ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΣ

Σαμπίνε Βάις: Η φωτογράφος της αλήθειας των ανθρώπων

Είχε φωτογραφίσει από τον Σάμιουελ Μπέκετ και τον Αντρέ Μπρετόν μέχρι τον Χουάν Μιρό, ενώ υπήρξε στενή φίλη του Αλμπέρτο Τζακομέτι.

sampine-vais-i-fotografos-tis-alitheias-ton-anthropon-561659383

Είχα πολύ άγχος εκείνο το φθινοπωρινό απόγευμα του 2018. Θα μιλούσα με μια θρυλική φωτογράφο, που είχε μαθητεύσει στο στούντιο του περίφημου Φρεντ Μπουασονά στη Γενεύη και δίπλα στον διάσημο Γερμανό φωτογράφο μόδας Βίλι Μάιβαλντ στο Παρίσι· που είχε φωτογραφίσει από τον Σάμιουελ Μπέκετ και τον Αντρέ Μπρετόν μέχρι τον Χουάν Μιρό· που υπήρξε στενή φίλη του Αλμπέρτο Τζακομέτι· που είχε εργαστεί, μεταξύ άλλων, για τους New York Times, το Newsweek, το Life, τη γαλλική Vogue, το Elle, το Esquire, το Time.

Το γέλιο της, στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής, από το διαμέρισμά της στο Παρίσι, με έκανε από την πρώτη στιγμή να χαλαρώσω. «Οφείλω να σας ενημερώσω, πριν ξεκινήσουμε να κουβεντιάζουμε, ότι έχω χρόνια να φωτογραφίσω. Δεν χρησιμοποιώ καν την κάμερα του κινητού μου τηλεφώνου, γιατί είμαι μια γυναίκα ηλικιωμένη και πάρα πολύ κουρασμένη!» μου είπε. «Η φωνή σας, πάντως, ακούγεται νεανική», σχολίασα. Δεν ήταν φιλοφρόνηση, πράγματι έτσι ακουγόταν. «Σας ευχαριστώ, είστε πολύ ευγενική, αλλά vous vous trompez (κάνετε λάθος). Τον Ιούλιο έκλεισα τα 94», απάντησε. Γέλια ξανά.

Στις 30 Δεκεμβρίου 2021, η Σαμπίνε Βάις έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 97 ετών. Ηταν η τελευταία εκπρόσωπος της γαλλικής σχολής ουμανιστικής φωτογραφίας, που ανέδειξε θρύλους όπως ο Βιλί Ρονί, ο Ρομπέρ Ντουανό, ο Εντουάρ Μπουμπά, ο Μπρασάι και φυσικά ο Ανρί Καρτιέ Μπρεσόν, τον οποίο κάποιοι ιστορικοί τέχνης θεωρούν βασικό «ανταγωνιστή» της: οι εικόνες του είναι άψογες, αλλά έχουν μια «κλινική» ψυχρότητα, σε αντίθεση με τις δικές της, που αποπνέουν ζεστασιά, τρυφερότητα και οικειότητα.Σ’ εκείνη την τηλεφωνική συνέντευξη, με αφορμή την έκθεση «Οι πόλεις, Ο δρόμος, Ο άλλος», στο παρισινό Κέντρο Ζορζ Πομπιντού, η Σαμπίνε Βάις είχε αφηγηθεί στην «Κ» ιστορίες από την πολυκύμαντη ζωή της και είχε μοιραστεί κομμάτια της κοσμοθεωρίας της. «Οι φωτογραφίες που περιλαμβάνονται σε αυτή την έκθεση είναι όλες τραβηγμένες στον δρόμο για μένα, για τη δική μου ευχαρίστηση, την περίοδο 1945-1960», είχε εξηγήσει. «Τότε δεν είχαμε ακόμη τηλεόραση κι έτσι, μετά το δείπνο, κάναμε με τον σύζυγό μου (σ.σ.: τον Αμερικανό ζωγράφο Χιου Βάις) περιπάτους στην πόλη. Είχα πάντα μαζί μου την αγαπημένη μου Rolleiflex. Αυτές οι εικόνες είναι ο δικός μου μυστικός κήπος. Δεν είμαι καλλιτέχνις αλλά τεχνίτρια, γιατί δεν δημιουργώ τίποτα. Είμαι απλώς μάρτυρας όσων βλέπω και προκαλούν το ενδιαφέρον μου. Κι αυτό που ανέκαθεν με ενδιέφερε ήταν οι άνθρωποι»…

Χωρίς ρετούς

Γεννήθηκε στην Ελβετία το 1924. Αγόρασε την πρώτη της κάμερα (μια πάμφθηνη Bakelite) με το χαρτζιλίκι της, σε ηλικία μόλις οκτώ ετών. Πριν καλά καλά τελειώσει το σχολείο είχε αποφασίσει ότι θα γινόταν επαγγελματίας φωτογράφος, σε μια εποχή που κάτι τέτοιο εθεωρείτο αδιανόητο για μια γυναίκα. Ομως ο πατέρας της, χημικός μηχανικός ο ίδιος, όχι μόνο την ενθάρρυνε, αλλά και τη βοήθησε να φτιάξει τον δικό της σκοτεινό θάλαμο και να τυπώνει μόνη τις φωτογραφίες της. Αρχισε να δουλεύει ως ανεξάρτητη φωτορεπόρτερ το 1949. Τρία χρόνια αργότερα, έμελλε να γνωρίσει τον θρυλικό Γάλλο φωτογράφο Ρομπέρ Ντουανό, ο οποίος της άνοιξε δύο μεγάλες πόρτες: της Vogue και του πρακτορείου Rapho. Από το 1960 και μετά, εργάστηκε κυρίως στη διαφήμιση.

Ποτέ δεν την ενδιέφερε η προσωπική της προβολή και αναγνώριση. To 1954 δεν παρευρέθη στα εγκαίνια της πρώτης ατομικής έκθεσής της στο Ινστιτούτο Τέχνης του Σικάγου διότι ήταν πολύ απασχολημένη. Την επόμενη χρονιά, ήταν απούσα από το άνοιγμα μεγάλης συλλογικής έκθεσης του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης, για την οποία ο Εντουαρντ Στάιχεν, ένας από τους μεγαλύτερους φωτογράφους του 20ού αιώνα, είχε, ως επιμελητής, επιλέξει τρεις φωτογραφίες της. «Είχα άλλες προτεραιότητες εκείνη την εποχή. Στο διαμέρισμά μας δεν είχαμε καν τρεχούμενο νερό. Και για σκοτεινό θάλαμο της προκοπής ούτε λόγος να γίνεται», είχε πει.

Ηδη από τη δεκαετία του 1950 είχε εγκατασταθεί στο Παρίσι. Πήρε τη γαλλική υπηκοότητα πολύ αργότερα, το 1995. Η φωτογραφία δρόμου ήταν το αγαπημένο της είδος. «Σε αυτές τις εικόνες, που δεν είναι στημένες, βλέπει κανείς πραγματικά πώς είναι οι άνθρωποι: τα συναισθήματά τους, την αλήθεια τους. Αυτή την αλήθεια ήθελα να δείχνω. Γι’ αυτό και σπάνια φωτογράφιζα τοπία. Επίσης ποτέ δεν έχω κάνει ρετούς σε φωτογραφία μου», είχε πει σ’ εκείνη την κουβέντα μας.

Από όσους είχε φωτογραφίσει η Σαμπίνε Βάις πιο έντονα θυμόταν τον Ελβετό γλύπτη και ζωγράφο Αλμπέρτο Τζακομέτι. «Συνήθως τα πορτρέτα μου γίνονταν για κάποιο έντυπο και είχα λίγο χρόνο στη διάθεσή μου. Με τον Τζακομέτι ήταν διαφορετικά. Ημασταν φίλοι, πήγαινα συχνά στο ατελιέ του, τον έβλεπα να δουλεύει, κουβεντιάζαμε». Και δεν της άρεσε καθόλου να τη φωτογραφίζουν! «Υπάρχουν λίγα πορτρέτα μου από συναδέλφους και μόνο ένα αυτοπορτρέτο μου, από τα νιάτα μου. Δεν μου αρέσει να βλέπω το πρόσωπό μου. Ποτέ δεν υπήρξα κοκέτα».

«Σε μια “κιβωτό εικόνων” ποια φωτογραφία σας θα επιλέγατε να σώσετε, κυρία Βάις;» τη ρώτησα λίγο πριν αποχαιρετιστούμε. «Είναι περίεργο που με ρωτάτε», απάντησε. «Χθες βράδυ δυσκολευόμουν να κοιμηθώ και αίφνης, χωρίς καμιά αφορμή, ήρθε στο μυαλό μου μια νυχτερινή φωτογραφία που τράβηξα το 1955 στο Σεν Ζερμέν: ενός κλοσάρ, που όμως φαινόταν στα μάτια μου ως τζέντλεμαν. Είχε απίστευτη χάρη και αξιοπρέπεια. Μου θύμισε τον Σαρλό. Σκεφτόμουν πόσο πολύ την αγαπώ. Αυτήν θα επέλεγα, λοιπόν. Δυστυχώς δεν περιλαμβάνεται στην έκθεση του Πομπιντού, δεν την έχω σε ηλεκτρονική μορφή. Σε κάποια κούτα ανάμεσα σε εκατοντάδες άλλες φωτογραφίες θα βρίσκεται».

Το επόμενο μεσημέρι, έλαβα ένα email από το γραφείο Τύπου του Πομπιντού. «Η κυρία Βάις μάς ζήτησε να σας προωθήσουμε αυτήν τη φωτογραφία», μου έγραφαν. Ηταν ο «Clochard gentleman»…