καν σε θέση να φύγουν από τα σπίτια τους. Χιλιάδες άνθρωποι διασώθηκαν από υψηλότερα πατώματα και στέγες με σκάλες, ελικόπτερα ή βάρκες, ενώ η αναλογία με την κατάσταση πολέμου οπτικοποιήθηκε, όταν τεθωρακισμένα του στρατού εκλήθησαν να σαρώσουν μπάζα που έφραζαν δρόμους. Πάνω από 700 στρατιώτες έλαβαν μέρος στις επιχειρήσεις στις οποίες ήταν αδύνατο να ανταποκριθούν η πολιτική προστασία και η πυροσβεστική, παρότι η αυτοθυσία των πυροσβεστών οδήγησε δύο εξ αυτών να χάσουν τη ζωή τους. 

Τουλάχιστον μία από τις δεκάδες πόλεις και κωμοπόλεις που σαρώθηκαν από τις πλημμύρες φαίνεται να είχε χτιστεί σχετικά πρόσφατα σε παλιά ζώνη υπερχείλισης ποταμού. Πολλοί άλλοι οικισμοί, όμως, βρίσκονται στην ίδια θέση εδώ και αιώνες, μάλιστα στην περίπτωση της Λιέγης του Βελγίου, εδώ και τουλάχιστον 1.500 χρόνια. Οι κλιματολόγοι του ινστιτούτου ΡΙΚ βγήκαν στις τηλεοράσεις και εξήγησαν σε όσους κατοίκους είχαν ακόμη ρεύμα τι ήταν αυτό που τους βρήκε. Ο μηχανισμός μέσω του οποίου η κλιματική αλλαγή μετατρέπεται από αφηρημένη έννοια σε όγκο νερού, μπάζων και λάσπης, που σαρώνει γέφυρες, δρόμους, αυτοκίνητα και σπίτια είναι ο εξής: πρώτον, όπως προαναφέρθηκε, οι ιδιαίτερα χαμηλές ταχύτητες των ανέμων στα υψηλά στρώματα της ατμόσφαιρας. Αυτό που κινεί τις αέριες μάζες στα στρώματα αυτά είναι η διαφορά θερμοκρασίας ανάμεσα στην παγωμένη Αρκτική και τον θερμό ισημερινό. Η υπερθέρμανση, όμως, είναι πιο έντονη στην Αρκτική, δηλαδή η διαφορά θερμοκρασίας ανάμεσα στον ισημερινό και τον πόλο είναι όλο και μικρότερη. Ετσι μειώνεται η ταχύτητα των ανέμων και τα καιρικά συστήματα εμφανίζονται να μένουν «κολλημένα» επί μέρες στο ίδιο σημείο. Η δεύτερη παράμετρος έχει να κάνει με την άνοδο της θερμοκρασίας στην ίδια τη Γερμανία. Η μέση θερμοκρασία της χώρας έχει ανεβεί κατά 2 βαθμούς Κελσίου, κάτι που σημαίνει ότι ο αέρας μπορεί να συγκρατήσει μεγαλύτερα ποσά υγρασίας και άρα οι βροχοπτώσεις γίνονται όλο και πιο έντονες.

Η υπενθύμιση του Focus

Την Παρασκευή, το περιοδικό Focus μάς θύμισε ότι στη Γερμανία οι πλημμύρες ανεβοκατεβάζουν κυβερνήσεις. Η διαχείριση της καταστροφής του 2002 από τον τότε καγκελάριο Σρέντερ (γαλότσες, αδιάβροχο και αμέσως περιοδεία επί τόπου) θεωρείται ότι τον βοήθησε να ανατρέψει τα προγνωστικά και να επικρατήσει του Εντμουντ Στόιμπερ, που εμφανίστηκε απόμακρος και ψυχρός. Το ερώτημα είναι πώς θα διαχειριστεί την τραγωδία τώρα ο Αρμιν Λάσετ, ο οποίος εκτός από πρωθυπουργός της πληγείσας Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας είναι και υποψήφιος καγκελάριος των Χριστιανοδημοκρατών. Ο Λάσετ είναι αυτός που καθυστερεί την εγκατάλειψη του ορυκτού άνθρακα, που διαφωνεί με τα όρια ταχύτητας στους αυτοκινητόδρομους, που βλέπει την πράσινη μετάβαση πρώτα και κύρια υπό το πρίσμα των αναγκών της γερμανικής βιομηχανίας. 

Οι απαντήσεις του, την Πέμπτη, όταν ρωτήθηκε γιατί δεν αλλάζει πολιτική, ήταν δύο. Πρώτον, υποστήριξε ότι κάνει αρκετά για την προστασία του κλίματος και δεύτερον εκστόμισε μια φράση που θα τον στοιχειώνει για καιρό: «Δεν αλλάζει κανείς πολιτική μόνο επειδή είχαμε μια τέτοια μέρα». Ομως, για πάρα πολλούς πληγέντες, η Πέμπτη 15 Ιουλίου 2021 δεν ήταν απλά «μια μέρα». Οι βασικοί αντίπαλοί του, οι Πράσινοι, είναι προφανές ότι βγαίνουν ωφελημένοι από την προσοχή που δίνει, θέλοντας και μη, η κοινή γνώμη στα οικολογικά θέματα. Λόγω του σοκ και της φρίκης που απλώθηκε στη χώρα, οι Πράσινοι απέφυγαν να αντλήσουν άμεσα το πολιτικό κεφάλαιο που τους αναλογεί, αλλά είναι σίγουρο ότι σύντομα θα το πράξουν. Το ερώτημα είναι πώς θα αντιδράσει ο Λάσετ. Θα έχει την ετοιμότητα να κάνει στροφή 180 μοιρών, όπως έκανε η Αγκελα Μέρκελ εγκαταλείποντας την πυρηνική ενέργεια το 2011 μετά την καταστροφή της Φουκουσίμα; Με τα δραματικά γεγονότα των τελευταίων ημερών, οι ψηφοφόροι, τους οποίους επικαλείτο έως τώρα για να δικαιολογήσει την αδράνεια, είναι σίγουρα διατεθειμένοι να του αφήσουν μεγαλύτερη ευχέρεια κινήσεων. Ή, εναλλακτικά, να στραφούν στους Πράσινους. 

Το κόστος της αδράνειας

Οι πλημμύρες δεν επηρέασαν μόνο αγροτικές περιοχές και μικρούς οικισμούς, αλλά και πόλεις εκατοντάδων χιλιάδων κατοίκων, όπως η Λιέγη στο Βέλγιο, το Βένλο στην Ολλανδία και το Τρίερ στη Γερμανία. Ο κλάδος των ασφαλειών δεν είναι ακόμη σε θέση να προχωρήσει σε εκτιμήσεις για το ύψος της καταστροφής, αν και είναι σαφές ότι είναι δυσθεώρητο. Οταν το κόστος των μέτρων για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης αντιπαραβάλλεται με το κόστος της αδράνειας, οι σχετικοί υπολογισμοί πάντα καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι το κόστος της αδράνειας είναι πολλές τάξεις μεγέθους μεγαλύτερο, ακόμη και αν μετρηθεί με καθαρά οικονομικούς όρους. Οι ζωές που χάθηκαν, αναστατώθηκαν ή σημαδεύτηκαν για πάντα δεν μπορούν να ποσοτικοποιηθούν, αλλά ένα πράγμα μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα: αν δεν σταματήσουμε το ταχύτερο δυνατό να «ντοπάρουμε» το κλιματικό σύστημα με όλο και περισσότερους ρύπους, οι συνέπειες θα γίνονται όλο και βαρύτερες, και για τον αναπτυσσόμενο κόσμο και για τον ανεπτυγμένο.