ΚΟΣΜΟΣ

Πούτιν – Ερντογάν: Συνάντηση στο Σότσι με «βαριά» ατζέντα – Ξεκίνησαν οι συνομιλίες

Η πλευρά Πούτιν στρέφεται στην Τουρκία σε μια προσπάθεια να παρακάμψει τις δυτικές κυρώσεις που αρχίζουν να προκαλούν βαθύτερα πλήγματα στη ρωσική οικονομία. Η Washington Post φέρνει στο φως μια «λίστα» με ρωσικά αιτήματα προς τον Ερντογάν, με φόντο τη συνάντηση Πούτιν - Ερντογάν που ξεκίνησε στο Σότσι.

Πούτιν – Ερντογάν: Συνάντηση στο Σότσι με «βαριά» ατζέντα – Ξεκίνησαν οι συνομιλίες

Πούτιν και Ερντογάν συναντώνται στο Σότσι της Μαύρης Θάλασσας, με τη σημερινή τους συνάντηση, που ξεκίνησε πριν από λίγα λεπτά, να ξεχωρίζει μάλιστα για δύο λόγους: ως η δεύτερη που έχουν οι συγκεκριμένοι ηγέτες μέσα σε διάστημα μικρότερο των τριών εβδομάδων (η προηγούμενη ήταν στις 19 Ιουλίου στην Τεχεράνη) αλλά και ως η πρώτη επίσκεψη νατοϊκού ηγέτη στη Ρωσία μετά το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία και τη ρωσική εισβολή της 24ης Φεβρουαρίου.

Τα θέματα στην ατζέντα των κ.κ. Πούτιν και Ερντογάν, πολλά: Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η πορεία υλοποίησης της συμφωνίας για τις εξαγωγές ουκρανικών σιτηρών από τη Μαύρη Θάλασσα, οι εξελίξεις στη Συρία όπου η τουρκική πλευρά απειλεί με νέες στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά των Κούρδων… και στην σκιά όλων των προαναφερθέντων, οι διμερείς σχέσεις ΡωσίαςΤουρκίας τις οποίες δεν αποκλείεται να δούμε να ενισχύονται το επόμενο διάστημα.  

Σύμφωνα με την Washington Post, «η Ρωσία του Πούτιν στρέφεται προς την Τουρκία και άλλους πιθανούς εμπορικούς εταίρους, καθώς προσπαθεί να παρακάμψει τις δυτικές κυρώσεις που αρχίζουν να προκαλούν βαθύτερα πλήγματα στη ρωσική οικονομία μετά την εισβολή στην Ουκρανία».

Όσα ζητά η Μόσχα από τον Ερντογάν 

Η σημερινή συνάντηση των κ.κ. Πούτιν και Ερντογάν στο Σότσι έχει προκαλέσει «συναγερμό», συνεχίζει στην ανάλυσή της η Washington Post, υπό τον φόβο «ότι το Κρεμλίνο θα μπορούσε να ενισχύσει τους οικονομικούς του δεσμούς με χώρα μέλος του ΝΑΤΟ» όπως η Τουρκία που «δεν συμμετέχει στην επιβολή κυρώσεων στη Μόσχα».

Η Washington Post επικαλείται το περιεχόμενο ρωσικής πρότασης που λέγεται πως είχε ως αποδέκτη την τουρκική πλευρά. Σύμφωνα με την εν λόγω πρόταση, που φέρεται να υπεκλάπη από τις ουκρανικές μυστικές υπηρεσίες, η Μόσχα ζητά τη βοήθεια των Τούρκων προκειμένου να μπορέσει να παρακάμψει κάποιους από τους περιορισμούς με τους οποίους βρίσκεται αντιμέτωπη λόγω των κυρώσεων στους τομείς της ενέργειας, της βιομηχανίας και του χρηματοπιστωτικού κλάδου.

Πιο συγκεκριμένα, η Μόσχα παρουσιάζεται να ζητά από την κυβέρνηση Ερντογάν να της επιτρέψει να αποκτήσει μερίδια σε τουρκικά διυλιστήρια πετρελαίου, τερματικούς σταθμούς πετρελαίου και δεξαμενές, σε μια κίνηση που οι οικονομολόγοι λένε ότι θα μπορούσε να συγκαλύπτει την προέλευση των εξαγωγών μετά την έναρξη του εμπάργκο πετρελαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης το επόμενο έτος.

Στο ίδιο πνεύμα, και πάντοτε σύμφωνα με όσα αποκαλύπτει η Washington Post, η Ρωσία φέρεται να ζητά επίσης από κρατικές τουρκικές τράπεζες να επιτρέψουν σε κάποιες από τις μεγαλύτερες τράπεζες της Ρωσίας να αποκτήσουν εκεί λογαριασμούς (correspondent accounts), κάτι το οποίο ωστόσο, όπως σημειώνεται, θα αποτελούσε κατάφωρη παραβίαση των δυτικών κυρώσεων, αλλά και να επιτραπεί σε Ρώσους βιομηχάνους να αρχίσουν να λειτουργούν από ελεύθερες οικονομικές ζώνες (free economic zones) εντός των τουρκικών συνόρων.

Ωστόσο, δεν υπάρχουν προς το παρόν σημάδια που να δείχνουν ότι η Τουρκία θα αποδεχόταν αυτές τις ρωσικές προτάσεις. Σε μια τέτοια περίπτωση, σημειώνεται πως οι ίδιες οι εμπλεκόμενες τουρκικές τράπεζες και εταιρείες θα διακινδύνευαν να βρεθούν στο στόχαστρο δευτερογενών κυρώσεων και να χάσουν την πρόσβασή τους στις δυτικές αγορές.

Αναφορικά με την κατάσταση της ρωσικής οικονομίας, «η κατάσταση θα είναι χειρότερη το επόμενο έτος», δηλώνει στην Washington Post ο Σεργκέι Γκουρίεφ, καθηγητής στο γαλλικό πανεπιστήμιο Sciences Po και πρώην επικεφαλής οικονομολόγος στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης. «Κανείς δεν ξέρει πώς θα λειτουργήσουν τα πράγματα όταν ξεκινήσει το ευρωπαϊκό εμπάργκο πετρελαίου. Βρισκόμαστε σε αχαρτογράφητη περιοχή», συνεχίζει.

Νέα στοιχεία, που δημοσίευσε την περασμένη εβδομάδα η κρατική στατιστική υπηρεσία της Ρωσίας Rosstat, δείχνουν πόσο σκληρά έχουν πληγεί από τις κυρώσεις ορισμένοι κλάδοι της ρωσικής παραγωγής. Η παραγωγή αυτοκινήτων, η βιομηχανία που εξαρτάται δηλαδή περισσότερο από ξένα εξαρτήματα, μειώθηκε κατά 89% τον Ιούνιο σε ετήσια βάση, ενώ η παραγωγή υπολογιστών και ημιαγωγών μειώθηκε κατά 40% από έτος σε έτος, και αυτή των πλυντηρίων ρούχων κατά σχεδόν 59%.

«Είναι σαφές ότι τα πράγματα θα γίνονται όλο και πιο σκληρά», δήλωσε ο Μαξίμ Μιρόνοφ, καθηγητής οικονομικών στο IE Business School στη Μαδρίτη. Η ανακοίνωση αυτήν την εβδομάδα ότι ένα από τα κύρια εργοστάσια αυτοκινήτων της ρωσικής κρατικής AvtoVAZ πρόκειται να μειώσει το εργατικό του δυναμικό σηματοδοτεί την έλλειψη άλλων επιλογών για τη ρωσική εταιρεία και την κυβέρνηση. «Οι περικοπές αρχίζουν και θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε κοινωνική ένταση», προειδοποιεί από την πλευρά του ο Μιρόνοφ.

Άλλοι κλάδοι εντός των ρωσικών συνόρων, όπως εκείνος της φαρμακευτικής παραγωγής, επίσης παραπαίουν. Σύμφωνα με έρευνα της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας, τον περασμένο μήνα το 40% των παραγωγών φαρμακευτικών προϊόντων δεν είχαν καταφέρει ακόμη να καλύψουν τα κενά στις εισαγωγές συστατικών και εξοπλισμού που επέφεραν οι δυτικές κυρώσεις.

Ο Σεργκέι πλέον εξόριστος στις Ηνωμένες Πολιτείες Αλεξασένκο, πρώην διευθυντικό στέλεχος της ρωσικής Κεντρικής Τράπεζας, υπογραμμίζει ότι είναι επιτακτική ανάγκη για τη Ρωσία να βρει εναλλακτικούς χρηματοοικονομικούς διαύλους για τις τράπεζές της. Ο ίδιος επισημαίνει ότι το Ιράν, με τη βοήθεια της Ρωσίας και της Τουρκίας, είχε παλαιότερα καταφέρει να παρακάμψει τις δυτικές κυρώσεις.

Το καθεστώς Πούτιν ήλπιζε να παρακάμψει τις τρέχουσες κυρώσεις δημιουργώντας εναλλακτικά συστήματα πληρωμών μέσω κινεζικών τραπεζών, υποστηρίζει η Washington Post επικαλούμενη ρωσική πηγή. Ωστόσο, οι κινεζικές τράπεζες αρνήθηκαν να αναλάβουν έναν τέτοιο ρόλο λόγω του κινδύνου δευτερογενών κυρώσεων.

Μελέτη του Green Finance & Development Center στο Πανεπιστήμιο Fudan της Σαγκάης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι φόβοι κυρώσεων έκαναν την Κίνα να μην προχωρήσει σε νέες επενδύσεις στη Ρωσία φέτος ως μέρος της πρωτοβουλίας Belt and Road.

Απέναντι στην Τουρκία του Ερντογάν η Ρωσία είχε σημαντική επιρροή στο παρελθόν και έδειξε τη δυσαρέσκειά της, διακόπτοντας τη ροή τουριστών προς την Τουρκία και απαγορεύοντας την εισαγωγή τουρκικών αγροτικών προϊόντων.

Από την έναρξη του ουκρανικού πολέμου, η Τουρκία έχει τοποθετηθεί ως μεσολαβητής μεταξύ Μόσχας και Κιέβου.

Ο Ερντογάν, από την πλευρά του, θέλει τη συγκατάθεση του Πούτιν για να προχωρήσει σε νέες τουρκικές στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά των κουρδικών δυνάμεων στη βόρεια Συρία.

Σύμφωνα με δύο επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται στη Μόσχα τις δηλώσεις των οποίων επικαλείται η Washinton Post, ρωσικές αλυσίδες εφοδιασμού καταφέρνουν να λειτουργούν πλέον μέσω Τουρκίας. Ιδιοκτήτης μεγάλης αλυσίδας φέρεται να δηλώνει ότι τα καταστήματά του έχουν αναδιοργανώσει πλήρως τις προμήθειές τους μέσω νέων κόμβων στην Τουρκία, στο Ισραήλ, στην Κίνα και στο Αζερμπαϊτζάν. Πρόσφατα στοιχεία από το Τουρκικό Στατιστικό Ινστιτούτο Turkstat, δείχνουν ότι οι μηνιαίες τουρκικές εξαγωγές στη Ρωσία αυξήθηκαν κατά περίπου 400 εκατομμύρια δολάρια το διάστημα μεταξύ Φεβρουαρίου και Ιουνίου.

Ειδικοί σε θέματα κυρώσεων και αξιωματούχοι της Δύσης υπογραμμίζουν ωστόσο ότι τα περιθώρια στενεύουν επί του παρόντος για την Τουρκία που «γνωρίζει ότι όποια συναλλαγή κάνει με τη Ρωσία κινδυνεύει να ρίξει βαριές σκιές πάνω από την τουρκική οικονομία και τον τουρκικό χρηματοπιστωτικό κλάδο καθιστώντας πιο δύσκολες τις τουρκικές συναλλαγές με τον υπόλοιπο κόσμο».

Με πληροφορίες από Washington Post

⇒ Ειδήσεις σήμερα

Ακολουθήστε το kathimerini.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο kathimerini.gr