ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

Η διπλωματία έχει ακόμη μια ευκαιρία στον Περσικό

Νέος γύρος διαπραγματεύσεων Ουάσιγκτον - Τεχεράνης, με τη μεσολάβηση τρίτων

i-diplomatia-echei-akomi-mia-eykairia-ston-persiko-561616420

Στο λαμπερό ανάκτορο Κόμπουργκ, στην αυστριακή πρωτεύουσα που αυτή την εβδομάδα ήταν πολύ απασχολημένη με τη δική της εσωτερική πολιτική κρίση, οι μηχανές της διπλωματίας ξεκίνησαν ξανά. Με τη μεσολάβηση των μεγάλων δυνάμεων (Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Ρωσία, Κίνα) οι ΗΠΑ και το Ιράν επιχειρούν να έρθουν σε συμφωνία για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, για πρώτη φορά μετά την άνοδο του σκληροπυρηνικού Εμπραΐμ Ρεϊσί στην εξουσία στην Τεχεράνη.

Στις χρυσοποίκιλτες αίθουσες του Κόμπουργκ είχε κλείσει η ιστορική συμφωνία του 2015 για το ίδιο θέμα. Η ελπίδα της διεθνούς κοινότητας είναι ότι η ιστορία θα επαναληφθεί, αν όχι στον τωρινό έβδομο γύρο των διαπραγματεύσεων, τουλάχιστον στον επόμενο.

Το πρόβλημα είναι ότι ο χρόνος πιέζει, καθώς το Ιράν απελευθερωμένο από τις απαιτήσεις της συμφωνίας μετά την εγκατάλειψή της από τον τέως πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, προχωρεί τον εμπλουτισμό ουρανίου σε όλο και υψηλότερες συγκεντρώσεις. Η συμφωνία του 2015 προέβλεπε ότι η χώρα θα απέχει πάντα τουλάχιστον έναν χρόνο από την απόκτηση σχάσιμου υλικού για την παρασκευή βομβών, ενώ τώρα οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για απόσταση 10-12 εβδομάδων. Η Τεχεράνη φυσικά συνεχίζει να δηλώνει ότι δεν επιδιώκει την απόκτηση πυρηνικών βομβών και ότι αν ήθελε θα τις είχε κατασκευάσει προ πολλού, αλλά η κατάσταση είναι εξαιρετικά ασταθής.

i-diplomatia-echei-akomi-mia-eykairia-ston-persiko0

Το Ιράν δηλώνει πρόθυμο να επιστρέψει στους περιορισμούς της συμφωνίας, αν επιστρέψουν σε αυτή και οι Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά για την κυβέρνηση του προέδρου Τζο Μπάιντεν έχει αποδειχθεί πιο δύσκολο από ό,τι θα φανταζόταν κανείς το να στρίψει το καράβι της αμερικανικής πολιτικής από την κατεύθυνση στην οποία το έθεσε ο προκάτοχός του. Οι βαρύτατες οικονομικές κυρώσεις («πολιτική της μέγιστης πίεσης») που είχε επιβάλει ο Τραμπ, αποχωρώντας από τη συμφωνία, παραμένουν σε ισχύ, επιτείνοντας τον στραγγαλισμό της ιρανικής οικονομίας.

Ετσι, ενώ από την πλευρά της διεθνούς κοινότητας η προτεραιότητα είναι να μην ξεπηδήσει μία ακόμη πυρηνική δύναμη, από την πλευρά της Τεχεράνης το σημαντικότερο είναι να υπάρξει οικονομική ανακούφιση, που ίσως εκτονώσει την πίεση των διαδηλώσεων, οι οποίες συνεχίζονται με αιχμή τη λειψυδρία.

Η χώρα που εκ πρώτης όψεως θα είχε να κερδίσει τα περισσότερα από την εξάλειψη της απειλής ενός πυρηνικού Ιράν, το Ισραήλ, τάσσεται κατά της συμφωνίας.

Ο Αντονι Μπλίνκεν

Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Αντονι Μπλίνκεν δήλωσε την Πέμπτη ότι θα φανεί «πολύ σύντομα» αν το Ιράν έχει προσέλθει στις διαπραγματεύσεις καλόπιστα, ενώ η Τεχεράνη υποστηρίζει ότι αυτή που πρέπει να προσφέρει ενδείξεις καλής πίστης είναι η Ουάσιγκτον, αφού αυτή εγκατέλειψε την προηγούμενη συμφωνία και αυτή θα εγκαταλείψει, κατά πάσα πιθανότητα και την επόμενη, αν μετά τον Τζο Μπάιντεν εκλεγεί ρεπουμπλικανός πρόεδρος.

Την ίδια στιγμή, η χώρα που εκ πρώτης όψεως θα είχε να κερδίσει τα περισσότερα από την εξάλειψη της απειλής ενός πυρηνικού Ιράν, το Ισραήλ, τάσσεται αναφανδόν κατά της συμφωνίας. Η πίεση από τον Μπέντζαμιν Νετανιάχου ήταν καθοριστική για την απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να τινάξει την προηγούμενη συμφωνία στον αέρα, ενώ και η νέα ισραηλινή κυβέρνηση του Ναφτάλι Μπένετ θεωρεί τη συμφωνία «στάχτη στα μάτια». Το Ισραήλ προτιμάει την πολιτική της μέγιστης πίεσης προς το Ιράν, με το σκεπτικό ότι στερεί από την Τεχεράνη τους πόρους για στρατιωτικά προγράμματα, μπορεί να οδηγήσει σε αστάθεια το ισλαμικό καθεστώς και ότι ακόμη και με τη συμφωνία σε ισχύ, τα πυρηνικά προγράμματα της Τεχεράνης μπορεί να προχωρούν.

Το ερώτημα είναι πού στέκονται σε όλα αυτά οι ΗΠΑ. Η συντήρηση έντασης στον Περσικό είναι επωφελής για την αμερικανική πολεμική βιομηχανία, που μόλις συμφώνησε να προμηθεύσει πυραύλους αέρος αέρος τη Σαουδική Αραβία, αλλά και για τη γαλλική, που μόλις έκλεισε τη μεγαλύτερη συμφωνία όλων των εποχών για την πώληση 80 μαχητικών αεροσκαφών Rafale στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Υπ’ αριθμόν ένα περιφερειακός ανταγωνιστής και της Σαουδικής Αραβίας και των Εμιράτων είναι το Ιράν.

Οι εξοπλισμοί δεν γίνονται για το θεαθήναι. Η περιοχή έφθασε πολύ κοντά στο χείλος του πολέμου το 2019, με τη δολοφονία από τις Ηνωμένες Πολιτείες του Ιρανού στρατηγού Κασέμ Σολεϊμανί και την αντίδραση της Τεχεράνης, στη διάρκεια της οποίας δεν υπήρξε νεκρός Αμερικανός, γι’ αυτό και δεν δόθηκε συνέχεια από τις ΗΠΑ. Η απειλή πολέμου παραμένει στο τραπέζι, όπως έχει ξεκαθαρίσει η Ουάσιγκτον, αλλά τα βιενέζικα σαλόνια θυμίζουν ότι υπάρχει και άλλος, πιο εξευγενισμένος τρόπος.