ΚΟΣΜΟΣ

Ελληνοϊταλική συμφωνία για υφαλοκρηπίδα

Οι δύο χώρες προχωρούν στην έντιμη εφαρμογή του Δικαίου της Θάλασσας στις μεταξύ τους σχέσεις

Ελληνοϊταλική συμφωνία για υφαλοκρηπίδα

Η δεκαετία του 1970 υπήρξε εξόχως σημαντική για το διεθνές δίκαιο, και δη για το Δίκαιο της Θάλασσας, καθώς η διεθνής κοινότητα αποφάσισε να επικαιροποιήσει το τότε ισχύον νομικό πλαίσιο των τεσσάρων συμβάσεων της Γενεύης του 1958 για το Δίκαιο της Θάλασσας. Ως εκ τούτου, το 1973 συνεκλήθη η τρίτη συνδιάσκεψη για το Δίκαιο της Θάλασσας, η οποία απέληξε στην υιοθέτηση της σύμβασης ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982 (UNCLOS – σύμβαση Δ.Θ.) που διέπει τις θαλάσσιες υποθέσεις. Αξιοσημείωτο είναι ότι, κατά τη διάρκεια της συνδιάσκεψης, η ελληνική αντιπροσωπεία κατέβαλε κοπιώδεις προσπάθειες σε σχέση με τη διαμόρφωση των κανόνων, μεταξύ άλλων, για το εύρος της χωρικής θάλασσας, το καθεστώς των νήσων και τις θαλάσσιες οριοθετήσεις. Διαρκούσης, λοιπόν, της μνημειώδους εκείνης συνδιάσκεψης, Ελλάδα και Ιταλία συνήψαν συμφωνία για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας το 1977.

Ελληνοϊταλική συμφωνία για υφαλοκρηπίδα-1
25 Μαΐου 1977. Νομικό προηγούμενο για τη διένεξη στο Αιγαίο χαρακτηρίζει τη συμφωνία για την υφαλοκρηπίδα του Ιονίου Πελάγους η «Κ».

Του ΝΙΚΟΛΑ Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗ*

Από τη διακήρυξη του Τρούμαν στην απόφαση της Χάγης

Η έννοια της υφαλοκρηπίδας έλκει την καταγωγή της από τη δια-κήρυξη του προέδρου Τρούμαν (1945), διά της οποίας οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής γνωστοποίησαν την αξίωσή τους για εκμετάλλευση των φυσικών πόρων του βυθού που παράκειται των ακτών τους. Μέσα σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα από τη ρηθείσα διακήρυξη, αρκετά κράτη εγκολπώθηκαν την έννοια της υφαλοκρηπίδας, την οποία κωδικοποίησε η Σύμβαση περί της Υφαλοκρηπίδας του 1958.

Εν συνεχεία, το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης στην υπόθεση της υφαλοκρηπίδας της Βόρειας Θάλασσας (1969) έκρινε ότι ο θεσμός της υφαλοκρηπίδας αποτελεί μέρος του εθιμικού διεθνούς δικαίου, δηλαδή ισχύει για όλα τα κράτη, ανεξαρτήτως της συμμετοχής τους στη σχετική σύμβαση του 1958. Αυτό ήταν σημαντικό, εν προκειμένω, καθώς η Ιταλία δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος στη σύμβαση του 1958, σε αντίθεση με την Ελλάδα, η οποία είχε προσχωρήσει σε αυτήν το 1972. Ενα άλλο θεμελιακό εύρημα του Δικαστηρίου ήταν ότι το παράκτιο κράτος απολαμβάνει κυριαρχικά δικαιώματα επί της υφαλοκρηπίδας αυτοδικαίως και εξ υπαρχής (ipso facto et ab initio). Με άλλα λόγια, τα σχετικά δικαιώματα είναι εγγενή και σύμφυτα με την κυριαρχία του κράτους, άρα η υφαλοκρηπίδα δεν χρειάζεται να κηρυχθεί. Με βάση τα πιο πάνω, τα δικαιώματα Ελλάδας και Ιταλίας επί της υφαλοκρηπίδας εδράζονταν στο διεθνές δίκαιο και το μόνο που απέμενε ήταν η οριοθέτηση, δηλαδή η χάραξη των απωτάτων ορίων της περιοχής όπου κάθε κράτος θα μπορούσε να ασκήσει δικαιοδοσία.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί πως οι διατάξεις της Σύμβασης Υφαλοκρηπίδας 1958 αναφορικά με τον ορισμό της έννοιας της υφαλοκρηπίδας δεν ήταν ικανοποιητικές. Η σύμβαση εκείνη ανέφερε ότι στο παράκτιο κράτος ανήκουν οι περιοχές του βυθού που παράκεινται στην ακτή, οι οποίες δεν ξεπερνούν το βάθος των 200 μέτρων ή οι περιοχές όπου το παράκτιο κράτος μπορούσε να εκμεταλλευθεί τους φυσικούς πόρους. 

Στη ρηθείσα απόφαση του 1969, το Δικαστήριο επέτεινε την αμφισημία αποδίδοντας δυσανάλογα μεγάλη βαρύτητα στο γεωλογικό κριτήριο, τονίζοντας ότι η υφαλοκρηπίδα αποτελεί τη γεωλογική προέκταση της ξηράς μέσα στη θάλασσα. Ωστόσο, η μεταγενέστερη Σύμβαση Δ.Θ., καίτοι διατήρησε το γεωλογικό κριτήριο, εντούτοις προβλέπει πως όλα τα κράτη δύνανται να έχουν υφαλοκρηπίδα μέχρι τα 200 ν.μ. ακόμη και αν η γεωλογική προέκταση του χερσαίου εδάφους τους δεν εκτείνεται μέχρι εκείνη την απόσταση. Σημειώνεται, επίσης, ότι κατά την περίοδο της σύναψης της ελληνοϊταλικής συμφωνίας η έννοια της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) δεν είχε αποκρυσταλλωθεί· αυτό επετεύχθη δυνάμει της Σύμβασης Δ.Θ. 

Η ΑΟΖ αποτελεί διακριτή ζώνη που περιλαμβάνει τόσο την υφαλοκρηπίδα όσο και τα υπερκείμενα αυτής θαλάσσια ύδατα, ενώ, σε αντίθεση με την υφαλοκρηπίδα, η ΑΟΖ πρέπει να κηρυχθεί. Επιπλέον, διευκρινίζεται ότι σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ το παράκτιο κράτος απολαμβάνει κυριαρχικά δικαιώματα, ήτοι περιορισμένου εύρους λειτουργικά δικαιώματα, σε αντιδιαστολή με τη χωρική θάλασσα, όπου το παράκτιο κράτος έχει πλήρη κυριαρχία (εξαίρεση αποτελεί το δικαίωμα στην αβλαβή διέλευση).

Ελληνοϊταλική συμφωνία για υφαλοκρηπίδα-2
Ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής και με τον πρόεδρο της Δημοκρατίας Τζιοβάνι Λεόνε, κατά την επίσημη επίσκεψή του στη γειτονική χώρα, τον Σεπτέμβριο του 1975. Ελλάδα και Ιταλία δρομολογούσαν την κοινή πορεία τους στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ενοποίησης και της διεθνούς νομιμότητας. Φωτ. ΙΔΡΥΜΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Γ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ

Το όριο στη μέση γραμμή με μικρές τροποποιήσεις

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η συμφωνία οριοθέτησης καταρτίστηκε ένα χρόνο μετά την απόρριψη από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης της αίτησης της Ελλάδας για λήψη προσωρινών μέτρων κατά των τουρκικών ερευνών στην υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου (1976) και ένα χρόνο πριν από την απόρριψη της ουσίας της προσφυγής της Ελλάδας κατά της Τουρκίας από το ίδιο δικαστήριο (1978), λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Παράλληλα, όπως προελέχθη, σε εξέλιξη βρισκόταν η τρίτη συνδιάσκεψη, όπου διαμορφωνόταν το σύγχρονο νομικό πλαίσιο για το Δίκαιο της Θάλασσας. Υπό το φως των ανωτέρω δεδομένων, η συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας αποκτούσε ιδιαίτερη σημασία σε σχέση με την προώθηση και ενίσχυση των ελληνικών θέσεων για το Δίκαιο της Θάλασσας.

Εν πρώτοις, η συμφωνία προβλέπει ότι το όριο της υφαλοκρηπίδας των δύο κρατών είναι η μέση γραμμή με μικρές τροποποιήσεις (προοίμιο και άρθρο 1). Το συγκεκριμένο σημείο ήταν αρκούντως σημαντικό, αφ’ ης στιγμής το τμήμα της ελληνικής ακτής που χρησιμοποιήθηκε για τη χάραξη της μέσης γραμμής αποτελούνταν εξ ολοκλήρου από νησιά. Η γραμμή, όμως, δεν είναι αυστηρώς μέση και παρουσιάζει διαφοροποιήσεις σε ορισμένα σημεία. Συγκεκριμένα, οι Οθωνοί έχουν επήρεια 75% στο θαλάσσιο όριο, ενώ οι Στροφάδες πήραν επήρεια 50%. Ωστόσο, η διαφορά αυτή εξισορροπήθηκε κάπως, ένεκα του γεγονότος ότι στην Κεφαλονιά δόθηκε μεγαλύτερος θαλάσσιος χώρος απ’ ό,τι στην απέναντι ιταλική ηπειρωτική ακτή. Περαιτέρω, το βόρειο και νότιο ακραίο όριο της οριοθετικής γραμμής απέχουν, περίπου, 7 ναυτικά μίλια (ν.μ.) και 32,8 ν.μ. από τα τριεθνή σημεία μεταξύ Ελλάδας – Ιταλίας – Αλβανίας και Ελλάδας – Ιταλίας – Λιβύης αντίστοιχα. Με αυτό τον τρόπο, τα συμβαλλόμενα μέρη σεβάστηκαν τις πιθανές νόμιμες αξιώσεις τρίτων κρατών στην περιοχή επιδεικνύοντας την προσήκουσα επιμέλεια, ως ορίζει και η διεθνής νομολογία. Μία βασική διάταξη της συμφωνίας είναι αυτή του άρθρου 2, το οποίο αφορά την υποχρέωση των μερών να καταβάλουν κάθε προσπάθεια να φτάσουν σε συμφωνία για την όσο το δυνατόν βέλτιστη εκμετάλλευση κοιτασμάτων που ενδέχεται να εκτείνονται ένθεν κακείθεν της οριοθετικής γραμμής. Σε περίπτωση που ένα τέτοιο κοίτασμα έχει αντληθεί από το ένα μέρος, τα μέρη πρέπει να προσπαθήσουν να φθάσουν σε συμφωνία για καταβολή δίκαιης αποζημίωσης στο άλλο.

Αξια προσοχής είναι η πρόβλεψη του άρθρου 3, η οποία επιβάλλει την υποχρέωση στα συμβαλλόμενα μέρη να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα, ούτως ώστε οι δραστηριότητες επί της υφαλοκρηπίδας να μην επηρεάζουν αρνητικά το θαλάσσιο περιβάλλον και άλλες νόμιμες χρήσεις των θαλασσών (π.χ. ελευθερία ναυσιπλοΐας). Η διάταξη αυτή απηχούσε τις συζητήσεις κατά την τρίτη συνδιάσκεψη επί των συγκεκριμένων θεματικών.

Στο άρθρο 4 προβλέπεται ότι σε περίπτωση που προκύψει διαφορά μεταξύ των συμβαλλομένων μερών σε σχέση με τη συμφωνία, αυτή θα πρέπει να επιλυθεί είτε μέσω της διπλωματικής οδού είτε ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης ή άλλου διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου, στο οποίο μπορεί να προσφύγει μονομερώς ένα από τα μέρη. Οπως γίνεται αντιληπτό, μετά τη διαφωνία με την Τουρκία για προσφυγή στη Χάγη νωρίτερα μέσα στη δεκαετία του 1970, η Ελλάδα ήθελε να συμπεριλάβει ρητά στη συμφωνία τη δυνατότητα για μονομερή παραπομπή μιας διαφοράς σε διεθνές όργανο επίλυσης διαφορών. Περιπλέον, το άρθρο 5 διασφαλίζει ότι η συμφωνία δεν επηρεάζει τα υπερκείμενα της υφαλοκρηπίδας ύδατα και εναέριο χώρο, όπου κανένα κράτος δεν μπορεί να ασκήσει δικαιοδοσία.

Ελληνοϊταλική συμφωνία για υφαλοκρηπίδα-3
Η συμφωνία βασιζόταν στο Δίκαιο της Θάλασσας, την εφαρμογή του οποίου στο Αιγαίο αρνείται η Τουρκία. Στη φωτογραφία, ο Πρίνος. Φωτ. ΙΔΡΥΜΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Γ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ

Ενισχύθηκαν ορισμένες θέσεις της Ελλάδας απέναντι στην Τουρκία

Συνελόντι ειπείν, η ελληνοϊταλική συμφωνία ενίσχυσε την Ελλάδα ως προς κάποιες από τις θέσεις που υποστήριζε στην τότε εν εξελίξει τρίτη συνδιάσκεψη, ήτοι τη μέση γραμμή και την επήρεια των νησιών κατά την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών. Προσέτι, η εν λόγω συμφωνία δεν έλαβε υπ’ όψιν το αμφιλεγόμενο γεωλογικό κριτήριο για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και προέκρινε τη συνεργασία για την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων, όπως και την ειρηνική επίλυση των διαφορών υπό την αιγίδα του διεθνούς δικαίου. Καθίσταται, λοιπόν, εναργές ότι κύριος αποδέκτης των ανωτέρω ήταν η Τουρκία, η οποία απορρίπτει διαχρονικά τη μέθοδο της μέσης γραμμής, τη δυνατότητα των ελληνικών νησιών να έχουν επήρεια στις οριοθετήσεις, επιλέγει τη διεξαγωγή μονομερών ερευνών για φυσικούς πόρους και δεν αποδέχεται προσφυγή σε διεθνή δικαιοδοτικά όργανα. Πρέπει, επίσης, να υπομνησθεί ότι η συμφωνία του 1977 αποτέλεσε τη βάση για τη συμφωνία που συνήφθη μεταξύ των δύο κρατών το 2020, η οποία στην ουσία επεκτείνει την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας στην υπερκείμενη στήλη ύδατος. Δηλαδή, η συμφωνία του 2020 καθορίζει τα εξωτερικά όρια και άλλων θαλασσίων ζωνών, όπως η ΑΟΖ, όταν και εφόσον τα δύο κράτη την κηρύξουν. Αναντίλεκτα, η συμφωνία του 1977 (όπως και αυτή του 2020) επιβεβαιώνει την αντίληψη ότι η ασφάλεια, η ευημερία και η ειρηνική συνύπαρξη των λαών επιτυγχάνονται μόνον όταν εφαρμόζεται δεόντως το διεθνές δίκαιο.
 
* Ο κ. Νικόλας Α. Ιωαννίδης είναι διδάκτωρ Διεθνούς Δικαίου του Πανεπιστημίου του Μπρίστολ.