ΚΟΣΜΟΣ

Μεσήλικοι με χρόνιες παθήσεις

Σε δυσμενέστερη κατάσταση όσοι Βρετανοί μεγάλωσαν σε φτωχότερο περιβάλλον

mesilikoi-me-chronies-pathiseis-561449692

O ένας στους τρεις μεσήλικους Βρετανούς ταλαιπωρείται από τουλάχιστον δύο χρόνια προβλήματα υγείας, όπως οσφυαλγία, κακή ψυχική υγεία, υπέρταση, διαβήτης και κατάχρηση οινοπνεύματος. Αυτά είναι τα συμπεράσματα μεγάλης μελέτης που εκπόνησαν οι επιστήμονες του University College London, σε δείγμα 8.000 Βρετανών γεννημένων το 1970. Οσοι είχαν μεγαλώσει σε οικονομικώς ασθενέστερες οικογένειες είχαν κατά 43% περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν πολλαπλά χρόνια προβλήματα υγείας συγκριτικά με εκείνους που μεγάλωσαν σε οικονομικώς εύρωστο περιβάλλον. Οι πιθανότητες κακής υγείας στη μέση ηλικία πολλαπλασιάζονταν για όσους γεννήθηκαν λιποβαρείς, ως παιδιά υπήρξαν υπέρβαροι ή παχύσαρκοι και ως έφηβοι παρουσίασαν ψυχικά προβλήματα. 

Ο Ντέιβιντ Γκόντεκ, ο ερευνητής του βρετανικού πανεπιστημίου που υπογράφει τη μελέτη, τόνισε ότι τα συμπεράσματά της είναι ανησυχητικά, αφού αποδεικνύεται ότι ένα σημαντικό ποσοστό του βρετανικού πληθυσμού στην πέμπτη δεκαετία της ζωής του πάσχει από χρόνια προβλήματα ψυχικής και σωματικής υγείας. Η μελέτη αποκαλύπτει επίσης τις μεγάλες ανισότητες στον τομέα της υγείας, που συνήθως έχουν τις ρίζες τους στην παιδική ηλικία. 
Mε βάση τις διαπιστώσεις της έρευνας, ο δρ Γκόντεκ απηύθυνε έκκληση προς τους υγειονομικούς φορείς της χώρας να εκδώσουν συστάσεις σχετικά με το πώς μπορεί να φροντίσει την υγεία του κάποιος που ανήκει σε αυτή την ηλικιακή ομάδα. Εχει, άλλωστε, αποδειχθεί ότι τέτοιου είδους βελτιώσεις συνδέονται με μεγαλύτερη ψυχική ευδαιμονία και ικανοποίηση. «Συγκριτικά με περασμένες γενιές, φαίνεται ότι σήμερα η κατάσταση υγείας των μεσηλίκων επιδεινώνεται», τόνισε ο δρ Γκόντεκ.

Οι ερευνητές ανέλυσαν τα στοιχεία που είχαν συγκεντρωθεί για τους 8.000 Βρετανούς που συμμετείχαν στη βρετανική μακροχρόνια μελέτη, με αφετηρία την ημέρα του 1970 που γεννήθηκαν. Το 2016-2018, όταν ήταν ηλικίας 46 έως 48 ετών, ζητήθηκε από τους συμμετέχοντες να αναφέρουν τα ιατρικά και ψυχιατρικά προβλήματα που εμφάνιζαν, ενώ νοσηλεύτριες μέτρησαν την πίεσή τους και τους υπέβαλαν σε αιμοληψία για να ενημερωθούν αν πάσχουν από διαβήτη. 

Διαπιστώθηκε ότι το 34% των συμμετεχόντων υπέφερε από χρόνια προβλήματα υγείας, το 26% έκανε υπερβολική κατανάλωση οινοπνεύματος, το 21% ταλαιπωρείτο από χρόνια οσφυαλγία, το 19% από ψυχιατρικά προβλήματα, το 16% έπασχε από υπέρταση, το 12% από άσθμα ή βρογχίτιδα, το 8% από αρθρίτιδα και το 5% από διαβήτη. Οσοι είχαν σωματικά και ψυχικά προβλήματα στην παιδική τους ηλικία, ελλειμματικό βάρος κατά τη γέννηση, υψηλό δείκτη μάζας σώματος, περιορισμένες γνωσιακές δεξιότητας στα δέκα τους χρόνια ή ψυχολογικά και προβλήματα συμπεριφοράς στα 16 τους, ήταν πιθανότερο να υποφέρουν από πολλαπλά χρόνια προβλήματα υγείας κατά τη μέση ηλικία.

Επίσης, οι προερχόμενοι από φτωχότερο περιβάλλον διέτρεχαν τρεισήμισι φορές υψηλότερο κίνδυνο ψυχιατρικών προβλημάτων και αρθρίτιδας και τρεις φορές υψηλότερο κίνδυνο υπέρτασης.