ΚΟΣΜΟΣ

Η σιωπή είναι χρυσός για τον «φωτεινό σηματοδότη»

Οι διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης Σοσιαλδημοκρατών, Πρασίνων και Ελεύθερων Δημοκρατών στη Γερμανία

Η σιωπή είναι χρυσός για τον «φωτεινό σηματοδότη»

Οι Γερμανοί δημοσιογράφοι έχουν απελπιστεί. Μπορεί οι διαπραγματευτές που συμμετέχουν στις 22 ομάδες εργασίας για τον σχηματισμό του «φωτεινού σηματοδότη», της κυβερνητικής σύμπραξης Σοσιαλδημοκρατών (SPD), Πρασίνων και Ελεύθερων Δημοκρατών (FDP), να συνεδριάζουν καθημερινά δέκα ώρες, καμία διαρροή όμως δεν τους δίνει την παραμικρή ένδειξη πού σκοντάφτουν οι συνομιλίες, σε ποιους τομείς έχουν ευοδωθεί και ποια πόστα θα καταλάβουν τα στελέχη των τριών κομμάτων. Το σιωπητήριο που έχει επιβληθεί τηρείται αυστηρά. Την περασμένη φορά άλλωστε, το 2017, όταν κατέρρευσε η «Τζαμάικα», μία από τις βασικές αιτίες ήταν η αδυναμία να επιδείξουν εχεμύθεια οι τρεις επίδοξοι εταίροι, Χριστιανοδημοκράτες (CDU), Πράσινοι και FDP.  

Ο κεντρικός γρίφος είναι πώς θα συνδυαστεί η δέσμευση για διατήρηση του φρένου χρέους, πάγιο αίτημα του FDP, με την ανάγκη για πράσινες επενδύσεις και την ενίσχυση των δαπανών για την ψηφιοποίηση, την παιδεία και την αλλαγή νοοτροπίας στις μεταφορές (αντικατάσταση πτήσεων από ταξίδια με τρένο σε κοντινές αποστάσεις, ηλεκτρικά οχήματα αντί συμβατικών κ.λπ.). Αυτή την εβδομάδα ανακοινώθηκε πως η χώρα σχεδιάζει να «παγώσει» για έναν ακόμη χρόνο το φρένο χρέους που έχει ενσωματώσει στο σύνταγμά της, επικαλούμενη την ανάγκη να αναχαιτιστεί η κλιματική αλλαγή. Οι Νεολαίες όμως των Πρασίνων και του SPD εμφανίζονται ενοχλημένες από το αποτέλεσμα των διερευνητικών επαφών, θεωρώντας ότι ο μεγάλος κερδισμένος μέχρι στιγμής είναι το FDP. Πολλά από τα αιτήματά τους δεν συμπεριελήφθησαν στην κατ’ αρχήν συμφωνία: οι υψηλότεροι φόροι για τους πλούσιους ή το όριο ταχύτητας των 130 χλμ./ώρα στους γερμανικούς αυτοκινητόδρομους θυσιάστηκαν στον βωμό των συμβιβασμών. Γι’ αυτόν τον λόγο κατέθεσαν κοινό διάβημα με συγκεκριμένες θέσεις, διεκδικώντας να εισακουστούν οι προτάσεις τους για τους κλιματικούς στόχους, την επαγγελματική κατάρτιση και την αύξηση των επιδομάτων ανεργίας που θα αντικαταστήσουν το διαβόητο πλέον βοήθημα Hatz IV, τη βασικότερη μεταρρύθμιση του Γκέρχαρντ Σρέντερ.

Η χώρα σχεδιάζει να «παγώσει» για έναν ακόμη χρόνο το φρένο χρέους που έχει ενσωματώσει στο σύνταγμά της, επικαλούμενη την ανάγκη να αναχαιτιστεί η κλιματική αλλαγή.

Την ίδια στιγμή, το θέμα που προβληματίζει περισσότερο τον γερμανικό αλλά και τον ευρωπαϊκό Τύπο είναι το πρόσωπο του επόμενου υπουργού Οικονομικών. Σε κοινό άρθρο τους στη ΖΕΙΤ, οι πανεπιστημιακοί στο Κολούμπια, Ανταμ Τουζ και Τζόζεφ Στίγκλιτζ, χαρακτήρισαν λάθος την προοπτική της ανάθεσης του θώκου στον ηγέτη του FDP, Κρίστιαν Λίντνερ. Οι Πράσινοι πρέπει να καταλάβουν ότι σοβαρή πράσινη πολιτική με τον Λίντνερ υπουργό Οικονομικών είναι σχήμα οξύμωρο, επισημαίνουν, ενώ υπενθυμίζουν την ένταση που είχε προκαλέσει σε ολόκληρη την Ευρώπη η σκληρή «δημοσιονομική ορθοδοξία» του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, αλλά και τον καταλυτικό ρόλο του υπουργού Οικονομικών και νικητή των εκλογών Ολαφ Σολτς για το Ταμείο Ανάκαμψης μετά την πανδημία. Προτείνουν, δε, για το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών τον Πράσινο Ρόμπερτ Χάμπεκ ως πλέον κατάλληλο. Ωστόσο, στελέχη του FDP θεωρούν αδύνατο να δεχθεί το κόμμα να συμμετάσχει στον «φωτεινό σηματοδότη» χωρίς το υπουργείο Οικονομικών. Εκτιμούν ότι είναι ζήτημα κύρους και αξιοπιστίας για το Φιλελεύθερο Κόμμα και τον ηγέτη τους, ο οποίος εξαρχής είχε θέσει ως όρο το συγκεκριμένο πόστο για να συμπράξει με τα άλλα δύο κόμματα.

Eσωκομματικές ζυμώσεις

Παράλληλα με τις διαπραγματεύσεις για την επόμενη κυβέρνηση διεξάγονται εσωκομματικές ζυμώσεις στα δύο μεγάλα κόμματα, το SPD και το CDU, για την αλλαγή ηγεσίας. Ο Ολαφ Σολτς έχει δηλώσει ότι δεν ενδιαφέρεται να θέσει υποψηφιότητα, είχε προηγηθεί εξάλλου το φιάσκο του 2019, όταν ηττήθηκε από τους σχεδόν άγνωστους Νόρμπερτ Βάλτερ Μπόργιανς και Σάσκια Εσκεν. Ο πρώτος, επικεφαλής της αριστερής πτέρυγας του κόμματος, παραιτήθηκε πριν από λίγες ημέρες και για τη θέση του προαλείφεται ο 43χρονος φωτογενής και ακραιφνής σοσιαλδημοκράτης, νυν γ.γ. του SPD, Λαρς Κλινγκμπάιλ.

Στο CDU η εσωκομματική μάχη είναι πιο αμφίρροπη, αφού λίγοι θέλουν να αναλάβουν ένα κόμμα σε παρακμή. Ενας από αυτούς είναι ο 66χρονος συνήθης ύποπτος Φρίντριχ Μερτς, εκλεκτός του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ο οποίος έχει ηττηθεί επανειλημμένα σε αντίστοιχες απόπειρες. Μέχρι στιγμής ωστόσο ο Μερτς είναι αυτός που επικρατεί στις δημοσκοπήσεις για την ηγεσία των Χριστιανοδημοκρατών με 29%. Ενδεχόμενη εκλογή του, πάντως, δεν θα καθιστούσε το κόμμα πιο νεανικό, κεντρώο ή συμπεριληπτικό, όπως θα ήθελε η γερμανική κοινή γνώμη, αλλά πιο γερασμένο, ανδρικό και μονολιθικό. Αντίθετα, ο 56χρονος ειδικός σε θέματα εξωτερικής πολιτικής Νόρμπερτ Ρέτγκεν, ο οποίος επίσης είχε διεκδικήσει την ηγεσία του CDU στις αρχές του έτους, θα μπορούσε να κρατήσει τη μερκελική παράδοση του Κέντρου. Τέλος ο υπουργός Υγείας, Γενς Σπαν, ο οποίος ήταν από τους δελφίνους πριν από την πανδημία, σπατάλησε πολιτικό κεφάλαιο με την εμπλοκή του σε αλλεπάλληλα σκάνδαλα με μάσκες, είτε υπερτιμολογημένες είτε ελαττωματικές. Η εκλογή από τη βάση δεν έχει δεσμευτικό χαρακτήρα και θα πρέπει να επικυρωθεί τον προσεχή Ιανουάριο από το συνέδριο του κόμματος, γεγονός που σημαίνει πως είναι πιθανό άλλος να εκλεγεί από τα μέλη του CDU και άλλος να αναδειχθεί ηγέτης στις αρχές του 2022.