ΚΟΣΜΟΣ

Η ουκρανική κρίση έχει την τελευταία ευκαιρία της

qsac
filephotoo

Οι ελπίδες για πολιτική διέξοδο στην ουκρανική κρίση ζυγιάζονται αβέβαια με τους φόβους μιας εφιαλτικής κλιμάκωσης στην ανατολική Ουκρανία, ενώπιον της οποίας τα γεγονότα της Κριμαίας θα μοιάζουν με τρικυμία σε ένα ποτήρι νερό. Οι καταλήψεις δημοσίων κτιρίων από φιλορώσους αυτονομιστές στο Ντονέτσκ, το Χάρκοβο και το Λουγκάνσκ –μεγάλα αστικά κέντρα κοντά στα ρωσικά σύνορα– ενίσχυσαν τις εικασίες για επικείμενο δεύτερο κύμα αποσχιστικών επεισοδίων ή και ρωσικής στρατιωτικής εισβολής. Ωστόσο, οι τεράστιοι κίνδυνοι που εγκυμονεί η επαπειλούμενη ανάφλεξη για όλους τους πρωταγωνιστές του δράματος άρχισαν να ενεργοποιούν ισχυρά αντισώματα.

Για πρώτη φορά από την ανατροπή του προέδρου Βίκτορ Γιανουκόβιτς, οι υπουργοί Εξωτερικών Ρωσίας και Ουκρανίας θα βρεθούν στο ίδιο τραπέζι αυτή την εβδομάδα, πιθανότατα στη Γενεύη, σε αναζήτηση συμβιβασμού. Θα πλαισιώνονται από τους επικεφαλής της αμερικανικής και της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Τζον Κέρι και Κάθριν Aστον, πράγμα που αντανακλά τις διεθνείς διαστάσεις της πιο επικίνδυνης περιφερειακής κρίσης στην Ευρώπη μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Αν και η Ουάσιγκτον φρόντισε να κρατήσει χαμηλά τον πήχυ των προσδοκιών, ουδείς αμφιβάλλει για την κρισιμότητα της απόπειρας.

Τα γεγονότα που ξεκίνησαν την περασμένη Κυριακή, με τις καταλήψεις κυβερνείων και αρχηγείων της κρατικής ασφάλειας στις τρεις μεγάλες πόλεις, προκάλεσαν έντονο προβληματισμό στη Δύση ως προς τη στρατηγική και τους τελικούς στόχους του Βλαντιμίρ Πούτιν. Από τη στήλη του, στη Washington Post, ο Ντέιβιντ Ιγκνέισιους εκτιμούσε ότι ο πρώην πράκτορας της KGB «έκλεψε το βιβλίο οδηγιών της CIA για τις μυστικές, αντισοβιετικές επιχειρήσεις» την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Ο γνωστός Αμερικανός αναλυτής παραλληλίζει την υποκίνηση «πολιτικής ανυπακοής» στην ανατολική Ουκρανία με τις μυστικές επιχειρήσεις της CIA στην Πολωνία, την ενίσχυση της «Αλληλεγγύης» και τη σύμπραξη του Πάπα Βοϊτίλα. Από την πλευρά του, ο Τζον Κέρι δήλωσε ότι «ειδικές δυνάμεις και πράκτορες της Ρωσίας έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στο χάος των τελευταίων 24ώρων», προσθέτοντας ότι ενδέχεται να πρόκειται για «τεχνητό πρόσχημα για στρατιωτική επέμβαση τύπου Κριμαίας».

Διαφορετική ήταν η προσέγγιση των New York Times, την περασμένη Πέμπτη. Επικαλούμενος διπλωματικές πηγές, ο Νιλ Μακφάρκαρ υποστηρίζει ότι στόχος του Κρεμλίνου δεν είναι μια στρατιωτική εισβολή, αλλά «μια πιο μακροπρόθεσμη στρατηγική που θα εμποδίσει την Ουκρανία να δραπετεύσει από τη ρωσική τροχιά». Κεντρικό στοιχείο αυτής της στρατηγικής είναι, κατά τον αρθρογράφο, ένα μοντέλο «ομοσπονδιοποίησης- φινλανδοποίησης» της Ουκρανίας: η μετατροπή της, δηλαδή, σε ομοσπονδιακό κράτος με αδύναμη κεντρική κυβέρνηση και ισχυρούς κυβερνήτες των διάφορων περιοχών, εγγυήσεις για μια αδέσμευτη εξωτερική πολιτική και τη μη ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ. Αν το Κρεμλίνο έσπευσε να εκβιάσει τις εξελίξεις προς μια τέτοια κατεύθυνση, αυτό οφείλεται, σύμφωνα με Ρώσους αναλυτές, στην προοπτική σταθεροποίησης της σημερινής τάξης πραγμάτων μέσω των προεδρικών εκλογών στις 25 Μαΐου. Δεν αποκλείεται η Ρωσία να επιχειρήσει να παρέμβει στις εκλογές, είτε μέσω ενός ισχυρού υποψηφίου του κόμματος του Γιανουκόβιτς που θα μπορούσε, θεωρητικά, να κερδίσει μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων στην πυκνοκατοικημένη ανατολική και νότια Ουκρανία, είτε και μέσω της μακιαβελικής Γιούλια Τιμοσένκο, εφόσον αυτή έρθει σε κάποιου είδους συνδιαλλαγή με το Κρεμλίνο. Ωστόσο, οι πιθανότητες για μια παρόμοια εξέλιξη δεν φαίνονται για την ώρα ισχυρές.

Αλλοι αναλυτές πιθανολογούν κλιμάκωση της εσωτερικής αποσταθεροποίησης μέσω των φιλορώσων ακτιβιστών με κορύφωση την 9η Μαΐου, την ημέρα που γιορτάζεται η αντιφασιστική νίκη στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και αποτελεί ιδανική ευκαιρία για μεγάλες, συναισθηματικά φορτισμένες διαδηλώσεις. Ωστόσο, ούτε το ενδεχόμενο της ρωσικής στρατιωτικής επέμβασης μπορεί να αποκλειστεί, έστω κι αν δεν αποτελεί την πρώτη επιλογή του Βλαντιμίρ Πούτιν. Εάν η προσωρινή κυβέρνηση του Κιέβου χρησιμοποιήσει υπερβάλλουσα βία εναντίον των φιλορώσων, προκαλώντας αιματοχυσία, ο Ρώσος πρόεδρος δεν είναι βέβαιο ότι θα αποφύγει μια πολύ επικίνδυνη στρατιωτική εμπλοκή. Υπό αυτό το πρίσμα, οι διεθνείς συνομιλίες της ερχόμενης εβδομάδας ενδέχεται να αποτελούν την τελευταία ευκαιρία για να αποτραπούν τα χειρότερα.

Οι ολιγάρχες πρωταγωνιστές των εξελίξεων

Λίγες μέρες πριν από την ψηφοφορία στην Κριμαία υπέρ της προσάρτησης στη Ρωσία, συνελήφθη στη Βιέννη ο Ουκρανός ολιγάρχης, Ντμίτρι Φιρτάς, ο οποίος διατηρούσε στενούς δεσμούς με τη Μόσχα και θεωρείται από τους βασικούς «παίκτες» στο εμπόριο φυσικού αερίου Ρωσίας – Ουκρανίας. Το ένταλμα σε βάρος του εκδόθηκε κατόπιν αιτήματος των αμερικανικών αρχών και η ενέργεια ερμηνεύθηκε ως προσπάθεια της Ουάσιγκτον να εντείνει τις πιέσεις προς τον Βλαντιμίρ Πούτιν για τη στάση του στο ζήτημα της Κριμαίας.

Η εκστρατεία κατά των φίλα προσκείμενων στη Ρωσία μεγιστάνων του πλούτου θεωρήθηκε εξάλλου από τους εξεγερμένους του Κιέβου μια επιχείρηση απαγκίστρωσης από την ολιγαρχία του πλούτου και αποκατάστασης της κοινωνικής δικαιοσύνης. Οι εξελίξεις όμως διαψεύδουν τις προθέσεις αυτές, καθώς πολλοί από αυτούς τους κραταιούς επιχειρηματίες έσπευσαν τάχιστα να αλλάξουν στρατόπεδο, εγκαταλείποντας τον Γιανουκόβιτς και προσχωρώντας στο φιλοδυτικό μέτωπο.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Ρενάτ Αχμέτοφ, ο οποίος ελέγχει μεγάλο τμήμα της βιομηχανίας της περιφέρειας του Ντονμπάς της Ανατολικής Ουκρανίας και είχε έρθει σε ρήξη με τον πρόεδρο της χώρας πριν από δύο χρόνια. Παράλληλα, ο επονομαζόμενος βασιλιάς της σοκολάτας, Πιοτρ Παρασένκο, θεωρείται ο επικρατέστερος αντίπαλος της Γιούλια Τιμοσένκο στις επικείμενες προεδρικές εκλογές του Μαΐου στην Ουκρανία, μετά την απόσυρση του Βασίλι Κλίτσκο υπέρ του. Οι δύο άνδρες φαίνεται μάλιστα ότι συνάντησαν στη Βιέννη τον Φιρτάς, επιβεβαιώνοντας ότι η ιδεολογία των ολιγαρχών προσδιορίζεται αποκλειστικά από τα συμφέροντά τους.

Κροίσοι

Εκτός από τον Παρασένκο, δύο ακόμη βαθύπλουτοι Ουκρανοί, που θα διαδραματίσουν αποφασιστικό ρόλο στο άμεσο μέλλον, είναι οι νέοι κυβερνήτες του Ντονέτσκ και του Δνεπροπετρόφσκ, Σεργκέι Ταρούτα και Ιγκόρ Κολομοΐσκι, καίριοι παράγοντες για την οικονομία της Ανατολικής Ουκρανίας.

Ο δεύτερος έχει περιουσία 2,4 δισ. δολάρια και είναι ο τρίτος πλουσιότερος άνδρας της χώρας. Είναι συνιδιοκτήτης της μεγαλύτερης ουκρανικής τράπεζας, της Privatbank, την οποία διοικεί προσωπικά, ενώ οι επιχειρηματικές του δραστηριότητες εκτείνονται από το πετρέλαιο και τα αγροτικά προϊόντα μέχρι τις μεταφορές. Αλλοτε σύμμαχος της Τιμοσένκο, αρνήθηκε το 2010 να χρηματοδοτήσει την προεκλογική της εκστρατεία, με αποτέλεσμα να διαρρήξει τις σχέσεις του μαζί της. Εβραίος ο ίδιος, αποτελεί το ιδανικό επιχείρημα της μεταβατικής ουκρανικής κυβέρνησης ότι δεν υποθάλπει τον αντισημιτισμό, αφού ο διορισμός του σε αυτό το κρίσιμο κυβερνείο διασκεδάζει τις αιτιάσεις ότι η εξουσία ελέγχεται πλέον αποκλειστικά από αντισημίτες νεοναζιστές στο Κίεβο. Οσο για τον νέο κυβερνήτη του Ντονέτσκ, ο πλούτος του εκτιμάται σε 2 δισ. δολάρια, με αποτέλεσμα να συγκαταλέγεται στους δέκα πλουσιότερους ανθρώπους της χώρας και στους 500 του κόσμου. Είναι επικεφαλής μιας από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις της χώρας, της Βιομηχανικής Ενωσης του Ντονμπάς, μιας εταιρείας χόλντινγκ, η οποία ελέγχει το μετοχικό κεφάλαιο σε 40 βιομηχανικές επιχειρήσεις στην Ανατολική Ουκρανία, την Ουγγαρία και την Πολωνία. Επιπλέον είναι ιδιοκτήτης της ποδοσφαιρικής ομάδας Μέταλουργκ με έδρα το Ντονέτσκ.

Η οικονομική και κατ’ επέκταση πολιτική ισχύς των προαναφερθέντων μεγιστάνων τούς καθιστά υπολογίσιμους παράγοντες στις μελλοντικές εξελίξεις. Κάποιοι, όπως η Γιούλια Τιμοσένκο, θα προσπαθήσουν να χρησιμοποιήσουν τον εξωφρενικό πλούτο τους ως όπλο εναντίον τους.

Ηδη η πρώην πρόεδρος της χώρας καταφέρεται εναντίον του Παρασένκο ενόψει της προεδρικής αναμέτρησης του Μαΐου. Mόνο που η εμπλοκή της σε σκάνδαλα διαφθοράς έχει απαξιώσει την υποψηφιότητά της και η δημοτικότητά της δεν ξεπερνά το 7%, ενώ του Παρασένκο αγγίζει το 25%. Τόσο στελέχη της καμπάνιας του όσο και ο Κλίτσκο έχουν ζητήσει από την Τιμοσένκο να αποσυρθεί από την κούρσα χάριν της ενότητας του φιλοδυτικού μετώπου.