ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΣ

Τσερνόμπιλ – Β. Μπριουχάνοφ: Και ένοχος και αποδιοπομπαίος τράγος

Ο Μπριουχάνοφ, ιδρυτής του πυρηνικού σταθμού στο Τσερνόμπιλ, αποδέχθηκε την επαγγελματική ευθύνη, αρνήθηκε όμως ότι ήταν και ποινικά υπόλογος

tsernompil-amp-8211-v-mprioychanof-kai-enochos-kai-apodiopompaios-tragos-561585658

Στις 13 Οκτωβρίου στο Κίεβο πέθανε στα 86 του ο Βίκτορ Μπριουχάνοφ, ιδρυτής του πυρηνικού σταθμού στο Τσερνόμπιλ και διευθυντής του μέχρι τον Απρίλιο του 1986. Του αποδόθηκαν βαρύτατες ευθύνες για το φονικό ατύχημα –τη μεγαλύτερη πυρηνική καταστροφή στην Ιστορία– και καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια φυλάκιση, από τα οποία εξέτισε τα πέντε. Ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του αποδιοπομπαίο τράγο: «Στη δίκη κατέθεσαν επιστήμονες, μηχανικοί και τεχνικοί όλων των ειδικοτήτων. Ο καθένας κοίταζε να υπερασπιστεί τη δουλειά του, τους συναδέλφους του. Μόνο εμένα δεν υπερασπίστηκε κανείς».

Ο Βίκτορ Πετρόβιτς Μπριουχάνοφ γεννήθηκε το 1935 στην Τασκένδη, στο σημερινό Ουζμπεκιστάν. Ο πατέρας του ήταν υαλουργός και η μητέρα του καθαρίστρια. Το 1959 αποφοίτησε από τη σχολή ηλεκτρολόγων μηχανολόγων της πόλης του και άρχισε να εργάζεται στο θερμοηλεκτρικό εργοστάσιο του κοντινού Ανγκρεν και εν συνεχεία, από το 1966 έως το 1970, στο αντίστοιχο του Ντόνετσκ στην Ουκρανία. Μέλος του ΚΚΣΕ από το 1966 και ευσυνείδητος στη δουλειά του, ήταν, στα τέλη της δεκαετίας του ’60, ανερχόμενο αστέρι στην επιστημονική κοινότητα και στον κομματικό μηχανισμό και τιμήθηκε με διάφορα παράσημα και διακρίσεις.

Το 1970, το σοβιετικό υπουργείο Ενέργειας ανέθεσε στον Μπριουχάνοφ την κατασκευή ενός πυρηνικού σταθμού παραγωγής ενέργειας στην Ουκρανία, στις όχθες του ποταμού Πρίπιατ. Η πρότασή του για τη δημιουργία αντιδραστήρων πεπιεσμένου ύδατος (PWR) απορρίφθηκε προς όφελος του σοβιετικής επινόησης αντιδραστήρα υψηλής ισχύος (RBMK) με γραφίτη ως επιβραδυντή. Η πολιτική αυτή απόφαση αιτιολογήθηκε ως πιο οικονομική και πιο ασφαλής – όσον αφορά την ασφάλεια, όμως, φαίνεται πως επρόκειτο για μια από τις τυπικές σοβιετικές εκλογικεύσεις και εσωτερικής κατανάλωσης «βεβαιότητες» που αναπτύχθηκαν ως μέσο επιβίωσης των στελεχών του κρατικού και του κομματικού μηχανισμού της ΕΣΣΔ στα χρόνια του Στάλιν. Με απλά λόγια, πρόκειται για τη συνήθεια να διαβεβαιώνει ο κάθε υπάλληλος τους ανωτέρους του πως οι στόχοι όχι μόνο επιτεύχθηκαν αλλά και ξεπεράστηκαν και πως όλα πάνε καλά στη χώρα των Σοβιέτ – σίγουρα καλύτερα από ό,τι στη Δύση. Οι κατώτεροι γνώριζαν πως έλεγαν ψέματα και οι ανώτεροι επίσης γνώριζαν πως άκουγαν ψέματα, τα μετέφεραν όμως και αυτοί στους δικούς τους ανωτέρους και κανείς δεν τολμούσε να σπάσει τον κύκλο του ψέματος γιατί «θα έμενε με τον μουτζούρη» – θα έπρεπε δηλαδή να αναλάβει ο ίδιος μια τεράστια ευθύνη και να βρεθεί μόνος εναντίον όλων, ανωτέρων και κατωτέρων.

Ο Μπριουχάνοφ έπρεπε να ξεκινήσει από το μηδέν – να σχεδιάσει και να κατασκευάσει ακόμα και την πόλη του Πρίπιατ, με όλες τις αναγκαίες υποδομές, προκειμένου να εγκατασταθούν εκεί οι εργαζόμενοι στον σταθμό. Στην περιοχή δεν υπήρχε απολύτως τίποτα και όλο το προσωπικό, τα μηχανήματα και οι πρώτες ύλες χρειάστηκε να μεταφερθούν από μακριά. Το Τσερνόμπιλ ολοκληρώθηκε με δύο χρόνια καθυστέρηση και ο πρώτος αντιδραστήρας εγκαινιάστηκε την 1η Αυγούστου 1977.

Στις 26 Απριλίου 1986, το βράδυ του ατυχήματος, το τηλέφωνο του Μπριουχάνοφ στο Πρίπιατ χτύπησε και ο υπεύθυνος του χημικού τμήματος τον ενημέρωσε πως κάτι σοβαρό είχε συμβεί. Εκείνος προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον υπεύθυνο βάρδιας, κανείς όμως δεν απαντούσε. Από το παράθυρο του λεωφορείου προς το Τσερνόμπιλ είδε πως η χιλίων τόνων στέγη του τέταρτου αντιδραστήρα δεν υπήρχε πια. Τα ξημερώματα επικοινώνησε με τη Μόσχα, ισχυριζόμενος πως η κατάσταση ήταν «υπό έλεγχο», ενώ φαίνεται πως άργησε να ενημερώσει το Κίεβο για τη σοβαρότητα του ατυχήματος και για την ανάγκη απομάκρυνσης του πληθυσμού. Εν τω μεταξύ, στον σταθμό δεν υπήρχαν καν αξιόπιστα όργανα ακριβείας προκειμένου να μετρηθεί η ραδιενέργεια.

Μία εβδομάδα μετά το ατύχημα, ο Μπριουχάνοφ πήρε αναγκαστική άδεια και εν συνεχεία παύθηκε από τη θέση του διευθυντή του σταθμού και τέθηκε υπό περιορισμό. Η δίκη έγινε στο Τσερνόμπιλ τον Ιούλιο του 1987 και ο πρώην διευθυντής κατηγορήθηκε για σωρεία παραλείψεων σε θέματα ασφαλείας, οι οποίες δημιούργησαν συνθήκες πρόσφορες για το ατύχημα, για έλλειψη διοικητικών ικανοτήτων και για κατάχρηση εξουσίας. Η δίκη διεξήχθη στο Κέντρο Πολιτισμού του Τσερνόμπιλ. Χρόνια αργότερα, ο εισαγγελέας Ιγκόρ Μακάροφ θυμόταν: «Πίσω από μια κουρτίνα κάθονταν οι πράκτορες της KGB. Κρατούσαν σημειώσεις, παράλληλα με τις στενογράφους, και κάθε τόσο κάποιος από αυτούς σηκωνόταν και μας έλεγε πολύ ευγενικά ότι το τελευταίο σχόλιο, το οποίο αφορούσε κάποιο στέλεχος του Κόμματος στο Κίεβο ή στη Μόσχα, καλό θα ήταν να μη συμπεριληφθεί στα πρακτικά».

Ο Μπριουχάνοφ απο- δέχθηκε την επαγγελματική ευθύνη, αρνήθηκε όμως ότι ήταν και ποινικά υπόλογος.

Ο Μπριουχάνοφ αποδέχθηκε την επαγγελματική ευθύνη, αρνήθηκε όμως ότι ήταν και ποινικά υπόλογος. Μια τέτοια θέση (στην οποία επέμεινε και μετά την αποφυλάκισή του, μέχρι το τέλος της ζωής του) μπορεί άραγε να σημαίνει κάτι, πέραν του ότι συνιστά μια περίπου αυτονόητη υπερασπιστική γραμμή;

Μπορούμε ίσως να αντιληφθούμε τη στάση του Μπριουχάνοφ αν τη δούμε στα ιστορικά της συμφραζόμενα: όχι μόνο στα χρόνια του Γκορμπατσόφ, της περεστρόικα και της γκλάσνοστ αλλά και στην ευρύτερη περίοδο της μετασταλινικής ΕΣΣΔ.

Στις 19 Μαρτίου του 1970, ο κορυφαίος φυσικός Αντρέι Ζαχάροφ είχε απευθύνει προς την ηγεσία της ΕΣΣΔ μια επιστολή –την οποία συνυπέγραφαν ο ιστορικός Ρόι Μεντβέντεφ και ο πρωτοπόρος ερευνητής της τεχνητής νοημοσύνης Βαλεντίν Τουρτσίν– με θέμα την ανάγκη εκδημοκρατισμού της χώρας. Στον πυρήνα της κριτικής τους βρισκόταν η αντίληψη πως ο ασφυκτικός έλεγχος του καθεστώτος στη διακίνηση κάθε πληροφορίας οδηγούσε σε παράλυση την κοινωνία και τον διοικητικό μηχανισμό, προκαλούσε δε ασφυξία στην επιστημονική έρευνα και, ως εκ τούτου, στην τεχνολογική ανάπτυξη.

Ενδεχομένως αυτό να εννοούσε και ο Μπριουχάνοφ, δεκαέξι χρόνια μετά την επιστολή Ζαχάροφ: ότι ο συγκεντρωτικός και ολοκληρωτικός τρόπος λειτουργίας του κράτους σε όλα τα πεδία δημιουργούσε συνθήκες ανευθυνότητας, εντέλει, των επιστημόνων, που υποχρεώνονταν να λειτουργούν ως εκτελεστικά όργανα, με βάση τις προειλημμένες αποφάσεις μιας κομματικής νομενκλατούρας.

Είναι λοιπόν πιθανό να είχε δίκιο ως προς την αρχική διαφωνία του με την επιλογή τύπου αντιδραστήρα για το Τσερνόμπιλ· εξίσου σαφές ωστόσο είναι ότι ακολούθησε την επιλογή που του επιβλήθηκε και υπήρξε επί εννέα χρόνια διευθυντής ενός πυρηνικού σταθμού, τις αδυναμίες του οποίου σε ζητήματα ασφαλείας γνώριζε καλύτερα από τον καθένα.

* Ο κ. Γιώργος Τσακνιάς είναι ιστορικός.

Ειδήσεις σήμερα

Ακολουθήστε το kathimerini.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο kathimerini.gr