ΚΟΣΜΟΣ

Η ώρα της αφύπνισης για Μπάιντεν – Δημοκρατικούς

Προβληματισμός για το πρόσφατο εκλογικό σοκ, ένα χρόνο μετά τη νίκη επί του Τραμπ.

Η ώρα της αφύπνισης για Μπάιντεν – Δημοκρατικούς

Καθώς ο Τζο Μπάιντεν επέστρεφε, την περασμένη Τετάρτη, στην Ουάσιγκτον, ύστερα από τα εξουθενωτικά (όπως όλοι διαπιστώσαμε από το γνωστό βίντεο) ταξίδια του σε Ρώμη και Γλασκώβη, οι οπαδοί του θα έπρεπε να γιορτάζουν τη συμπλήρωση ενός χρόνου από τη νίκη του επί του Ντόναλντ Τραμπ. Ωστόσο η ατμόσφαιρα για τους Δημοκρατικούς οτιδήποτε άλλο από εορταστική ήταν. Τα απογοητευτικά αποτελέσματα σε αρκετές πολιτειακές και τοπικές εκλογές της περασμένης Τρίτης προκάλεσαν σοκ στο κυβερνών κόμμα και ενίσχυσαν τις ελπίδες των Ρεπουμπλικανών να κερδίσουν τον έλεγχο και των δύο νομοθετικών σωμάτων του Κογκρέσου στις εκλογές του 2022.

Είναι αλήθεια ότι οι πολιτειακές και δημοτικές εκλογές επηρεάζονται από τοπικούς παράγοντες και δεν λειτουργούν κατ’ ανάγκην ως αξιόπιστο πολιτικό βαρόμετρο. Η επισήμανση αυτή, όμως, δύσκολα μπορεί να γλυκάνει το χάπι. Στη Βιρτζίνια, όπου οι Δημοκρατικοί έχασαν τη μάχη για την ανάδειξη κυβερνήτη απέναντι σε έναν επιχειρηματία που ουδέποτε είχε διεκδικήσει δημόσιο αξίωμα, ο Μπάιντεν είχε επικρατήσει πριν από ένα χρόνο του Τραμπ με δέκα μονάδες διαφορά, ενώ οι Ρεπουμπλικανοί δεν είχαν κερδίσει καμία εκλογική μάχη από το 2009. Στο Νιου Τζέρσεϊ, μια παραδοσιακά «γαλάζια» πολιτεία, όπου οι εγγεγραμμένοι Δημοκρατικοί είναι ένα εκατομμύριο περισσότεροι από τους Ρεπουμπλικανούς, η μάχη κρίθηκε στο νήμα, παρότι τελικά η μεγάλη έκπληξη δεν έγινε.

Από το Λονγκ Αϊλαντ και τη Φιλαδέλφεια μέχρι το Σαν Αντόνιο και το Σιάτλ, η έκβαση των τοπικών αναμετρήσεων ανέδειξε μια γενική τάση: μεσοαστικά στρώματα των προαστίων που είχαν αποξενωθεί από τον εμπρηστικό, δεξιό λαϊκισμό του Ντόναλντ Τραμπ και στράφηκαν προς τον Μπάιντεν, επιστρέφουν τώρα στο μεγάλο, συντηρητικό κόμμα, ενώ λαϊκά στρώματα που ήθελαν να βλέπουν τον Δημοκρατικό πρόεδρο ως δεύτερη ενσάρκωση του Φράνκλιν Ρούζβελτ σε μεγάλο βαθμό απείχαν, απογοητευμένα από την αθέτηση των υπεσχημένων. Αν και ο Μπάιντεν αρνήθηκε να αναλάβει οποιαδήποτε ευθύνη για το φιάσκο της Τρίτης, γεγονός είναι ότι η δημοτικότητά του κατρακύλησε από το 57%, τη στιγμή που ανέλαβε την εξουσία, στο σημερινό 42%. Πρόκειται για το χαμηλότερο ποσοστό για οποιονδήποτε πρόεδρο τη συγκεκριμένη στιγμή της θητείας του από τότε που υπάρχουν δημοσκοπήσεις, με μοναδική εξαίρεση τον Τραμπ.

Εσωκομματικό ρήγμα και νομοθετική παράλυση φθείρουν με γρήγορους ρυθμούς τη δημοτικότητα του προέδρου.

Τι πήγε στραβά; Η ταπεινωτική έξοδος από το Αφγανιστάν, η εξίσου χαώδης διαχείριση του μεταναστευτικού κύματος από την Αϊτή, η αδυναμία ανάσχεσης της πανδημίας, η ακρίβεια και οι ελλείψεις στα ράφια των σούπερ μάρκετ διαμόρφωσαν μια αρνητική για τους Δημοκρατικούς συγκυρία. Ο καθοριστικός παράγοντας, όμως, φαίνεται πως ήταν η αδυναμία του Μπάιντεν να υλοποιήσει την κεντρική προεκλογική του υπόσχεση: ένα πράσινο New Deal για μια περισσότερο δίκαιη και βιώσιμη Αμερική. Αντιμέτωπος με αντιδράσεις που δεν κατάφερε να υπερκεράσει, έβαλε στο συρτάρι τη δέσμευσή του για διπλασιασμό του βασικού μισθού στα 15 δολάρια την ώρα – ο βασικός μισθός παραμένει καθηλωμένος από το 2009 στα 7,25 δολάρια. Ο φόρος στις επιχειρήσεις, που ήταν 35% επί Ομπάμα και μειώθηκε στο 21% από τον Τραμπ, όχι μόνο δεν ανέβηκε στο μετριοπαθέστατο 28% που είχε υποσχεθεί ο Μπάιντεν, αλλά έμεινε στάσιμος. Ο φόρος περιουσίας στα ανώτερα εισοδήματα, αναγκαίος για τη χρηματοδότηση κοινωνικών προγραμμάτων, δεν επιβλήθηκε ποτέ.

Τα κρίσιμα νομοσχέδια

Ασφαλώς ο Μπάιντεν προσπάθησε στους δέκα μήνες που βρίσκεται στην εξουσία να φέρει αλλαγές, με επιτομή δύο νομοσχέδια που θα μπορούσαν να σφραγίσουν την πολιτική του κληρονομιά. Το πρώτο, ύψους ενός τρισ. δολαρίων, αφορά την αναστήλωση των αμερικανικών υποδομών (δρόμοι, γέφυρες, ηλεκτρικό δίκτυο, ευρυζωνικές επικοινωνίες, επεξεργαστές) και εγκρίθηκε ήδη από τη Γερουσία με ψήφους και αρκετών Ρεπουμπλικανών. Το δεύτερο, ύψους 3,5 τρισ., αφορά την πράσινη μετάβαση και το κοινωνικό κράτος, αλλά προσκρούει στην ομόθυμη, λυσσαλέα αντίσταση των Ρεπουμπλικανών, οι οποίοι, διά στόματος του γερουσιαστή Ρούμπιο, το χαρακτήρισαν «μαρξιστικό». (Γελοιότητες: το ουδόλως σοσιαλιστικό New Deal του Ρούζβελτ απορρόφησε το 40% του ΑΕΠ μέσα σε πέντε χρόνια, ενώ το πρόγραμμα του Μπάιντεν φτάνει μόλις το 8% του ΑΕΠ μέσα σε δέκα χρόνια.)

Με δεδομένους τους οριακούς συσχετισμούς στο Κογκρέσο, μόνο η απόλυτη συστράτευση των Δημοκρατικών θα μπορούσε να εξασφαλίσει την υπερψήφιση του δεύτερου νομοσχεδίου. Ωστόσο, δύο γερουσιαστές τους που επηρεάζονται, όπως γράφτηκε στους New York Times, από το λόμπι των φαρμακευτικών βιομηχανιών, έθεσαν βέτο, επικαλούμενοι τις επιπτώσεις του στον πληθωρισμό και στο δημοσιονομικό έλλειμμα. Αναζητώντας εσωκομματικό συμβιβασμό, ο Μπάιντεν όχι απλώς ακρωτηρίασε, αλλά έκοψε στο μισό το πρόγραμμά του (1,75 τρισ. από τα αρχικά 3,5), με ό,τι αυτό συνεπάγεται για λαϊκή υγεία, παιδεία και στέγη. Στο μεταξύ, η ενδυναμωμένη, μετά τις τελευταίες εκλογές, αριστερή πτέρυγα των Δημοκρατικών βουλευτών αρνείται να επικυρώσει το νομοσχέδιο για τις υποδομές, καθώς φοβάται ότι οι δύο αντάρτες δεν θα ψηφίσουν, ούτως ή άλλως, το κοινωνικό-περιβαλλοντικό νομοσχέδιο. Οταν γράφονταν αυτές οι γραμμές καταβάλλονταν πυρετώδεις προσπάθειες ώστε να γεφυρωθούν οι εσωκομματικές αντιθέσεις και να ψηφιστούν τα δύο νομοσχέδια. Σε κάθε περίπτωση, ο προβληματισμός για την πολιτική στρατηγική και το μέλλον των Δημοκρατικών δεν θα τελειώσει γρήγορα.

Τέσσερα κόμματα σε συσκευασία για δύο

Το ρήγμα ανάμεσα στη μετριοπαθή και στη ριζοσπαστική πτέρυγα των Δημοκρατικών δεν είναι κάτι καινούργιο, καθώς εκδηλώθηκε ήδη το 2016 στην οξεία σύγκρουση Χίλαρι Κλίντον – Μπέρνι Σάντερς. Η απροσδόκητη νίκη του Τραμπ και η πιεστική ανάγκη για τον εξοστρακισμό του συγκάλυψαν τις εσωτερικές αντιθέσεις, μόνο για να τις ξαναφέρουν με δύναμη στην επιφάνεια από τη στιγμή που ο στόχος είχε επιτευχθεί. Πρόσφατα, ο αρθρογράφος της Wall Street Journal Τζέραλντ Σιμπ επισήμανε μια θεμελιώδη μετάλλαξη στο πολιτικό σύστημα των ΗΠΑ. Αντί για δύο πολυσυλλεκτικά κόμματα που κυβερνούν από το Κέντρο, έχουμε τέσσερα κόμματα σε συσκευασία για δύο: μετριοπαθείς και ριζοσπάστες στο μόνο κατ’ όνομα ενιαίο Δημοκρατικό Κόμμα, συντηρητικοί του κατεστημένου απέναντι στους λαϊκιστές-εθνικιστές του Τραμπ στους Ρεπουμπλικανούς. Δυστυχώς για τους Δημοκρατικούς, οι αντίπαλοί τους φαίνονται ικανότεροι να διαχειριστούν τον εσωτερικό διχασμό, όπως έδειξε η νίκη του Γκλεν Γιάνγκιν στη Βιρτζίνια, ο οποίος κατάφερε να συνενώσει και τις δύο πτέρυγες.