ΚΟΣΜΟΣ

Η Γερμανία μεταξύ «Τζαμάικας» και «Φαναριού»

Ολα ανοιχτά στις σημερινές εκλογές

i-germania-metaxy-tzamaikas-kai-fanarioy-561513370

Γερμανία – αποστολή. Μπορεί η υφήλιος και η Γερμανία να αποχαιρέτησαν την Αγκελα Μέρκελ με ειδικά αφιερώματα, αναδρομές στο έργο της και καταγραφή της κληρονομιάς της, η απερχόμενη καγκελάριος όμως αναμένεται να παραμείνει στον θώκο της αρκετούς μήνες ακόμη. Μετά την ανακοίνωση των πρώτων exit polls απόψε στις 7 μ.μ. ώρα Ελλάδας για τις εκτιμήσεις του εκλογικού αποτελέσματος στη Γερμανία, ξεκινάει ένας μαραθώνιος διερευνητικών επαφών από τις οποίες θα αναδειχθεί το επόμενο κυβερνητικό σχήμα. 

Η αυξημένη επιστολική ψήφος λόγω πανδημίας, η ενδεχόμενη αύξηση του αριθμού των εδρών στην επικείμενη Βουλή ακόμη και κατά 200(!) σε συνολικά 900 λόγω της εξομάλυνσης που προβλέπει το σύνθετο εκλογικό σύστημα της χώρας και το οριακό προβάδισμα του ενός από τα δύο μεγάλα κόμματα, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις καθιστούσαν παρακινδυνευμένη κάθε πρόβλεψη τόσο για την πρωτιά όσο και για τους κυβερνητικούς συνασπισμούς στο Βερολίνο. 

⇒ Διαβάστε επίσης: Γερμανικές εκλογές: Άνοιξαν οι κάλπες – Η εποχή Μέρκελ τελειώνει

Χωρίς να μπορεί να αποκλειστεί εντελώς το σενάριο ενός νέου μεγάλου συνασπισμού, ούτε αυτό της σύμπραξης Σοσιαλδημοκρατών, Κόμματος της Αριστεράς και των Πράσινων, της συνεργασίας στα χρώματα της Γερμανίας ή της Κένυας, πολιτικοί αναλυτές συμφωνούν στην παρακάτω εξίσωση: αν πρώτο κόμμα είναι απόψε οι Σοσιαλδημοκράτες (SPD) θα δημιουργηθεί πιθανότατα το λεγόμενο «Φανάρι» και αν επικρατήσουν οι  Χριστιανοδημοκράτες (CDU) τότε η πλάστιγγα γέρνει προς την «Τζαμάικα».

SPD και Πράσινοι

Στην περίπτωση του «Φαναριού» το κοινό μέτωπο SPD και Πράσινων έχει σχεδόν επισφραγιστεί. Στα τριμερή ντιμπέιτ ο Σοσιαλδημοκράτης Ολαφ Σολτς και η Πράσινη Αναλένα Μπέρμποκ επετίθεντο μαζί στον αντίπαλό τους, τον υποψήφιο καγκελάριο του CDU Αρμιν Λάσετ. Οι θέσεις τους ήταν εξαιρετικά συγγενείς σε οικονομικά και κοινωνικά θέματα, ενώ περιθώριο συγκλίσεων αναμένεται να υπάρξει τελικά και στο ζήτημα της κλιματικής αλλαγής. 

Επίσης, τόσο η πρόσθετη φορολογία που προτείνουν τα δύο κόμματα στα μεγάλα εισοδήματα και η αύξηση του κατώτατου μισθού, όσο και οι κρατικές ενισχύσεις βρίσκουν αντίθετους τους Ελεύθερους Δημοκράτες (FDP), που παραδοσιακά τάσσονται κατά των κεντρικών παρεμβάσεων στην οικονομία, ενώ θεωρούν ότι οι φόροι υπονομεύουν την ανάπτυξη. Ο ηγέτης του FDP, Κρίστιαν Λίντνερ, υπέρμαχος του φρένου χρέους και των φοροαπαλλαγών, επιμένει ότι θέλει να είναι ο υπουργός Οικονομικών, κάτι που φαντάζει δύσκολο σε μια κεντροαριστερή κυβέρνηση. 

i-germania-metaxy-tzamaikas-kai-fanarioy0

Η «κόκκινη απειλή»

Μπορεί λοιπόν σε πολλούς τομείς (όπως στις ελευθερίες και στα ατομικά δικαιώματα) τα τρία κόμματα να συμφωνούν, στην οικονομία όμως θα υπάρξουν σφοδρές αναταράξεις στις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη προεκλογικής συμφωνίας. Ισως η εργαλειοποίηση της «κόκκινης απειλής», του κινδύνου δηλαδή τα δύο κόμματα, SPD και Πράσινοι, να στραφούν τελικά προς τους πρώην κομμουνιστές, θα μπορούσε να βοηθήσει το FDP να εξηγήσει στην εκλογική του βάση τυχόν υποχωρήσεις. «Θέλει τόσο πολύ να γίνει υπουργός, που θα τα δεχθεί όλα», εκτιμούν κάποιοι πολιτικοί του αντίπαλοι στην κεντρική πολιτική σκηνή. 

Στην άλλη περίπτωση, της «Τζαμάικας», CDU/CSU και FDP συμφωνούν σε πολλά θέματα, έχουν συγκυβερνήσει αρκετές φορές στο παρελθόν, είναι φυσικοί σύμμαχοι. Ερωτηθείς προχθές με ποιον θα ήθελε να περάσει μια περίοδο καραντίνας, ο Λάσετ είπε αυθόρμητα «με τον Λίντνερ, που είναι φίλος μου». Ο Λίντνερ ξέρει άλλωστε καλά ότι αν τινάξει στον αέρα για δεύτερη φορά την «Τζαμάικα», όπως έκανε πριν από τέσσερα χρόνια, μπορεί να γράψει τον πολιτικό του επικήδειο. Οι Πράσινοι όμως θα προβάλουν τις κόκκινες γραμμές τους για την κλιματική αλλαγή και την οικονομική πολιτική και θα διεκδικήσουν καίρια στοιχεία της δικής τους ατζέντας για να συναινέσουν σε μια σύμπραξη με την Κεντροδεξιά. 

Η πλειοψηφία των οπαδών τους προτιμάει, σύμφωνα με δημοσκοπήσεις, το «Φανάρι», αν και υπάρχει μια πραγματιστική, αστική μειοψηφία που εμπνέεται από τη στροφή του οικολογικού κόμματος προς το κέντρο, όπως αυτή πραγματώνεται στην κυβέρνηση του κρατιδίου της Βάδης-Βυρτεμβέργης.

Το βέβαιο είναι ότι όλα τα κόμματα θα κληθούν να κάνουν την επομένη των εκλογών αποτίμηση της εκστρατείας που διεξήγαγαν και για τα περισσότερα το ισοζύγιο δεν είναι θετικό. Η ένωση Χριστιανοδημοκρατών/Χριστιανοκοινωνιστών (CDU/CSU) γνώριζε ότι η μετά Μέρκελ εποχή δεν θα είναι εύκολη. Μια πρόγευση αποτέλεσε η αποτυχημένη επιλογή της Ανεγκρετ Κραμπ-Καρενμπάουερ για την ηγεσία των Χριστιανοδημοκρατών. Η εκλεκτή της καγκελαρίου για τη διαδοχή της δεν αξιοποίησε το δαχτυλίδι που της έδωσε η Μέρκελ και η πορεία της υπήρξε καθοδική. Ενώ ο Ολαφ Σολτς χρίστηκε παρά τις εσωκομματικές επιφυλάξεις της αριστερής πτέρυγας του SPD υποψήφιος καγκελάριος πολύ νωρίς και είχε περίπου ένα χρόνο στη διάθεσή του να δώσει περιεχόμενο στην καμπάνια του, η Ενωση CDU/CSU ήταν μέχρι την τελευταία στιγμή ακέφαλη. 

«Η Μέρκελ απέτυχε να προετοιμάσει το έδαφος για την αποχώρησή της», είναι το παράπονο πολλών στελεχών του συντηρητικού στρατοπέδου, συμπεριλαμβανομένου του πρώην υπουργού Οικονομικών της, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ο οποίος σημειωτέον κινδυνεύει να χάσει την προεδρία της Βουλής αν η Ενωση CDU/CSU δεν αναδειχθεί πρώτη. Στη Βαυαρία στελέχη των Χριστιανοκοινωνιστών έκαναν ανόρεχτη καμπάνια, με έκδηλα στοιχεία ηττοπάθειας. 

Τα γέλια του Λάσετ

Η συντηρητική εφημερίδα FAZ σε σχόλιό της τρεις ημέρες πριν από την αναμέτρηση μιλούσε για ανοιχτό μποϊκοτάζ του υποψηφίου της Ενωσης από το αδελφό βαυαρικό κόμμα. «Δεν φταίμε εμείς αν ο κύριος Λάσετ αποφάσισε να γελάσει στην πιο ακατάλληλη στιγμή της προεκλογικής μάχης», λένε στο CSU, σε μια αναφορά στην πλέον επονείδιστη στιγμή της καριέρας του, όταν απαθανατίστηκε να ξεκαρδίζεται σε μια εκδήλωση μνήμης για τα θύματα των καλοκαιρινών πλημμυρών, παρουσία του ομοσπονδιακού προέδρου. Πολλοί αποκαλούν τον συντηρητικό πολιτικό «άνθρωπο χωρίς ιδιότητες», σε ένα δάνειο από το ομώνυμο βιβλίο του Ρόμπερτ Μούζιλ. Ξεκίνησε ως «ο Αρμιν των Τούρκων», ευρισκόμενος στο πλευρό των μεταναστών και κατέληξε το 2021 να διακηρύσσει ότι «η Γερμανία δεν αντέχει άλλο ένα 2015». 

Στα προεκλογικά του σποτ επιχείρησε να φανεί ευαίσθητος σε θέματα οικολογίας και δικαιωμάτων, αλλά μετά τις πλημμύρες έσπευσε να πει ότι η θεομηνία δεν συνεπάγεται αλλαγή πολιτικής για το περιβάλλον. Παράλληλα, ένας από τους στενότερους συνεργάτες του είναι σκληροπυρηνικός καθολικός και έχει κάνει στο παρελθόν ομοφοβικές δηλώσεις.

Στον αντίποδα, ο Ολαφ Σολτς τα πήγε καλά στην καμπάνια του επειδή δεν έκανε λάθη. Εμπειρος και συνεπής πολιτικός, απέφευγε τις απαντήσεις σε δύσκολες ερωτήσεις που θα μπορούσαν να του στοιχίσουν ψήφους. Τα σκάνδαλα στα οποία έχει εμπλακεί είναι υπερβολικά σύνθετα για να μπορούν να περιγραφούν με μια πρόταση, άρα θεωρήθηκαν μη γενόμενα από την πλειοψηφία της κοινής γνώμης. Κυριάρχησε σε όλα τα ντιμπέιτ με το ύφος του που εμπνέει σταθερότητα και αυτοπεποίθηση. «Σολτσομάτικ», τον αποκαλούν επιδοκιμαστικά οι συμπατριώτες του. Ενα πολιτικό ρομπότ, χωρίς ρωγμές.

Δεν μπορεί να πει κανείς το ίδιο για την Αναλένα Μπέρμποκ, η οποία θα βρεθεί από αύριο το πρωί υπόλογη για τη μεγάλη χαμένη ευκαιρία να δώσει στο κόμμα της την καγκελαρία. Τα σφάλματά της ήταν πολλά: ο εξωραϊσμός του βιογραφικού της, η λογοκλοπή στο βιβλίο της, τα έσοδα από εξωκοινοβουλευτικές δραστηριότητες που ξέχασε να δηλώσει, της στοίχισαν σε αξιοπιστία. Η ίδια αποφάσισε εξάλλου να μην επενδύσει στο φύλο της στη διάρκεια της καμπάνιας της, παρόλο που αυτό ήταν που της χάρισε το εσωκομματικό χρίσμα.